"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Ψευδο-μικρο-μαντινάδες

 

 

 

ΨΕΥΔΟ-ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

 

[Θάλεγα πως είναι λογοπαίγνια του σωρού για να διασκεδάζει η παρέα. Επιτυχημένες μεν αλλά θυμίζουν τα τετράστιχα που κάποτε είχαν τα ημερολόγια τοίχου.

Εν πάση περιπτώσει, έχουν πνεύμα και χιούμορ. Στ.Γ.Κ.]

 

 

 

 

Ετούτηνε την εποχή, μην περιμένεις γάμο.

Γιατί ακρίβηνε η ζωή και μπουνταλιές δεν κάνω.

 

Απ’ όλα τα τετράποδα μ’ αρέσει το κρεβάτι.

Δεν είναι πιο καλή δουλειά, απ’ τό καλό ραχάτι.

 

Στο τέσσερα επί τέσσερα, θα βάλω παραπέτι.

Όντε θα κάνω τσι σπινιές, ο σκύλος να μη πέφτει.

 

Πέθανε συ κι ας μη νογάς, αν θα σε συλλογιούνται.

Και τα μωρά πορεύονται κι οι χήρες κυβερνιούνται.

 

Το να γενεί κανείς παππούς, αυτό δεν είναι πράμα.

Το να κοιμάσαι με γιαγιά, είναι μεγάλο δράμα.

 

Την πεθερά μου μια βραδιά στον ύπνο μου την είδα.

Και νόμιζα πως πάλευα με τη Λερναία Ύδρα.

 

Σαν τη θωρείς την κοπελιά κι όλο γυρεύει χάδια,

να ξέρεις πως τα κέρατα βγάζουνε παρακλάδια.

 

Τη μαντινάδα δυο φορές, ποτέ σου μην τη λέεις.

Γιατί θαρρούν οι κοπελιές, πως άλλες δεν κατέεις.


Aν μάθω ότι παντρεύτηκες και άλλον ότι πήρες,

θα σκοτωθώ Kατερινιώ, με δυο καφάσια μπίρες!

 

Όταν στο σπίτι μου κοντά, η πεθερά ζυγώνει,

με πιάνει σοκ αλλεργικό και παίρνω κορτιζόνη.

 

Την πεθερά μου βάλτε τη πάνω στον Ψηλορείτη.

Για να την βλέπουν οι οχτροί να σκιάζονται την Κρήτη!

 

Ανάθεμά τη τη ρακή ίντα ‘ναι αυτό που κάνει,

κι όταν την πίνω γίνεται το πάτωμα ταβάνι.

 

Καλιά ‘ναι να σου παίξουνε με το πιστόλι δέκα.

Παρά να πας να παντρευτείς μία γλωσσού γυναίκα.

 

Εξήντα μήνες σ’ αγαπώ, σύνολο πέντε χρόνια.

Και λεμονιές να φύτευα θα έκοβα λεμόνια.

 

Εγώ παρέα με γιατρό και με παπά δεν κάνω.

Ο ένας θέλει να πονώ κι ο άλλος ν’ αποθάνω.

 

Εσύ που ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει.

Ένα βαρέλι ζάχαρη, πόσους φραπέδες βγάζει;

 

Εσύ είσαι μικρή μου όμορφη, μα εν πάση περιπτώσει.

Να δούμε κι ο πατέρας σου, ίντα λεφτά θα δώσει.

 

Κι εκεί που σ’ είχα απέναντι και μ’ άπλωνες το χέρι,

ξύπνα μου λέει μια φωνή, και πήγε μεσημέρι!

 

 

 

 


Σχολιάστε