"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

H γλώσσα του μετανάστη

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Οι “γλώσσες” του μετανάστη

21-02-2011 ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ  Γράφει ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΛΑΪΤΖΟΓΛΟΥ, stcloris@yahoo.com

ΤΑΞΙΔΙ επιστροφής. Θεσσαλονίκη – Αθήνα. Φθινοπωρινό βράδυ, με πούλμαν του ΟΣΕ. Ελάχιστοι επιβάτες. Οι περισσότεροι είναι ξένοι μετανάστες: με το κινητό στο χέρι και την απέραντη μελαγχολία στο βλέμμα. Κατεβαίνουν στην Αθήνα, για  μια καλύτερη τύχη… Ετσι τους λένε οι συμπατριώτες τους… Το κασετόφωνο του οδηγού ‘τσιρίζει’ παλιά λαϊκά της δεκαετίας του ’50 – ’60, με Καζαντζίδη, Γαβαλά, Διονυσίου ή Μαρινέλλα. Τραγούδια του καημού της ξενιτιάς, της προσφυγιάς, του αποχωρισμού. ΔΥΟ γυναίκες μεσήλικες κάθονται στα καθίσματα, πίσω απ’ τον οδηγό. Ταξίδι ρουτινιάρικο, νυσταλέο. Τα φώτα της πόλης παιχνιδίζουν με τα φυμέ τζάμια του λεωφορείου. Τα δέντρα της Μοναστηρίου «τρέχουν», οι φωτεινές επιγραφές των μαγαζιών λιγοστεύουν. Κάθομαι μόνος λίγο πιο πίσω απ’ τις δυο κυρίες που συνομιλούν: άλλοτε με σπασμένα ελληνικά, πιο πολύ στη μητρική τους γλώσσα. Προφανώς βαλκανική. Καμιά φορά υψώνουν τη φωνή, ή η μιά σιγοψιθυρίζει στ’ αυτί της άλλης κάτι και κρυφογελούν.  Περασμένη η ώρα και το σκαμπανέβασμα του λεωφορείου σε προδιαθέτει για γλυκό ύπνο.
ΞΑΦΝΙΚΑ, μια αγριοφωνάρα με «ξιπάζει». Είναι ο οδηγός που στραμμένος στις δυο αλλοδαπές γυναίκες έλεγε:
«- Σταματήστε να μιλάτε αλβανικά!… Είστε στην Ελλάδα και πρέπει να μιλάτε μόνον ελληνικά»! Τόνισε εκείνο το «πρέπει» και «μόνον» τόσο αυταρχικά που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Οι γυναίκες πάγωσαν. Σιώπησαν μια στιγμή. Σε λίγο ξανάρχισαν να μιλούν στη γλώσσα τους. Πιο ήσυχα αυτή τη φορά. Ο οδηγός όμως, έξω φρενών, ξαναγύρισε προς τη μεριά τους και αγριεμένος τους έκοψε τη φόρα:
«-Δεν σας είπα ότι στο λεωφορείο «μου», πρέπει να μιλάτε ελληνικά; Τι θέλετε, δηλαδή, να σας κατεβάσω κάτω…; Εδώ δεν είναι Αλβανία»!
ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΑ την απαράδεκτη συμπεριφορά του και τον ρώτησα, όσο πιο ευγενικά μπορούσα:
«- Τι σας ενοχλεί που μιλούν τη γλώσσα τους; Επειδή είναι βαλκάνιοι μετανάστες;… Αν είχατε Άγγλους, Γάλλους ή Γερμανούς, θα τολμούσατε να τους πείτε τα ίδια; Να μη μιλούν τη γλώσσα τους στο λεωφορείο;».
Με αγριοκοίταξε για μια στιγμή, μουρμούρισε κάτι σαν βρισιά και δεν είπε τίποτε άλλο. Εγώ, όμως, πρόσθεσα με λίγο θράσος και περισσότερο θυμό:
