"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

“Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά…;”

 

 

 

 

 

ΠΟΙΟΣ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ, ΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΚΥΝΗΓΑ…;

  • «Όλοι ζούμε στον υπόνομο, μα κάποιοι από μας κοιτάνε τ΄άστρα» (Όσκαρ Γουάιλντ)

 

 

ΔΕΚΑΕΤΙΑ του φόβου, των εκπλήξεων και των φόνων, η «νοσταλγική» (για τί άραγε;) και ανατρεπτική του 1960-1970.

Το 1963, το Μάη, είχαμε την δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη, βουλευτή της ΕΔΑ, γνωστού γιατρού, ανθρωπιστή. Το παρακράτος της δεξιάς-όπως ακριβώς και σήμερα με τη «Χ.Α.» εν δράσει.

Και πότε σταμάτησε να δρα αυτό; Σήμερα με άλλη εντελώς μορφή σκοτώνει στους δρόμους ή στα θερμοκήπια μετανάστες, και κανείς δεν νοιάζεται… Όλα είναι «νόμιμα».

 

ΕΜΕΙΣ οι πρωτοετείς τότε φοιτητές μπήκαμε αμέσως στο πνεύμα των αγώνων. Βρήκαμε το κίνημα του 1-1-4 στους δρόμους. Με Κελέκη και Τριαρίδη. Οι εκλογές βίας και νοθείας μόλις είχαν γίνει.

 

Κατεβαίναμε στους δρόμους, καθόμασταν οκλαδόν ο ένας δίπλα στον άλλο, σταματούσε η κυκλοφορία, ερχόταν η αστυνομία, τρώγαμε ξύλο, ματώναμε, γράφανε οι εφημερίδες. Μπαίναμε ομάδες-ομάδες στα αστικά λεωφορεία, αρνιόμασταν να πληρώσουμε εισιτήριο (πού λεφτά;.., δεν είχαμε πάσο), αρνιόμασταν να κατεβούμε, ερχόταν η αστυνομία, τρώγαμε ξύλο, την άλλη μέρα πάλι θέμα στις εφημερίδες. έτσι σπουδάσαμε…

 

Πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης (Γαλλικό τμήμα). «Γκαβάδι». Με τη φτώχεια που ήταν ανυπόφορη. Οι σπουδές κόστιζαν πανάκριβα, τα συγγράμματα απλησίαστα. Εξέταστρα, δίδακτρα, σιτηρέσιο, παντού λεφτά. Πού να βρεθούν; Οι γονείς (η μάνα μου δηλαδή) αγρότες. καπνοχώραφα με τον καπνό στην εκμετάλλευση του καπνέμπορου και του μπακάλη του χωριού! Σπούδαζαν αυτοί που είχαν χρήματα.

Εμείς φυτοζωούσαμε ή εγκαταλείπαμε… Γιατί λοιπόν να μη κατεβαίνουμε στους δρόμους;

 

 

 

Μόλις είχαμε βγει από την αμέριμνη ζωή στις Παιδοπόλεις. Με 700 δραχμές το μήνα επιδότηση (και μόνο για 6 μήνες), μια κουβέρτα για τη νύχτα, ένα ύφασμα για να ράψουμε …κουστούμι, λίγα ρούχα και ασπρόρουχα μέσα σε ένα τσουβάλι (όπως στο στρατό), και ένα δυνατό «σπρώξιμο» στην κοινωνία (συμπαιδοπολίτης το ονομάζει «κλωτσιά») ήμασταν υποχρεωμένοι να ζήσουμε.

Και ζήσαμε! Γιατί θέλαμε να ζήσουμε, να σπουδάσουμε, να δημιουργήσουμε, να διορθώσουμε…

Είχαμε την ελπίδα και την αισιοδοξία στο DNA μας. Είχαμε αρχές, είχαμε αυτοπεποίθηση, έστω και με 5 δραχμές στην τσέπη. Ο κόσμος ήταν δικός μας, ή θα γινόταν δικός μας.

