"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

A! Ρε μάνα… Πώς τα άντεξες, εσύ;

 

 

 

«A, ΡΕ ΜΑΝΑ…! ΠΩΣ TA ΑΝΤΕΞΕΣ, ΕΣΥ;» *

«ΝΟΣΤΑΛΓΗΣΑ την παρουσία σου. Σαν τότε που γιόμιζες το δωμάτιό μου, όταν, την ώρα που κοιμόμουν, ερχόσουν να με σκεπάσεις τις κρύες νύχτες του χειμώνα… Κι όταν πλησίαζες αθόρυβα τις ώρες που διάβαζα με το λαμπογυάλι στην αποθήκη, για να με δροσίσεις με το χαμόγελο της αισιοδοξίας σου, «όλα θα πάνε καλά…», μου έλεγες… Μου λείπεις σήμερα πολύ, που οι άνεμοι της αγριότητας ξαναξυπνάνε…
«ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ στ΄ αυτιά μου όσα με τα φτωχά σου ελληνικά μού ψιθύριζες. Κουβέντες αλεσμένες στις μυλόπετρες της ιστορίας και ραντισμένες με το απόσταγμα της σοφίας μιας ταλαίπωρης ζωής. Μια ζωή γιομάτη ήσουν από φευγιό, διωγμούς, προσφυγιά, θανάτους, πολέμους, φτώχεια, καρτερικότητα: οι Τούρκοι τσέτες στον Πόντο, έπειτα οι Γερμανοί κατακτητές εδώ, αργότερα οι αντάρτες, τέλος οι δεξιοί πολιτευτάδες…
«ΞΑΝΑΠΟΘΩ να ακούσω, λέει, να μου ιστορείς τραγουδιστά το πικραμένο συναξάρι του «Αγίου Αλεξίου» (1). Του πεισματάρη εκείνου «Ανθρώπου του Θεού», που άντεξε τα πάντα, αρνούμενος τα πάντα… Το αναθιβάνω εκείνο το μακρόσυρτο τραγούδι σου, με το συχνό παρένθετο «Έκιτι, γιάβρουμ…!» (=Καημένο μου παιδί!) που μου΄ λεγες σαν ρεφρέν. Το ίδιο έκανες κι όταν δεν ήθελες να μου ιστορήσεις λεπτομέρειες για όσα τράβηξε η γενιά σου…
«ΣΤΟΥΣ ΔΙΣΕΚΤΟΥΣ καιρούς μας, μάνα μου, δικαιώνεσαι για όσα πάσχιζες να μου χωρέσεις στην ψυχή μου. Χαροκαμένη και μαυρομαντιλούσα πάντα σε θυμάμαι, αφότου έχασες κυρίως στον Εμφύλιο, άντρα, πατέρα, μητέρα, τη μικρή σου αδελφή και ένα αδέλφι… Τότε που σαν άλλη Εκάβη δεν προλάβαινες να θάβεις τα πολυαγαπημένα πρόσωπά σου… Σε ρώταγα επίμονα για το «γιατί;» εκείνου του μεγάλου φονικού. Μα δεν αποκρινόσουν. Δεν ήθελες, μου έλεγες, να με μπλέξεις με τις ανοησίες των μεγάλων, ούτε με το μίσος των μικρών ανθρώπων!
«ΤΙ ΤΑ ΘΕΣ, τι τα γυρεύεις; Η ιστορία θα τα φανερώσει κάποτε», επέμενες. Α, ρε μάνα… Αυτή η «ιστορία» -που τη φτιάχνουν οι άνθρωποι όπως τους βολεύει- σε φόρτωσε με πόνο δυσανάλογα μεγάλο να τον αντέξεις. Να έχεις και την έρμη τη συνείδησή σου να χτυπιέται αδιάκοπα με την αγάπη των δικών σου ανθρώπων που ήτανε στην «άλλη πλευρά». Κι όμως τα άντεξες, μέχρι τέλος, όσα σου΄ φερε η μοίρα. Και ευτυχώς, η ίδια μοίρα σου επεφύλαξε «τέλη ανεπαίσχυντα, ανώδυνα και χριστιανά»! Άλλους ο θάνατος τούς έκανε αλοϊσμένους κι άλλους τους έστειλε νωρίτερα στον άλλο κόσμο. Πιο πολύ, ρε μάνα, δεν μπορώ να εξηγήσω ακόμη το πώς μπόρεσες να μου εμφυσήσεις -στερνή σου σκέψη και σοφία; -το αλλόκοτο εκείνο πως κι εκείνοι που έπραξαν το απόλυτο κακό σ΄ εμάς, «για την πατρίδα, το έκαναν»! Τέτοια μεγαθυμία, ή μήπως ήθελες να με απομακρύνεις από μελλούμενα θανατικά; Ποιος έχει σήμερα τη δύναμή σου να σχωρνάει τόσους πολλούς κριματισμένους;