«- Ούτε και το λεωφορείο είναι δικό «σου», κύριε!… Είναι δημόσιας χρήσεως κι απ’ τη στιγμή που οι δυο γυναίκες έχουν πληρώσει κανονικά το εισιτήριό τους, δεν έχεις κανένα δικαίωμα να τις απειλείς ότι θα τις κατεβάσεις κάτω… Για ποιο λόγο; Ούτε καπνίζουν, ούτε ενοχλούν κανένα…». Και το αποκορύφωμα της πρόκλησής μου ήταν, όταν πρόσθεσα:
«- Και που είσαι; Σε παρακαλώ να χαμηλώσεις το κασετόφωνο για να κοιμηθούμε…»!
… ΠΟΥ ΝΑ με πάρει ο ύπνος μετά απ’ αυτό το… ήρεμο ξεκίνημα. Προσπαθούσα να καταλάβω το σκεπτικό του οδηγού. Πού είχε «δίκαιο» και πού «άδικο»; Ποιος, ή τι του έδινε  το δικαίωμα να αντιμετωπίζει έτσι δυο ξένες εργαζόμενες; Για ποιο λόγο αισθανόταν τέτοια απέχθεια ακούγοντας στο λεωφορείο «του» να μιλούν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε; Δεν ξέρω πώς θα ένιωθε ο ίδιος, αν βρισκόταν σε ξένη χώρα και κάποιος του απαγόρευε να μιλήσει τη μητρική του γλώσσα!
ΜΗΠΩΣ σαν απλός άνθρωπος αγνοούσε το πόσο αναπόσπαστο στοιχείο επικοινωνίας είναι η μητρική μας γλώσσα σ’ έναν ξένο τόπο; Γιατί άραγε θεωρούσε πάλι ότι στην Ελλάδα, όλοι (;) οι ξένοι είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν και να ομιλούν ελληνικά; Αδυνατούσα να αντιληφθώ τι είναι αυτό που μας κάνει να θεωρούμε άλλες γλώσσες μειονοτικές, «γλώσσες μεταναστών» -άρα, κατώτερες, και άλλες «γλώσσες εξευγενισμένες»- άρα αξιοσέβαστες!
***
Η ΜΗΤΡΙΚΗ γλώσσα είναι ό,τι πολυτιμότερο κουβαλάμε αφότου γεννηθούμε. Είναι η ταυτότητά μας. Δε λησμονώ που κάποτε ένας παιδικός μου φίλος, έχοντας επιστρέψει απ’ το «Σιδηρούν Παραπέτασμα» (μέσα δεκαετίας του 1950), επισκέφτηκε συγκινημένος το χωριό του. Μετά από 8 χρόνια απουσίας, με το λεγόμενο «παιδομάζωμα», πήγε να βρει τους συγγενείς του. Μιλούσε αρκετά καλά τα ελληνικά, αλλά και τη γλώσσα της χώρας στην οποία είχε «φιλοξενηθεί». Επανερχόμενος στην παιδόπολη όπου ήμασταν, τον βρήκα φοβερά αναστατωμένο. Μου εξομολογήθηκε κλαίγοντας πως οι συγγενείς στο χωριό τού είπαν πως τα ελληνικά δεν ήταν η… μητρική του γλώσσα!
- «Μα, αφού με αυτά γεννήθηκες και μεγάλωσες, με αυτά εκφράζεσαι, αυτά μιλάς καλύτερα κι από μένα», του είπα. Δεν ξέρω, αν τον έπεισα. Αλλά, η πρώτη αμφισβήτηση της ταυτότητάς μας δεν είναι, άραγε, η αμφισβήτηση της μητρικής μας γλώσσας;
ΓΛΩΣΣΑ και πατρίδα είναι έννοιες ταυτόσημες. Πατρίδα μας είναι η γλώσσα μας. «Πατρίδα μου -απαντά σε ανάλογη ερώτηση ο νομπελίστας Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ- είναι η τουρκική γλώσσα, είναι μέσα στα κύτταρά μου, στα κόκαλά μου, παντού»… Όσες γλώσσες κι αν μάθουμε, στη μητρική θα προσευχηθούμε, σε αυτήν θα πούμε «Παναγία, βόηθα με», σ’ αυτήν θα αγανακτήσουμε.
