"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Αγαπημένο μου σώμα…!

 

Αγαπημένο μου σώμα…!

(Ψυχής μονόλογος)

  • «Παίξε μια σκαπεθιά στη γη να δεις ανθρώπου χάλι…
  • Να δεις είντα ’πογίνουνται τα πλούτη και τα κάλλη…» (κρητική μαντινάδα)

«-ΚΑΛΑ φτάσαμε ως εδώ», λέει η ψυχή στο σώμα «της» που κείτεται άψυχο! «Ωρα να πούμε το στερνό αντίο… Καθόλου εύκολο, μετά από δεκάδες χρόνια συμβίωσης… Ελαφρότερο εσύ από το δικό μου βάρος (1) θα επιστρέψεις. Θα γίνεις ένα με το χώμα. Θα ζυμωθείς με τα υλικά από τα οποία φτιάχτηκες. Όπως το λένε οι Γραφές (2)»

«-ΧΩΡΙΖΟΥΜΕ…! Οριστικά ή όχι, ποιος ξέρει; (3). Εσύ, θα διαλυθείς στα “«εξ ων συνετέθης” όπως λέει η νεκρώσιμη ακολουθία. Θα ξαναδώσεις, έπειτα, ζωή σε άλλα πλάσματα. Θα γίνεις, με τον καιρό, η πρώτη ύλη. Θα φυτρώσουν νέες ρίζες φυτών και καινούργιοι βλαστοί: θα ανθίσουν νέα λουλούδια, νέοι καρποί που θα θρέψουν νέες γενιές ανθρώπων. Μα, και σποδός να γίνεις (4), πάλι εδώ θα είσαι: είτε λίπασμα ή κόκκος άμμου γίνεις, είτε μόριο του αέρα ή σταγόνα της βροχής, πάντα και παντού παρόν θα είσαι… Ίσως και να στολίζεις, μέσα σε κάποια βαρύτιμη λήκυθο ή λάρνακα, κάποιο σαλόνι!

«-ΝΑΙ, αγαπημένο μου σώμα! Τίποτε στη φύση δεν χάνεται. Το λέει κι ο φιλόσοφος, ρωμαίος αυτοκράτορας, ο Μάρκος Αυρήλιος (5). Όλα μεταπλάθονται, όλα ξαναζωντανεύουν, όλα δίνουν νέα ζωή σε νέα όντα. Έτσι είναι του κύκλου της ζωής «το γύρισμα», και το ανεβοκατέβασμα του κόσμου…

«-ΟΣΟ για μένα…, ε, ήρθε κι η ώρα μου… Φεύγω κι εγώ από τούτον τον κόσμο… Σπάω το κέλυφός μου και πετώ… Χάνομαι. Πού πάω; Μήπως ξέρω κι από πού ήρθα; Ήρθαμε μαζί στον κόσμο, σώμα μου, από μια άβυσσο (6). Εσύ, ξαναγυρίζεις στη δική σου.

Κι εγώ πορεύομαι στο πουθενά και στο παντού που ’ναι ο Θεός. Σε μια άλλη διάσταση, με άλλες αισθήσεις, σε άλλους τόπους, με άλλα όντα…

«-ΟΜΩΣ, σε ευχαριστώ που με συντρόφεψες στην γήινη πορεία μου… Μου ’δωσες την ευκαιρία, με τις πέντε γήινες αισθήσεις σου, να απολαύσω ό,τι ωραίο «μάς» πρόσφερε η συνύπαρξή μας. Εσύ, με τα πάθη και τις απολαύσεις της σάρκας, εγώ με τη συνείδηση και το πνεύμα σου.

«-ΞΕΡΩ…, δεν μπορείς πια να μιλήσεις. Ούτε καν να με ακούσεις… Πού να γευτείς τώρα, να οσφρανθείς, να αγγίσεις εκείνα τα ωραία μας; Εκλεισαν ερμητικά «οι πόρτες»… Γράψανε οι εφημερίδες για “ακαριαίο χτύπημα” και “άμεσο” θάνατο… Και μένεις πια αμήχανο. Χωρίς να ξέρεις με ποιους λογίζεσαι; Πού βρίσκεσαι;… Με τους «πανωμερίτες» ή με τους «κατωμερίτες»; Μόνον εγώ, το alter ego σου, θα είμαι δίπλα σου, όσο θα είσαι σώμα. Ωσπου να γίνεις, με το χρόνο, θολή «χωμάτινη» ανάμνηση για τους κατοπινούς σου. Ασπρόμαυρη φωτογραφία στο μυαλό τους… Ποιος; Εσύ που μόλις πριν έσφυζες από ζωντάνια. Σιμά σου, σώμα μου, ώσπου να γίνεις χυμός στα δέντρα, το πρώτο αίμα στις φλέβες άλλων σε ένα ή περισσότερα σώματα (7).

