"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Η συνάντηση με το δέντρο (Χ.ν., 14-10-19)

 

 

 

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

 

  • Μόνο το δέντρο που αντέχει στο πέρασμα των ανέμων θεωρείται πραγματικά δυνατό, επειδή, απ΄αυτόν τον αγώνα, οι ρίζες του δοκιμάστηκαν και βγήκαν πιο γερές” (Σενέκας, Ρωμαίος φιλόσοφος (4;π.Χ-65 μ.Χ)

 

ΣΤΑ ΤΕΛΗ του περασμένου μήνα εκδηλώθηκαν μαθητικές διαμαρτυρίες για την κλιματική αλλαγή παντού. Εκείνο που καταγράφηκε στη συνείδησή μας ως αντιπροσωπευτική εικόνα θυμού εναντίον των “μεγάλων” καταστροφέων του περιβάλλοντος, ήταν η εκρηκτική ομιλία της 16χρονης Σουηδής μαθήτριας και ακτιβίστριας Γκρέτας Τούνμπεργκ, στην εναρκτήρια συνέλευση του ΟΗΕ.

 

ΚΑΙ στα Χανιά, μαθητές δημοτικών σχολείων συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες για την κλιματική αλλαγή. Μας εντυπωσίασε μια αφίσα για την οικολογική αφύπνιση του λαού, συνοδευτική των εκδηλώσεων στην πλατεία της Δημοτικής Αγοράς. Σ΄αυτή (φωτό), μια ωραιόσχημη κοπέλα προστατεύει ένα δέντρο με τα δυο της χέρια.

 

ΠΡΙΝ από πολλά χρόνια, όντας στην Έκτη τάξη του Δημοτικού σχολείου, εκεί στις υπώρειες του Βερμίου, διδασκόμασταν το μάθημα της “Γεωπονίας” -ένα μάθημα αξιολάτρευτο και πλούσιο σε γνώσεις. Ήταν ακόμη αγροτική η οικονομία της χώρας και οφείλαμε να έχουμε αντίστοιχες γνώσεις, μάλιστα σκάβοντας και φυτεύοντας λουλούδια, ή δενδρύλλια, γύρω από το σχολείο. Ο αγαπητός μας δάσκαλος θέλοντας να μας εμφυσήσει την αγάπη για τη φύση και πιο πολύ για τα ανυπεράσπιστα, όπως έλεγε, δέντρα, μας διάβασε μια μέρα το ποίημα του Ζαχαρίου Παπαντωνίου “Η κατάρα του πεύκου”. Μια άλλη, το παρακάτω απόσπασμα από την “Αιολική Γη” του Βενέζη (1):

 

«… Την άλλη μέρα πολύ πρωί ξεκινήσαμε. Ο ήλιος μόλις είχε βγει. Ο μπαρμπα-Ιωσήφ πήγαινε πρώτος, με αργά βήματα, κοιτάζοντας χαμηλά τη γη, κ’ εμείς ακολουθούσαμε χαρούμενα. Συζητούσαμε τι δέντρο θα διαλέξει ο καθένας μας και κάναμε πολύ φασαρία. Τέλος συμφωνήσαμε. Η Άρτεμη διάλεξε μια αγριελιά. Δεν ήξερε να πει γιατί, αλλά πολύ αγαπούσε τη γαλήνη του ελαιώνα, το ασημένιο φύλλωμα, τους τυραννισμένους κορμούς. Εγώ διάλεξα μιαν αχλαδιά.

Φτάξαμε. Ο μπαρμπα-Ιωσήφ απόθεσε καταγής το μάτσο τις βέργες που κουβαλούσε μαζί του, τα μπόλια (…) Με σταθερό χέρι έκοψε με το μαχαίρι του κ’ έβγαλε απ’ τη βέργα, το μπόλι, ένα μέρος φλοιό σα δαχτυλίδι. Με το ίδιο μαχαίρι χάραξε το αγριόδεντρο, και στη θέση της φλούδας που βγήκε έβαλε το κομμάτι το φλοιό της βέργας. Κ’ ύστερα έδεσε σφιχτά το ξένο σώμα στο σώμα του δέντρου. Τελείωσε (…) Πάλι κοίταξε κατά το μέρος του ήλιου. Και πάλι, τρέμοντας, προσευχήθηκε:

Σ’ ευχαριστώ που αξιώθηκα και φέτος να μπολιάσω δέντρα…

Κ’ έπειτα στρέφοντας σ’ εμένα, γαλήνια:

Αυτό είναι, γιε μου, είπε. Σου το παραδίνω το δέντρο σου. Να τ’ αγαπάς σαν πράμα του Θεού.

