"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Ποιητική Θεσσαλονίκη

 

 

Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών

ημερών στη Θεσσαλονίκη,

όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,

αραιώνει κι ύστερα πάλι

πυκνώνει η ασημένια βροχή,

των πρώτων φθινοπωρινών ημερών,

διάφανη και τόσο λεπτή, σαν

σιγανή μουσική ομιλία γυναικών

στο φθινόπωρο της ζωής των.

Εκείνων των γυναικών που μένουν

στο φθινόπωρο της ζωής των.

 

Εκείνων των γυναικών που μένουν

 

ήσυχες και σιωπηλές, μοιάζουν,

 

λιγάκι περήφανες ή μελαγχολικές

 

και κάποτε, όταν μιλήσουν,

 

βιάζονται να πουν εκείνο

 

που ζητούν ίσως να λησμονήσουν.( Ζωή Καρέλη)

————————————————————-

Θεσσαλονίκη ΙΙ

Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Ξέμπαρκοι
Πρώτη εκτέλεση: Ξέμπαρκοι

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου ‘γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
-της ‘Aγρας τα μακριά σαριά, του Σαντούν το μετάξι-
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που ‘φερνα μου το ‘κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο – μάδησε και έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει -
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.

Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,

Μπορεί να ‘ρθω απ’ τα πέλαγα με τη φυρονεριά.”

 

———————————————————-

 

 


Σχολιάστε