«-ΑΝΑΘΙΒΑΝΩ τις μικρές χαρές που η ζωή μάς πρόσφερε. Θυμήσου τες για λίγο: -Πώς άστραφτε το βλέμμα σου κάθε φορά που έβλεπες την ομορφιά τριγύρω σου, και πόσο το ευχαριστιόμουνα κι εγώ κοντά σου; Πώς γέλαγε όλη η φύση σ΄ ένα τρανταχτό χαμόγελο, σε μια διασκέδαση με την παρέα, στις σελίδες ενός σπουδαίου βιβλίου, σε μια απίθανη δύση, σ΄ ένα ανοιξιάτικο λουλούδι, στο μεθυστικό θυμάρι του Αυγούστου, στην άγουρη νέα ομορφιά των δεκαοχτάρικων… -Θυμήσου πώς αντίκρισες το απαλό δέρμα του νεογέννητου εγγονού σου! Την άφατη χαρά, όταν αργότερα τα χειλάκια του σε πρωτοφίλησαν! Θυμήσου τον πρώτο έρωτά σου, την ατέλειωτη νύχτα του “πολέμου” των κορμιών.

Και ακόμη, την υπέροχη δροσιά της θάλασσας του κρητικού καλοκαιριού, ή το ριπίδι του χειμωνιάτικου αγέρα. Το λεπτό σαν υφάδι χάδι της βροχής. Θυμήσου, και το καυτό χέρι του βαριά άρρωστου φίλου στο νοσοκομείο. Θυμήσου το ψυχρό μέτωπο της μάνας που έφυγε ξαφνικά, το ατέλειωτο δάκρυ και το λυγμό σου… Θυμήσου τόσες και τόσες άχρηστες μα και πολύτιμες λέξεις. Τα τόσα αντιφατικά σου συναισθήματα. Όλα πια τώρα πάγωσαν!

«-ΤΙ απομένει, φίλε μου, όταν φεύγουμε…;

«-ΙΣΩΣ το μόνο που μπορούμε να θυμόμαστε, όταν σβήσουν όλα γύρω μας, είναι αυτό που είπε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες: «Οταν το τέλος πλησιάζει, δεν μένουν πια αναμνήσεις εικόνων. Μένουν μόνο λέξεις. Δεν είναι διόλου παράξενο ότι ο χρόνος έχει συγχύσει αυτές που κάποτε με αντιπροσώπευαν με εκείνες που υπήρξαν σύμβολα της μοίρας του ανθρώπου που με συνόδευσε τόσους αιώνες. Ήμουν ο Όμηρος. Σύντομα, θα΄ μαι ο Κανένας. Όπως ο Οδυσσέας. Σύντομα, θα είμαι όλοι. Θα είμαι νεκρός».

«… ΚΙ ΟΜΩΣ, αγαπημένο μου σώμα. “Φεύγουμε”, όπως ερχόμαστε. Τελειώνουμε, όπως αρχίζουμε. Μόνο κάτι σπασμένες σκέψεις μας, κάτι μισόλογα (ίσως ένας «καλός» μας λόγος) και μερικές από τις πράξεις μας, θα είναι οι καλύτερες αναμνήσεις/αποτυπώματα που θα έχουμε αφήσει εδώ… Λέω ίσως. (13/6/14)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) «Τα 21 Γραμμάρια»: Κινηματογραφική ταινία του Αλ. Γκονζάλες Ιναρίτου (2003), με τον Σον Πεν. Στην ταινία, μεταξύ άλλων, μαθαίνουμε και το «πραγματικό βάρος» της ψυχής!

-(2) «Το «χους εσμέν και εις χουν απελευσόμεθα» έχει για περιεχόμενο όλο τον αρμαθό των προσκαίρων ματαιοτήτων μας, αυτό που θα σπαρεί για να φθαρεί, και ν” ανθίσει απ΄ αυτό η μεγάλη Μεταλλαγή μας». (Τ.Κ. Παπατσώνης, στο «Όπου ην Κήπος»)

-(3) «Ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, κατά την άποψή μου, παρά ο χωρισμός δυο πραγμάτων μεταξύ τους: της ψυχής από το σώμα» (Πλάτων (427-347), στο Γοργία, 524 Β)[«Ο θάνατος τυγχάνει ων, ως εμοί δοκεί, ουδέν άλλο ή δυοίν πραγμάτοιν διάλυσις, της ψυχής και του σώματος απ' αλλήλου».

-(4) Καύση νεκρών. Σποδός =στάχτη.

-(5) «Ω φύσις/ εκ σου πάντα, εν σοι πάντα, εις σε πάντα» (Μάρκος Αυρήλιος, στο «Τα Εισεαυτόν»)

-(6) Ν. Καζαντζάκης, «Ασκητική» [Πρόλογος]: «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο∙ καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο∙ το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».

-(7) «Το μόνο που υπάρχει, έλεγε, είναι το σώμα μας, γεννημένο για να ζήσει και να πεθάνει υπό συνθήκες διαμορφωμένες από σώματα που έζησαν και πέθαναν πριν από μας…» (Φίλιπ Ροθ, «Καθένας», εκδ. Πόλις, σελ. 66, Αθήνα, 2006)

(Δευτερα, 16-6-14)


Σχολιάστε