Ήταν ιερότητα πολλή στη στιγμή και στην έκφρασή του, που μας συνέπαιρνε κ’ εμάς τα παιδιά, ασυναίσθητα. Μα δεν καταλαβαίναμε καλά για ποιο λόγο. Τι είχε γίνει; Ένα κομμάτι φλούδα από μια βέργα κόλλησε πάνω στο άγριο δέντρο. Τίποτ’ άλλο δεν είχε γίνει.

Κοιτάζαμε το γέροντα απορώντας. Κ’ εκείνος, σα να μάντευε το τι γινόταν μέσα μας, γυρίζοντας σ’ εμένα:

Βάλε τ’ αυτί σου απάνω στο δέντρο, μου είπε.

Πλησίασα το κεφάλι μου κι ακούμπησα το αυτί μου καταπώς μου είπε. Έφερε κ’ εκείνος το πρόσωπό του, το ακούμπησε κι αφουγκράστηκε. Έτσι κοντά τα πρόσωπά μας σα ν’ άγγιζαν το ένα τ’ άλλο.(…)

Ακούς τίποτα;… μου ψιθυρίζει η φωνή του απ’ το βάθος της μαγείας.Τίποτα. Όχι. Τίποτα δεν άκουγα.

Όμως εγώ ακούω!… μουρμούρησε.

Κ’ έπειτα μου εξήγησε πως άκουγε το αίμα του δέντρου, απ’ όπου είχε πάρει τη φλούδα το μπόλι, να τρέχει αργά μες στο αίμα του άγριου κορμού, ν’ ανακατεύεται μέσα του, αρχίζοντας έτσι την πράξη του θαύματος, τη μεταμόρφωσή του.

Άμα θ’ αγαπήσεις πολύ τα δέντρα, τότε θ’ ακούς κ’ εσύ, μου είπε. Θα τ’ αγαπήσεις, παιδί μου; Του το υποσχέθηκα.

Θα τ’ αγαπώ, μπαρμπα-Ιωσήφ.

Θα τ’ αγαπήσεις, Άρτεμη;

Θα τ’ αγαπώ, μπαρμπα-Ιωσήφ.»

 


 

Ο ΚΑΛΟΣ εκείνος δάσκαλος δεν άργησε να μας βάλει να φυτέψουμε ο καθένας από ένα δέντρο της αρεσκείας του. Εντολή του; Να το αγαπούμε και να το φροντίζουμε σαν να ήταν δικό μας! Από δω και πέρα, έλεγε, θα έχουμε την ευθύνη για τη ζωή του! Φύτεψα μια βελανιδιά, επειδή μου άρεσε το πυκνό φύλλωμα κι ο σκληρός κορμός της. Όσο ήμουν εκεί, στην Παιδόπολη, τη φρόντιζα και την έβλεπα με καμάρι που μεγάλωνε.

 

ΜΕΤΑ από 20 χρόνια, στην πρώτη συνάντηση συμμαθητών στο παλιό σχολείο μας, ξανασυνάντησα το δέντρο “μου”! Μεστωμένο, ρωμαλέο, ψηλό, αγνώριστο με τη χοντρή φλούδα και το σκουρόχρωμο φύλλωμά του. Το απομεσήμερο έκατσα στον ίσκιο του. Σαν άλλος Παπαδιαμάντης (2) ή Πωλ Βαλερύ (3) στοχάστηκα για λίγο. Βράδιασε. Νωθρό το καλοκαίρι, ζεστό, με τους ξάστερους ουρανούς του: η σελήνη ανέβαινε στον ορίζοντα, ενώ ο γαλαξίας και τ΄αστέρια με παρέσερναν σε άλλους κόσμους. Κάρφωσα το βλέμμα μου στον Πολικό Αστέρα ώσπου να ανταμώσω την Πούλια και τη Μνημοσύνη: ενδόμυχα πίστευα πως εκεί κατοικούσαν οι απογενόμενοί μου. Καταφυγή και οδηγός μου τώρα η βελανιδιά -η “άνασσα” των στοχασμών και των ονειροπολήσεών μου:

 

…ΤΑ ΜΑΤΙΑ μου βάρυναν. Έπεσα σε λήθαργο. Νόμισα πως σκαρφάλωσα ως την ψηλότερη κορφή της βελανιδιάς. Από κει έστελνα χαιρετισμούς στ’ αγαπημένα μου πρόσωπα που “έφυγαν”. Το δέντρο άνοιξε διάπλατα τα σπλάχνα του προεκτείνοντας τα κλαδιά του όσο μπορούσε. Αισθανόμουν τις ρίζες του να φουσκώνουν, να με σηκώνουν ψηλά ώσπου να φτάσω στον ουρανό. Άγγιξα τα πρώτα αστέρια. Πρωτόγνωρη αίσθηση, πρωτόγνωρη γνώση, μοναδική καταλλαγή!