 

Ευτυχώς που πήρα υποτροφία (στη Γαλλική Φιλολογία, που ήταν τότε παράρτημα –section- της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.) Αλλιώς…,  πού σπουδές;

Ούτε στον ύπνο μου. Βοηθούσα και το Μάκη…

 

 

Είχαμε όμως, τις εκδηλώσεις, το θέατρο (ΦΟΘΚ), το περιοδικό (“Μήνες”), το χορό των Ανεμώνων, τα τραγούδια που μας εμψυχώνανε. Κάναμε την επανάστασή μας, έστω σαν μια ουτοπία. Αλλά, τί λέω; φέραμε το Γέρο στην εξουσία, τον γέρο της Δημοκρατίας. Έστω για λίγα χρόνια…

Ο Μ. Θεοδωράκης ήταν ο εμψυχωτής και ο καθοδηγητής μας. Αν και αριστερός ήταν γενικής αποδοχής, όπως κι ο Χατζιδάκις. Δημιουργούσαν…

Είχαν την έμπνευση να κατεβάσουν την ποίηση στο δρόμο, ή μάλλον να ανεβάσουν την ποίηση στις ψυχές μας με τη μουσική τους.

 

Ήμασταν κι εμείς μελαγχολικοί και είχαμε αγωνία για το μέλλον. Κοιμόμασταν τα βράδια και δεν ξέραμε, αν την άλλη μέρα θα βρούμε κάτι να φάμε, να φορέσουμε, να αγοράσουμε τα αναγκαία βιβλία για το Πανεπιστήμιο.

 

Η φτώχεια ήταν γενικό φαινόμενο. Ειδικά στη Φιλοσοφική Σχολή, συμβιώναμε πενιχρά όλοι: με κοινό πακέτο τσιγάρα ρεφενέ (το κλασικό πεντάρι), με ένα καφέ στο κυλικείο του Φιλώτα που του τον χρωστούσαμε, με βιβλία που δανειζόμασταν από τη Φοιτητική Βιβλιοθήκη (Βασιλίσσης Όλγας, όπου ήταν και το φοιτητικό εστιατόριο)…

Αφάνταστα δύσκολα χρόνια, αλλά αυτά μας χαλύβδωσαν.

 

Επιβιώσαμε, γίναμε κάτι στην κοινωνία, διαμορφώσαμε ένα σωρό άλλες γενιές, φτιάξαμε οικογένειες.

 

ΟΜΩΣ, για όλους τους μετέπειτα, αυτούς της γενιάς μας και κυρίως της γενιάς του Πολυτεχνείου που ασχολήθηκαν με την πολιτική, ανέβηκαν ή μάλλον αναρριχήθηκαν στα ύψιστα μεταπολιτευτικά αξιώματα, θα πρέπει να απευθύνουμε, έστω εμείς-οι μη υπεύθυνοι, αλλά “σόκαιροι”- ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΓΝΩΜΗ στις νέες γενιές που υποφέρουν.

Δυστυχώς, εμείς ψηφίζαμε τους πολιτικούς δεκαετίες τους ίδιους, γιατί τους θεωρούσαμε «δημοκράτες» που θα έφτιαχναν κράτος. Φρούδες ελπίδες. Αποδείχτηκαν λαμόγια του χειρίστου είδους (Τσοχατζόπουλοι και βλέπουμε).

 

ΟΙ ΖΩΕΣ σήμερα των νέων είναι ζωές κυνηγημένες. Εμείς μείναμε κι αγωνιστήκαμε.

Άλλοι έφυγαν και δεν ξαναγύρισαν. Με άλλους τα ξαναλέμε, μετά από 50 χρόνια.

 

ΖΩΕΣ που παραμένουν κυνηγημένες. Όπως τις τραγουδούσαμε και τότε, ή λίγο αργότερα-δεν έχει σημασία:

 

«Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά

να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;

ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά

σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα

 

Για κάποιον μες στον κόσμο είν’ αργά

ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

 

Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά

στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;

πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά

που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;»

[Στίχοι:  Μάνος Ελευθερίου, Μουσική:  Μίκης Θεοδωράκης,  εκτέλεση:

Μαρία Φαραντούρη]

—————————

http://www.youtube.com/watch?v=2i8IBzPB_9g


Σχολιάστε