"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

25η Μαρτίου στην Παιδόπολη…

25η Μαρτιου στην Παιδόπολη.

ΟΛΕΣ οι εθνικές γιορτές μάς προκαλούσαν δέος.
Και στο σχολείο και στην Παιδόπολη, ειδικά στην Καλή Παναγιά και στον «Αγιο Δημήτριο» Θεσσαλονίκης στο Βαρδάρι: μέρες πιο μπροστά ετοιμάζαμε τη γιορτή «μας».
Θυμάμαι τα μεγάλα παιδιά, τον Λεύκα τον Περικλή, το Δ. Τσάλιο, τον Μπάκα, το Σμαρόπουλο, τον Παλιούρα και άλλους πολλούς (ζητώ συγγνώμη που δεν τους αναφέρω, μου διαφεύγουν τα ονόματα) που ετοίμαζαν τη μεγάλη αίθουσα-τραπεζαρία, με γιρλάντες, σημαιάκια και συνθήματα με πολλά «Ζήτω».
Φέρναμε τις εικόνες των ηρώων του ΄21, εκείνες τις κλασικές στο φαιοκίτρινο χρώμα. Από δω ο Κολοκοτρώνης, από κεί η Μπουμπουλίνα, πιο κάτω ο Κανάρης με τον Παπαφλέσσα, ο Διάκος με τον Μιαούλη, ο Δ. Υψηλάντης, ο Κανάρης, Οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Νικηταράς κ.λπ., κ.λπ.
Φτιάχναμε δάφνινες κορδέλες που τις κρεμούσαμε πάνω στις εικόνες τους.
Τους θεωρούσαμε σχεδόν “αγίους”…

ΝΑΙ! Το περιβάλλον έπαιζε σπουδαίο ρόλο στην ιερότητα των ημερών. Σαββατοκύριακα πολλά πριν, ετοιμάζαμε τους «Πνευματικούς Αντίλαλους», την εφημερίδα τοίχου που είχαμε. Την τοποθετούσαμε σε ειδική ξύλινη «θήκη» με τζάμι, έτσι που να τη διαβάζουν όλοι οι συμπαιδοπολίτες, μικροί και μεγάλοι.
Το «τεύχος» κάθε χρόνο ήταν αφιερωμένο στην επέτειο: με ποιήματα, κείμενα και εικόνες…, όλα φτιαγμένα από τα χέρια μας. Η ιστορία γινόταν εμπειρία και βίωμά μας.

ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ της ίδιας μέρας γινόταν η γιορτή. όσοι δεν έπαιζαν φορούσαν τα καλά τους και κάθονταν, με τις ομαδάρχισσες και τους ομαδάρχες κοντά…
Έρχονταν οι καλεσμένοι, οι αρχές της πόλης, ο δεσπότης, ο κ. Πανόπουλος (δ/ντής της ΕΤΕ), καθηγητές μας από το 6ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης και άλλοι. Τα σκετς ήταν όλα στο πνεύμα της ημέρας, το ίδιο οι απαγγελίες και τα τραγούδια. Αξέχαστοι στην απαγγελία ο Τάκης Φίλινας -που έγινε αργότερα ηθοποιός- κι ο Δ. Τσάλιος. Αλλά κι ο Λεύκας, ο Περικλής ήταν υπέροχος στους ρόλους του: του τσέλιγκα ή του ήρωα…
Είχαν την υποκριτική μέσα τους…

ΜΑ το το τραγούδι που μας συγκλόνιζε-το έλεγαν δυο παιδιά ή η χορωδία- ήταν “Ο γερο Δήμος” του Αριστ. Βαλαωρίτη:

“Εγέρασα, μωρές παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τώρ’ αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το ‘χυσα σταλαματιά δε μένει.

Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ το λόγγο
να ‘ναι χλωρό και δροσερό, να ‘ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώστε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιος ξέρει απ’ το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει!

Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ήσκιο του από κάτω
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε.
Να τραγωδούν τα νιάτα μου και την παλληκαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα μου να παίρνουν,
να πλένουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.

Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου μη με κλάψτε.
Τ’ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
Σταθείτ’ εδώ τριγύρω μου, σταθείτε εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.

Κι έν’ από σας το νιώτερο ας ανεβεί στη ράχη,
ας πάρει το τουφέκι μου, τ’ άξο μου καρυοφύλλι
κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.
“Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει”.

Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θε να βογκήξει ο βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ’ αγεράκι του βουνού, οπού περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει, θα σβηστεί, θα ρίξει τα φτερά του,
για να μην πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
και τηνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει η Πίνδος
και λυώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.

Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω τη βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σα να ‘τανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει:

“Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει”.
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη και την ύστερη τ’ άξο του καρυοφύλλι
βροντά, μουγκρίζει σα θεριό, τα σωθικά του ανοίγει
φεύγει απ’ τα χέρια σέρνεται στο χώμα λαβωμένο
πέφτει απ’ του βράχου το γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.

‘Aκουσ’ ο Δήμος τη βοή μες τον βαθύ τον ύπνο,
τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…
Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει.
Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβηώνται, πάνε”.
—————————————————
ΘΥΜΑΜΑΙ ακόμη:
«Του Λεωνίδα το σπαθί, Κολοκοτρώνης το φορεί
Τούρκοι σαν το είδαν, στα μαύρα εντυθήκαν»!

Ή το άλλο,
«Σαν πύργος είναι οι πλάτες του, σαν κάστρο η κεφαλή του
Και τα πλατιά τα στήθη του, τοίχος χορταριασμένος»
, για τον Οδ. Ανδρούτσο.
Για τον οποίο ο δάσκαλος μάς πήγαινε, μικρά όταν ήμασταν στο δημοτικό, κάτω από την εικόνα του που με το συνοφρυωμένο βλέμμα του, τα φαρδιά παχιά μουστάκια και το φαρδύ μέτωπο μας κόιταζε επιτιμητικά. Φοβόμασταν:
«-Ξέρετε, γιατί ο Ανδρούτσος είχε τόσο παχιά και πυκνά μουστάκια;», έλεγε ο δάσκαλος.
Τον κοιτούσαμε απορημένοι, χωρίς να μπορούμε να απαντήσουμε. Τι να πούμε;
«-Είχε παχιά μουστάκια, έλεγε ο δάσκαλος όλο στόμφο, για να κρύβει… σπαθί ολόκληρο…Όπως και στο στήθος του»!
Κι εμείς με τη φαντασία μας συνεχίζαμε τις μάχες, μετά το Χάνι της Γραβιάς, μετά την Αλαμάνα και το Βαλτέτσι…, μετά το Δελβινάκι και την πολιορκία της Ακρόπολης, μετά το Μανιάκι και το Πέτα…, με εκείνη την παιδική ταξιδεύτρα ψευδαίσθηση που σε ταξιδεύει εκεί όπου η λογική δεν έχει λόγο ύπαρξης…
Άχ, αυτή η παιδική η φαντασία, η ανεξάντλητη πηγή της γνώσης,της απορίας και της συνειδητοποίησης!

ΕΤΣΙ, εμείς φτιάξαμε το φρόνημά μας, τον κόσμο μας, πιστεύοντας σε μια πατρίδα ιερή, «όλο αίματα γιομάτη», από τους αγώνες και τα πάθη της για την ελευθερία… Και πολύτιμη για τον καθένα μας, ώστε κάθε τυχάρπαστος συνδικαλιστής ή πολιτικός να μη την κακοποιεί. (Στ.Γ.Κ., 24-3-12)


Σχολιάστε