 

ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ τη βελανιδιά μου για το “ταξίδι” που μου πρόσφερε σε μυστηριώδεις άβατους χώρους. Είχα την αίσθηση πως τα φύλλα του δέντρου είχαν γίνει νούφαρα μνήμης στην επιφάνεια της λίμνης της λήθης. Το έχουν αυτό τα δέντρα… Ξαφνικά, νυχτιάτικο αγέρι φύσηξε στα κλαδιά κι ένα παράξενο τραγούδι ξεκίνησε: ο ύμνος των αόρατων χυμών ζωής που τραγουδούσαν οι δρυάδες! “-Άκου!”, μου είπε η βελανιδιά… Θαρρούσα πως ένα καθάριο ρυάκι κυλούσε δίπλα μου, πως άκουγα την καρδια όλου του κόσμου να πάλλεται μέχρι και την τελευταία φλέβα του δέντρου. Ο ύμνος των νυμφών ήταν αίνος στο Θεό! Να ήτανε άραγε, μια προσευχή γι αυτό το θαύμα της ζωής που εκείνη την ώρα ανανενεωνόταν; Για μια στιγμή, η αέναη κίνηση των χυμών του δέντρου συντονίστηκε αρμονικά με τον αίνο και το αίμα που κυλούσε στις φλέβες μου. Ένιωσα μια ανείπωτη πληρότητα.

 

… Η ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ μού στάθηκε πολλές φορές δάσκαλος αναστοχασμού. Όσες φορές βρισκόμουν σιμά της, πάντα μάθαινα κάτι. Αν μπορούσε, θα μου έλεγε πως τίποτε στη φύση δεν μένει όπως είναι. Και πως κάθε φθορά φέρνει μαζί της μια νέα ζωή. Πως κάθε θάνατος ενέχει μέσα του κιόλας την ανανέωση.

 

ΣΑΝ άλλος “Απόκοπος” του Μπεργαδή, φαίνεται πως αποχαυνώθηκα από το άρωμα του δέντρου “μου” και το τραγούδι του! Ξανάνιωσα τα κλαδιά του να κλείνουν τρυφερά γύρω μου, να χαμηλώνουν,να με απιθώνουν απαλά στο χώμα”

 


 

ΔΕΝ υπάρχει ίσως τίποτε πιο χαλαρωτικό από έναν ύπνο στη σκιά ενός δέντρου… Ο Γερμανός δασολόγος Peter Wohlleben (4) στο πολυδιαβασμένο και μεταφρασμένο σε 35 γλώσσες βιβλίο του, ”Η μυστική ζωή των δέντρων” (2016) μας αποκαλύπτει πως η φαινομενική γαλήνη ενός δάσους δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα: τα δέντρα αποτελούν ένα άγνωστο και “μυστηριώδες σύμπαν”. Διεξάγουν αδυσώπητους αγώνες επιβίωσης, ανταλλάσσουν μηνύματα, συναισθήματα· φροντίζουν μικρά δέντρα, άρρωστα και “ηλικιωμένους”, έχουν μνήμη, υπερασπίζονται τον εαυτό τους, πονούν, “μιλούν”! Τί μας ζητούν; Σεβασμό στα δικαιώματά τους -αν δεχόμαστε ότι έχουν δικαιώματα- λίγη φροντίδα και πολλή αγάπη, ώστε να συνεχίσουν να υπάρχουν. (12/10/19)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

-(1)Ηλίας Βενέζης (“Αιολική Γη”, 33η εκδ., Εστία, 1994- Κιμιντένια, σελ. 58-60)

 

-(2)-Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ούς, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. (…) Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.(Αλ. Παπαδιαμάντης, Άπαντα, τ. 3, κριτ.έκδ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος, Αθήνα 1989).

 

-(3) Paul Valery, Διάλογος για το δέντρο”, μτφρ. Κλαίρης Μητσοτάκη, εκδ. ΑΓΡΑ,, 2007

 

-(3)Peter Wohlleben, Η μυστική ζωή των δέντρων”, Πατάκης, 2η έκδ., 2016

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Σχολιάστε