"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Tο σχολείο στην Παιδόπολη (Καλή Παναγιά, 1950-1953)

 

 

 

 

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ στην Παιδόπολη “Καλή Παναγιά” στάθηκε για μας ένα πραγματικό πρώτο «σχολείο» μύησης σε όλα.

Είχαμε την καλή τύχη να ζούμε στο ύπαιθρο όλα τα χρόνια (1950-1954) και όλα γύρω μάς μιλούσαν με τη γλώσσα του Θεού: το γύρισμα των εποχών, η θέση των άστρων στον ουρανό, οι εργασίες κάθε μήνα…



Πρώτ΄απ΄όλα ήταν οι δασκάλες και οι δάσκαλοί μας. Έπειτα οι οιμαδάρχες/ομαδάρχισσες και κυρίως το αρχηγικό επιτελείο, με την κα Άννα Στεφανίδου-Παπαδοπούλου, αρχηγό και υπαρχηγό τη “φοβερή” κα Κοπανίδου με τη στεντόρεια φωνή της που ακουγόταν και στα δυο συγκροτήματα.

Υπέροχοι άνθρωποι όλοι τους. Όση αυστηρότητα κι αν είχαν λόγω ευθύνης, η αγάπη τους για μας προπορευόταν. Όχι ότι δεν υποήρχαν και τιμωρίες και μάλιστα αυστηρές.

Η Χρυσούλα Κωστή, δασκάλα μου-στην Γ’ και Δ’ τάξη-,  οι κ.κ Θεοδωρίδης και Παντρεμένος στις Ε’ και Στ’ τάξεις ήταν θαυμάσιοι δάσκαλοι, αφοσιωμένοι στο έργο τους και υπέροχοι άνθρωποιστη συμπεριφορά τους. Δεν τους αγιοποιώ, αλλά ίσως η συγκυρία τους έκανε να είναι πολύ προσεκτικοί απέναντί μας..

Η διδασκαλική…αυστηρότητά τους πνιγόταν μέσα στην αγάπη και το ενδιαφέρον τους να μάθουμε. και οι ίδιοι ξέρανε τι σημαίνει να είσα ορφανός, άσχετα αν είσα παιδί αντάρτη ή “εθνικόφρονα”.

Μικρά ανταρτόπληκτα, καθόμασταν και τρεις τρεις στα παλιά ξύλινα θρανία-τόσο αδύνατα ήταν τα σώματά μας. Ο Πρόδρομος, ο Σπύρος και εγώ καθόμασταν σχεδόν μέχρι την ΣΤ’ τάξη μαζί στο πρώτο μεσαίο θρανίο. Κάθε τάξη είχε τρεις σειρές από  5 περίπου θρανία.

[Στη φωτογραφία η κα Κοπανίδου με την τάξη της (ΚΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ):φωτογραφία από τη συλλογή του Λέοντα Γερασίμου που τον ευχαριστούμε και στον οποίο ανήκουν τα δικαιώματα]

 

 

Οι γονείς του Πρόδρομου- του Μάκη, του καλύτερου παιδικού μου φίλου- ήταν αντάρτες. Ο πατέρας του μάλιστα είχε φύγει στο λεγόμενο Σιδηρούν Παραπέτασμα (ανατολικές χώρες) με πολλούς άλλους, μετά την ήττα στο Γράμμο. Ποτέ δεν τον ξαναείδε, σε όλη τη μετέπειτα ζωή του.

Ο Μάκης  μας άφησε δυστυχώς νωρίς, από εγκεφαλικό το 1997 στη Θεσσαλονίκη, με αυτόν τον καημό και τον καημό του αδελφού του Ανέστη.

[Από πρωινή έπαρση σημαίας στην Καλή παναγιά-φωτογραφία του Δ. Χαρισιάδη]

Στα θρανία τα παιδοπολίτικά κανείς δεν μας ξεχώριζε, κανείς δεν μας θύμιζε τους γονείς μας, κανείς δεν ενδιαφερόταν για την ιδεολογία τους. Οι δάσκαλοί μας έκαναν το μάθημά τους με όρεξη, κέφι και επιμονή να μάθουμε.

Τα μαθήματα ήταν τα κλασικά, τα διδασκόμενα σε όλη την Ελλάδα: Γλώσσα, Θρησκευτικά, Νεοελληνική λογοτεχνία, Γεωγραφία, Ιστορία, Αριθμητική, Γεωμετρία, Γεωπονία κ.λπ. Και όχι μόνο μέσα στην τάξη… Τα βιβλία μας ήταν παλιά, πολυχρησιμοποιημένα. Είχαμε και ένα γενικό παλιό που το λέγαμε “Απασα-ύλ” και αφορούσε άπασα την ύλη της τάξης!

Όμως η όρεξη για μάθηση εύρισκε κι άλλους δρόμους, έξω από το φτωχό βιβλίο. Ήταν εμπειρικά μαθήατα, ήταν πολλά εξωσχολικά αναγνώσματα, ήταν οι λέσχες (δυο) με πολλά και ωραία εξωσχολικά βιβλία.