Η ΜΗΤΡΙΚΗ γλώσσα είναι το όχημα και το κέλυφός μας. Με αυτήν εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, σ’ αυτή γίνονται οι πρώτοι συνειρμοί λέξεων και αντικειμένων. Αν συμβεί να ζούμε σε μια άλλη χώρα, πιθανόν η σκέψη μας να ακολουθεί μηχανικά το λειτουργικό της άλλης γλώσσας… Όμως, όπως υποστηρίζει ο Ζορζ Ντυαμέλ,  Γάλλος συγγραφέας, «Ρωτάμε συνήθως κάποιον πολύγλωσσο «σε ποια γλώσσα σκέφτεται;», ενώ εγώ θα του ’κανα μάλλον την ερώτηση «σε ποια γλώσσα υποφέρει;». Σίγουρα θα μου απαντούσε, στη μητρική». Κι αυτό, επειδή στη «δεύτερη γλώσσα» οι λέξεις  είναι πιο απομακρυσμένες απ’ ό,τι όταν τις χρησιμοποιούμε με την ίδια έννοια στη μητρικής μας.
«ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ» δίγλωσσοι διάσημοι συγγραφείς (έτσι σκόρπια) είναι οι Μπέκετ, Ιονέσκο, Μίλαν Κούντερα, Αξελός, Αλεξάκης, Καζαντζάκης («Ο Βραχόκηπος») κ.λπ. Ο δε «ημέτερος» Γκαζμέντ Καπλάνι (αλβανικής καταγωγής, εξαίρετος δημοσιογράφος των «Νέων») χρησιμοποιεί την ελληνική πολύ καλύτερα από πολλούς μας. Αυτό σημαίνει, όπως λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας Εμίλ Σιοράν         -«γαλλόφωνος» Ρουμάνος-  «δεν κατοικούμε μια χώρα, κατοικούμε μια γλώσσα. Αυτή είναι η πατρίδα, και τίποτε άλλο».
ΤΗ ΣΧΕΣΗ μητρικής και «δεύτερης γλώσσας», να πως την καθορίζει ο Γκαζμέντ Καπλάνι (1): «Νομίζω ότι το να γράφεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου    -όπως τα ελληνικά- αποτελεί παγίδα και προνόμιο μαζί. Παγίδα γιατί κάθε φορά που δεν σου αρέσει αυτό που γράφεις, έχεις τον πειρασμό να φορτώνεις την αποτυχία σου στην «ξένη» γλώσσα (…). Από την άλλη, αποτελεί προνόμιο γιατί η σχέση μαζί της παραμένει μια σχέση μόνιμης περιέργειας. Δεν την παίρνεις ποτέ ως δεδομένη. Γιατί δε σου δόθηκε. Την κατέκτησες. Ψάχνεσαι και την ψάχνεις συνέχεια. Ποτέ δε θα γίνει δική σου με τον ίδιο τρόπο που είναι η μητρική γλώσσα (…) Η σχέση με τη μητρική γλώσσα, νομίζω, εμπεριέχει πάντα το στοιχείο της ρουτίνας και της βαρύτητας. Η σχέση με την «ξένη» γλώσσα δε γίνεται ποτέ ρουτίνα. Σου χαρίζει μια αίσθηση ελαφρότητας και ελευθερίας, μια επιθυμία παιχνιδιού και κατάκτησης. Η σχέση με τη μητρική σου γλώσσα μοιάζει με τη μητρική στοργή. Εκείνη με μια ξένη γλώσσα που κατέκτησες μοιάζει με την ερωτική…».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Gazmend Kapllani,  «Με λένε Ευρώπη», εκδ. Λιβάνη, 2010.


Σχολιάστε