"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Η μάνα μου (από όσα μου έλεγε και θυμούμαι)

ΑΝΤΙΔΩΡΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ

• «Οι οδυνηρές μνήμες είναι μαχαίρι μπηγμένο στην καρδιά μου, έτσι που να μη μού επιτρέπεται ούτε να ζω, ούτε να πεθαίνω!» (Πελαγία Κ., στα 1973)

ΑΝ ΖΟΥΣΕ, θα γιορτάζαμε φέτος τα εκατοστά γενέθλιά της. Κι έτσι κι αλλιώς, όμως, τη ζω κάθε χρόνο, αφού δεν παραλείπει να με επισκέπτεται τακτικά, “με τον ένα ή τον άλλο τρόπο”…

ΔΕΝ ΤΗΝ γνώρισα καλά κι ούτε τη χόρτασα τη μάνα μου…
Έτσι τα΄ φεραν οι καιροί και οι βουλές των τότε ανθρώπων που κυβερνούσαν τις τύχες της Ρωμιοσύνης. Γεννημένος εγώ στη Γερμανική Κατοχή (1941-1944), κι αυτή χάνοντας-με τον ανταρτοπόλεμο- άντρα, μητέρα και πατέρα, τη μικρή της αδελφή και τον αδελφό της, όταν ξέσπασετο αντάρτικο στα μέρη μας (Μακεδονία, 1946-1949), της ήταν αδύνατο μετά από τόσους θανάτους και ρήμαγμα ζωής να μας θρέψει, εμάς τρία παιδιά. Έτσι και με προτροπή του αδελφού της Στυλιανού, μας έβαλε εμένα, τον αδελφό μου Κώστα, και το μικρότερο αδελφό της τον Κυριάκο, στις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης. Κράτησε σιμά της την αδελφή μου τη Σεβαστή “για να τη βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού και στα μεροκάματα”!

Τουλάχιστον εκεί -στις παιδοπόλεις-είχαμε στέγη, ένα πιάτο φαγητό, και γράμματα. Πολλά γράμματα και άδολες φιλίες. Με όλα τα παιδιά: αριστερών, δεξιών, ορφανών κι από τους δυο γονείς, διαζευγμένων, και αργότερα με παιδιά από το λεγόμενο “Σιδηρούν Παραπέτασμα”. Παιδιά με τα οποία, μετά από τόσες πολλές δεκαετίες, έχουμε πάντα επικοινωνία, άσχετα με τις πολιτικές πεποιθήσεις και την πορεία στη ζωή.

… Γι αυτό ευγνωμονώ τη μάνα μου και τον ελληνικό λαό που συντήρησε τις Παιδοπόλεις. Πρώτα γιατί επιβιώσαμε και έπειτα για ό,τι γίναμε. Κι ακόμη, πάντα αισθάνομαι, όπως έλεγε ο Ν. Βρεττάκος, διπλά “χρεωμένος”στον κόσμο. Όχι μόνο στην “αγάπη” του, αλλά και στην προσφορά του.

Η μάνα μου, δεκάχρονο κοριτσάκι στη Μεγάλη Μικρασιατική Καταστροφή του ΄22, γεννημένη στην Πάφρα του Πόντου, ονειρευόταν κι αυτή όπως όλα τα παιδιά σ΄αυτή την ηλικία έναν κόσμο όμορφο, τρυφερό, γεμάτο αγάπη για τους άλλους… Μέχρι το τέλος της, πριν από 20 περίπου χρόνια (1993), δεν συνάντησε ποτέ αυτόν τον… καλύτερο κόσμο! Αντίθετα, στην πιο τρυφερή ηλικία της γνώρισε το μεγαλύτερο ξεριζωμό στην Ιστορία του Ελληνισμού (1922), και τις πιο απάνθρωπες συνθήκες ζωής και σκληρότητας από μεριάς των Τούρκων. Αναγκάστηκε να ξεσπιτωθεί, να περιπλανιέται με τους γονείς της τις νύχτες σε βουνά και χωριά της Τουρκίας, τη μέρα δε να κρύβεται σε ερημότοπους, χωράφια, ερημωμένες εκκλησίες, νερόμυλους, δάση και σπηλιές, για να ξεφύγει από το θάνατο.
Το ίδιο σκηνικό θα διαγραφεί και με τον Ανταρτοπόλεμο (1947): με το κάψιμο του φτωχικού προσφυγικού σπιτιού μας, αλλά και το κάψιμο όλου του χωριού από τους αντάρτες.

ΣΕ ΟΛΗ την μακριά πορεία της που έκανε διασχίζοντας την αχανή έκταση της Τουρκίας κάθετα με τα πόδια, μέχρι τη Βηρυτό, όπου χιλιάδες Έλληνες έφτασαν κυνηγημένοι από τους τσέτες Τούρκους, η μαμά της- η γιαγιά μου η Παρθένα- την κρατούσε από το χεράκι της και της τραγουδούσε ή τις έλεγε ιστορίες με τους “Τραντέλλενες” του Πόντου.
Έχασε από πολύ νωρίς όλη τη γλύκα της παιδικής της ηλικίας, με την καθημερινά φρίκη του αποδεκατισμένου από την πείνα πρόσφυγα και την προσμονή της νέας, της πραγματικής πατρίδας της, της Ελλάδας. Η “υποδοχή” της πατρίδας, στον Πειραιά, ήταν από τις χειρότερες αναμνήσεις της…

…ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, όταν πια εγώ μεγάλωσα κι αντιλαμβανόμουν τι είναι μια αληθινή ιστορία, μια «μαρτυρία», έμεινα με πολλές απορίες, αλλά και με πολύ θαυμασμό για την ψυχοσωματική δύναμη και το κουράγιο εκείνης της αδάμαστης γενιάς των προσφύγων. Που μέσα από μύρια βάσανα επιβίωσε, ήλθε στην Ελλάδα, έκτισε μια οικονομία, δημιούργησε ένα πολιτισμό, έφτιαξε οικογένειες, ορθοπόδησε και έδωσε άλλη ώθηση στο κράτος… Δεν τρελάθηκε!

ΑΛΛΑ, και «τότε-στον Εμφύλιο στη Μακεδονία –μου έλεγε η μάνα μου πως ο αδελφός σκότωνε τον αδελφό κι η κόρη πρόδιδε τον πατέρα…” Κι εγώ την κοίταγα με στόμα ορθάνοιχτο, γιατί δεν καταλάβαινα πώς είναι δυνατόν αδελφός να σκοτώνει κανείς αδελφό, ούτε και πώς μια κόρη να προδίνει τον πατέρα της. “Αυτά έχουν οι Εμφύλιοι…, και εύχομαι στη ζωή σου εσύ να μην τον γνωρίσεις», μου έλεγε.

… Μέχρι τώρα δεν τον (ξανα) γνώρισα. και μακάρι η ευχή της να επαληθευθεί…

Στ.Γ.Κ.

[αφιερωμένο εξαιρετικά στους ανιστόρητους που επιμένουν πεισματικά και αλαζονικά, αυτές τις μέρες να μας πισωγυρίσουν]

————————————————————————-

Α, ΡΕ ΜΑΜΑ (με τον Β.Παπακωνσταντίνου, σε παράφραση του ανάλογου La mama του μεγάλου και αισθαντικού Γάλλου τραγουδοποιού Charles Aznavour)

—————————————————————————
Και το αυθεντικό (Σαρλ Αζναβούρ):


Σχολιάστε