"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

France-(Γαλλία, Ν. Καζαντζάκης)

 

 

 

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Γαλλία

“Έπεφτε ψιλή, τρυφερή βροχούλα, ξημέρωνε. Με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι του αμαξιού διέκρινα, πίσω από το διάφανο δίχτυ της βροχής, το Παρίσι, να περνάει, να δακρυογελάει και να με καλωσορίζει. Έβλεπα τα γεφύρια να περνούν, τα πολυόροφα μελανιασμένα σπίτια, τα πάρκα, τις εκκλησιές, τις μαδημένες καστανιές, τους ανθρώπους που περπατούσαν βιαστικοί στους φαρδιούς γυαλιστερούς δρόμους… “΄Ολο το χαριτωμένο παιχνιδιάρικο πρόσωπο του Παρισιού τό ’βλεπα μέσα από τα κρεμάμενα νήματα της βροχής, να θαμποφέγγει και να χαμογελάει, ως καθώς βλέπουμε πίσω από τις κλωστές του αργαλειού την ανυφάντρα.

Το φως είχε τώρα λίγο αναντρανίσει, ένας ήλιος φαλακρός ανακρεμάστηκε στον παράξενο τούτον ουρανό, τον καμωμένο από μελαγχολία κι ομίχλη κι ανείπωτη τρυφεράδα. Πώς μάδησε εδώ στην ξενιτιά ο μακροχαίτης ηνίοχος της Ελλάδας! ΄Ολα τά ’γδυνε αυτός εκεί πέρα, στην πατρίδα του, και τά ’ντυνε με το φως του, έλαμπε, χωρίς κανένα μυστικό, ορατή η ψυχή σαν το κορμί πρόβαιναν από τα σκοτεινά υπόγεια κι οι δαιμόνοι, τους είχε διαπεράσει ως το μαύρο μεδούλι τους το φως κι είχαν γίνει απλοί κι αυτοί και γλυκομίλητοι, σαν άνθρωποι. Μα εδώ άλλαξε, ο ήλιος, πάει να πει άλλαξε το πρόσωπο της γης και της ψυχής, πρέπει να μάθουμε ν’ αγαπούμε το μεσοφωτισμένο μέτωπο, το διακριτικό χαμόγελο, και το κρυμμένο νόημα της καινούριας ομορφιάς.

«Τούτο είναι το νέο πρόσωπο του Θεού» συλλογίζουμουν κοιτάζοντας με απληστία τα δέντρα, τα σπίτια, τις βαμμένες γυναίκες, τις σκοτεινές εκκλησιές «σκύβω και προσκυνώ τη χάρη του!»

Μεθύσι ήταν η πρώτη μου επαφή με το νέο ετούτο πρόσωπο της γης βάσταξε μέρες και βδομάδες. Οι δρόμοι, τα πάρκα, οι Βιβλιοθήκες, τα Mουσεία, οι γοτθικές εκκλησιές, οι άντρες κι οι γυναίκες στα θέατρα και στους δρόμους, και το ψιλό χιόνι πού ’χε αρχίσει να πέφτει, στρουφογύριζαν ομπρός από τη συνεπαρμένη ψυχή μου, μεθυσμένα κι αυτά ωσότου καταστάλαξε το μεθύσι, στερεώθηκε πάλι ο κόσμος και στάθηκε.”

 


Σχολιάστε