Γι αυτό και μάθαμε.  Πήραμε γνώση απ΄ τα βιβλία (τα λίγα), γνώση και αγάπη για τη φύση: εκδρομές στα γύρω χωριά και την ύπαιθρο (Φυτιά, Τουρκοχώρι κ.ά.), δενδροφυτεύσεις, καλλιέργεια κήπων, κοινωνικοποίηση /«πρόβα» για τη ζωή  (θέατρο), επισκέψεις στη Βέροια και αλλού).

Στους θαλάμους τα κρεβάτια μας ήταν σιδερένια και διπλά (το ένα πάνω στο άλλο) . Όπως στο στρατό. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχαμε στρατιωτικό πρόγραμμα, όπως πολλοί θέλουν να ισχυριστούν.  Ποτέ δεν αισθανθήκαμε να είμαστε “στρατιωτάκια” κανενός.

Κατασκηνωτικό ναι, το πρόγραμμα, στρατιωτικό όχι. Όλες οι βασικές λειτουργίες γινόντουσαν με τη σάλπιγγα. Βλέπετε η Παιδόπολη αποτελούνταν από 9 ομάδες που ήταν διασκορπισμένες σε δυο συγκροτήματα (Πάνω και Κάτω). Ήταν σαν ένα μικρό χωριό, που, όπως ο ταχυδρόμος της εποχής είχε το κηρύκειο και σάλπιζε για τα γράμματα, το ίδιο η σάλπιγγα μάς μηνούσε φαγητό, έπαρση ή υποστολή σημαίας, πρωινή συγκέντρωση, μεσημβρινό, βραδινό, προσευχή, σιωπητήριο κ.λπ.

Εγερτήριο το πρωί νωρίς με σάλπιγγα από τον κ. Χατζόπουλο τον μουστακαλή ή τους αδελφούς Στανίτσα, στρώσιμο των κρεβατιών. πλύσιμο στις βρύσες, βούρτσισμα δοντιών, ντύσιμο, επιθεώρηση,  έπαρση σημαίας (στο γήπεδο), πρωινό ρόφημα, σχολείο, δεκατιανό, παιχνίδι, προσευχή, μεσημβρινό, ξεκούραση/ύπνος, δειλινό, μελέτη, παιχνίδι. Βραδινό, προσευχή, ύπνος.

Τα Σάββατα, μετά το σχολείο, τίναγμα κουβερτών, γενική καθαριότητα, μπάνιο στα ομαδικά λουτρά με πράσινο σαπούνι και ζεστό νερό κι έπειτα ξεκούραση. Τα καλοκαίρια είχαμε τις “πυρές” στο γήπεδο, δηλαδή μεγάλες φωτιές και γύρω εμείς, με σκετς, παιχνίδια και φαγητό σε στιλ πικ-νικ. Τις Κυριακές πηγαίναμε  στην εκκλησία (Μονή Δοβρά-Καλή Παναγιά που ήταν στο κέντρο της Παιδόπολης), έπειτα στις λέσχες-αναγνωστήρια, όπου μας περίμεναν δεκάδες βιβλία και επιτραπέζια παιχνίδια (ντομινό, “δεκαεξάρα”, τόμπολα, κ.ά.

Είχαμε και Αναρρωτήριο με νοσοκόμες για κάθε ασθένεια και χτύπημα.

Τα “εξωτερικά” παιχνίδια μας ήταν  το ξυλοτόπι, μπίλιες (γκαζιες), κατρακύλες, πατίνι, κότσια, σβούρα, σφεντόνες (τσατάλες),  τσιλίκι, μπάλα, ποδόσφαιρο, μονόζυγο, αλλά και  συλλογές από”φάσεις”  αθλητικών εφημερίδων, με ποδοσφαιρικούς αγώνες.

Στο τέλος της χρονιάς είχαμε Γυμναστικές  Επιδείξεις, επίδοση ενδεικτικών ή απολυτηρίων, βραβεύσεις αριστούχων από τις αρχές της Βέροιας, ενώ στις εθνικές γιορτές παρελαύναμε στη Βέροια.

Τακτικά είχαμε και επισκέψεις των λεγομένων Κυριών των Τιμών που ήταν οι επίσημες εκπρόσωποι της Βασίλισσας για τα ιδρύματα.

Γιομάτες μέρες στις οποίες δεν μας έμενε ποτέ περιθώριο να σκεφτούμε το παρελθόν μας, πόσο μάλλον να ρωτήσουμε τους φίλους μας για τους γονείς τους.

Ενδόμυχα όλοι υποφέραμε, και ξέραμε πως και οι άλλοι υποφέρανε το ίδιο.

Ποιος ο λόγος λοιπόν να ρωτάμε;

(Στ.Γ.Κ., 25-1-14)

 


Σχολιάστε