***
«ΧΘΕΣ σε ξανάβρα δίπλα μου στην εκκλησιά. Της Μνημοσύνης σου. Ξαναθυμήθηκα κουβέντες σου, σπουδαίες παρακαταθήκες. Αγράμματη εσύ, όμως μεστός ο λόγος σου. Έλεγες:
-Αν θέλω να ζήσω ήρεμη ζωή, πρέπει να μη θυμώνω με τους άλλους, παρά να έχω κατανόηση για τις θέσεις τους, έστω κι αν διαφωνώ μ΄ αυτές.
-Πολιτισμένος έλεγες είναι αυτός που δέχεται πως και οι άλλοι ίσως έχουν δίκιο.
-Η συγχώρεση έρχεται, πρέπει να έρχεται, με το χρόνο.
-Η πραγματική αγάπη, από μόνη της, τα σκεπάζει όλα.
-Μνήμη ναι, όχι λήθη. Επειδή, όσοι δεν θυμούνται τα περασμένα, ξανακάνουν τα ίδια και χειρότερα.
-Το μίσος για εκδίκηση, το μόνο που καταφέρνει είναι να σε τρελαίνει.
-Οι εμμονές τυφλώνουν, έπειτα «σκοτώνουν».
-Η πολιτική είναι το χειρότερο «επάγγελμα». Μακριά της όσο μπορείς.
-Ο πιο άδικος πόλεμος είναι ο Εμφύλιος. Δεν είναι μόνο τα θύματα κι οι καταστροφές. Είναι οι ανεξίτηλες πληγές που αφήνει στις επόμενες γενιές(…)


«Α, ΡΕ ΜΑΝΑ! Δεν σε χόρτασα όσο ήθελα… Καμιά φορά μόνο «χορταίνω» την αέρινη και μυστική φωνή σου που έρχεται από το πουθενά… Μόνη παρηγοριά σου ήταν το τραγούδι, το καλύτερο γιατρικό για τις συμφορές των ανθρώπων, όπως έλεγες. Με τη βαθιά σου πίστη στο Θεό, στην Παναγία και στους αγίους, έλπιζες πάντα στο καλύτερο. Δεν ήρθε. Κι αν ήρθε μας το κλέψανε. Τραγούδαγες τους «Τραντέλλενες» (τους Έλληνες του Πόντου), τραγούδαγες τον έρωτα των νιων ανθρώπων, το «γαίμα» το σπαταλημένο σε πολέμους. Τραγούδαγες τη μάνα σου, για όλες τις μανάδες που δεν πρόλαβαν να γεράσουν:
«Όταν γερά η μάνα και άλλο κε μπορεί/ α τότε θελ βοήθειαν α τότε θελ ζωήν/ α τότε θελ ζωήν
Κι όταν θα έρτε η ώρα και άλλο κι θα ζει/ αμά κι φτας το χρέωσις θα καίετε η ψυς
-Η μάνα εν κρύον νερόν και σο ποτήρ και μπεν/ η μάνα να μη είνετε η μάνα να μη εν/ η μάνα να μη εν
Η μάνα εν βράχος η μάνα εν ρασίν/ σο δύσκολον την ώρας μανίτσα, μανίτσα, μανίτσαμ θα τσαείς
η μάνα εν το στήριγμαν και της χαράς κλαδίν/ τατινές η εγάπη κε βρίετε ση γην
-Η μάνα εν κρύον νερόν…
Θα δεαβένε τα χρόνια θα έρουμε και μεις/ ατά είναι με τη σειράν κι θα γλυτών κανείς…/ κι θα γλυτών κανείς
Και ολ πρεπ να εξέρουμε σ΄ αούτο τη ζώην/ χωρίς της μάνας την ευχήν κανείς κε λεπ χαΐρ» (2)


… ΝΑΙ, ρε μάνα! Έτσι ήταν ο κόσμος τότε, έτσι είναι και θα είναι έτσι πάντα: δύσκολος, άδικος και με πολλούς σισύφειους αγώνες. Με ανόδους και καθόδους… (Στ. Γ. Καλαϊτζόγλου, stcloris@yahoo.gr)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
-(1) «Άγιος Αλέξιος-Ο Άνθρωπος του Θεού» (Δ΄ αιώνας μ. Χ.) Άκουγα τη μάνα να μου τραγουδά το συναξάρι του Αγίου, όπως το θυμόταν κι η ίδια από τη μάνα της. Το τραγουδούσε στα «καραμανλίδικα» (ελληνογράμματη γραφή στην τουρκική γλώσσα). Θυμόταν απέξω πολλές στροφές από το ποίημα που χανόταν στα βάθη των αιώνων. Σαν άλλος «Ερωτόκριτος» για τη γενιά της.
-(2) «Όταν γεράσει η μάνα και είναι ανήμπορη/ τότε θέλει βοήθεια, τότε θέλει ζωή/ τότε θέλει ζωή
Κι όταν θα έρθει η ώρα κι άλλο πια δε θα ζει/ αν δεν κάνεις το χρέος σου, θα καίγεται η ψυχή σου
-Η μάνα είναι κρύο νερό και στο ποτήρι δεν χωρεί/ η μάνα αν δεν υπάρχει/ αν δεν υπάρχει η μάνα
Η μάνα είναι βράχος, η μάνα είναι πλαγιά/ στις δύσκολες σου ώρες μανίτσα μου, μανίτσα μου, μανίτσα μου θα λες
Η μάνα είναι στήριγμα και της χαράς κλαδί/ της μάνα η αγάπη δεν βρίσκεται στη γη
-Η μάνα είναι κρύο νερό…
Τα χρόνια θα περάσουνε κι εμείς πια θα γεράσουμε/ αυτά έρχονται με τη σειρά, κανείς δεν τα γλυτώνει αυτά/ δεν τα γλυτώνει κανείς αυτά
Και όλοι πρέπει να ξέρουμε πως σε τούτη τη ζωή/ χωρίς της μάνας την ευχή κανείς δεν βλέπει προκοπή» (απόδοση, Στ.Γ.Κ.)
—————–
*Στην Πελαγία Κ. που αν ζούσε, θα συμπλήρωνε φέτος τα εκατόχρονά της.

 

 


ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΝΩ ΑΡΙΣΤΕΡΑ (προσωπικό αρχείο Στ.Γ.Κ.) είμαστε σε ένα καϊκι στη θεσσαλονίκη-πρώτη επίσκεψη, πρώτο αντίκρισμα θάλασσας-στα 1947, λίγο πριν μπούμε στην Παιδόπολη (Λητή). Είμαι ο ξανθομπόμπιρας που τον κρατά η μάνα σε πρώτο πλάνο δεξιά στην άκρη. Στ.Γ.Κ.


Σχολιάστε