"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Αλεξίου αγίου, “Ανθρώπου του Θεού”, βίος

17 Μαρτίου- Μνήμη Αγίου Αλεξίου, του Ανθρώπου του Θεού.

[Είναι ο Άγιος που συμπαθώ. Όχι τυχαία. Μικρός, άκουγα τη μάνα μου να τραγουδάει με τη γάργαρη φωνή της το συναξάρι του Αγίου, όπως το θυμόταν και η ίδια από τη μάνα της. Το τραγουδούσε στα καραμανλίδικα -τουρκική γλώσσα, αλλά με ελληνογράμματη γραφή. Η ίδια δεν ήξερε ελληνικά καλά κι εγώ δεν καταλάβαινα τίποτε. Η μάνα μου, πρόσφυγας από τον Πόντο στα 8 της χρόνια, μιλούσε ποντιακά και τουρκικά. Όμως θυμόταν απέξω πάρα πολλές στροφές από το μακροσκελές ποίημα-περίπου δημοτικό- που χανόταν στα βάθη των αιώνων. Και μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα, αφού οι Τούρκοι απαγόρευαν την ελληνική γλώσσα να διδάσκεται στον Πόντο. Το τραγουδούσε με ένα πάθος που ο ρυθμός του μου έμεινε ανεξίτηλος στο μυαλό. Το πρωτάκουσα στη δεκαετία του 1950, το βρήκα σε κοπτική γλώσσα, αλλά και στη γαλλική-μεσαιωνική- σε πολλές και ενδιαφέρουσες μελέτες, όπως την πασίγνωστη του Gaston Paris (1885).
Ο αγαπητός μου καθηγητής της Συγκριτικής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης (1961-1965) κ. Μ. Κριαράς, όταν του είπα γι αυτό το έργο και τη μάνα μου που το τραγουδούσε ενδιαφέρθηκε τα μάλα. Η μάνα μου έψαξε στα γύρω χωριά-σε κάποιον δάσκαλο από τον Πόντο που είχε “παλιά βιβλία”, μου το έφερε, το έδειξα στον καθηγητή και μου είπε να ασχοληθώ με το θέμα, μια και δεν υπήρχε καθόλου βιβλιογραφία. Δυστυχώς δεν ασχολήθηκα. Αργότερα στη δεκαετία του 1980, μου το ξαναέφερε η μάνα μου και τώρα έχω το έργο αυτό στα καραμανλίδικα-αλλά σε φωτοτυπία.… (Στ.Γ.Κ.)

Πιο κάτω, η βιογραφία του Αγίου Αλέξιου, «του Ανθρώπου του Θεού», όπως υπάρχει στον Συναξαριστή μας:

«Ο Άγιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408). Οι γονείς του, ο ευλαβής συγκλητικός Ευφημιανός και η Αγλαΐα, ήσαν επί πολλά χρόνια άτεκνοι, ώσπου απέκτησαν τον Αλέξιο. Έλαβε λαμπρή μόρφωση και όταν ενηλικιώθηκε, οι γονείς του προετοίμασαν τα του γάμου του με μια νεαρή κόρη εκλεκτής οικογένειας της αριστοκρατίας της Ρώμης. Όμως την ίδια νύκτα του γάμου τους ο Αλέξιος που ήθελε να μείνει αμόλυντος, ψιθύρισε κάτι στο αυτί της συζύγου και αφού παρέδωσε το δακτυλίδι του, έφυγε κρυφά. Εμπιστευόμενος τη θεία Πρόνοια, επιβιβάστηκε σε πλοίο και έφθασε στη Λαοδίκεια της Συρίας και από εκεί ακολούθησε ένα καραβάνι εμπόρων που κατευθυνόταν στην Έδεσσα (Συρίας). Εκεί σταμάτησε σε ένα ναό αφιερωμένο στη Θεοτόκο και παρέμεινε στο νάρθηκα δεκαεπτά χρόνια, ντυμένος με κουρέλια και συντηρούμενος από τις ελεημοσύνες των πιστών που έρχονταν στο ναό να προσευχηθούν. Στο μεταξύ ο πατέρας του είχε στείλει υπηρέτες παντού για να τον βρουν, ενώ η μητέρα του φόρεσε τρίχινο ένδυμα και θρηνούσε απαρηγόρητη, η δε νύφη, με την αγάπη που δείχνει η τρυγόνα για το ταίρι της, ανυπομονούσε να έχει κάποια είδησή του. Κάποιοι από τους απεσταλμένους του Ευφημιανού έφθασαν στην Έδεσσα και έδωσαν ελεημοσύνη στον Αλέξιο, χωρίς όμως να υποπτευθούν ότι επρόκειτο για τον κύριο τους· τόσο πολύ είχε παραμορφωθεί από την άσκηση και τη σκληραγωγία που επέβαλε στο σώμα του από την αγάπη του για το Θεό. Μετά από πολλά χρόνια αγώνων, η Παναγία εμφανίσθηκε στο νεωκόρο της Εκκλησίας λέγοντας του να επιτρέψει την είσοδο στον άνθρωπο του Θεού. Βλέποντας ότι τον αντιλήφθηκαν και επρόκειτο να τον περιβάλουν με τιμές, ο Αλέξιος έφυγε παίρνοντας το πλοίο για την Ταρσό. Οι αντίθετοι άνεμοι όμως, ή μάλλον η θεία Πρόνοια, ώθησαν το πλοίο στο λιμάνι της Ρώμης. Ο άγιος υποτάχθηκε σ’ αυτό το θείο σημείο και πήγε στο πατρικό σπίτι, όπου ζήτησε από τον πατέρα του που έβγαινε εκείνη τη στιγμή, ελεημοσύνη σαν ζητιάνος. Χωρίς να αναγνωρίσει τον πολυαγαπημένο του γιο, ο Ευφημιανός, που είχε γίνει ακόμη πιο φιλάνθρωπος ύστερα από την τόσο επώδυνη αυτή απώλεια, πρόσταξε τους υπηρέτες του να δώσουν κατάλυμα στο δύστυχο άνθρωπο για όσο διάστημα επιθυμούσε να μείνει και να του δίνουν να τρώει τα περισσεύματα της τραπέζης του. Ο άνθρωπος του Θεού έμεινε άλλα δεκαεπτά χρόνια σε μια γωνιά του πατρικού σπιτιού, χωρίς να προφέρει το παραμικρό παράπονο για τις προσβολές και τις λοιδορίες των υπηρετών του. Όταν έλαβε πληροφορία από τον Θεό ότι επίκειται η εκδημία του, ζήτησε να του φέρουν χαρτί και μελάνι, έγραψε την ιστορία της ζωής του και απέθανε. Την ίδια μέρα, κατά τη θεία Λειτουργία που γινόταν στη βασιλική του Αγίου Πέτρου, χωροστατούντος του Πάπα, παρουσία του αυτοκράτορα Ωνορίου (395-423) και πλήθους κόσμου, φωνή ακούστηκε από το θυσιαστήριο λέγουσα: «Αναζητήστε τον άνθρωπο του Θεού· θα δεηθεί για την πόλη και για όλους εσάς. Ήδη εξέρχεται του σώματος!». Καθώς το εκκλησίασμα άρχισε να προσεύχεται, η φωνή ακούστηκε ξανά αποκαλύπτοντας ότι βρισκόταν στην οικία του Ευφημιανού. Όταν η επιβλητική πομπή με επικεφαλής τον Πάπα και τον αυτοκράτορα έφθασε εκεί, ο υπηρέτης που τον φρόντιζε, αποκάλυψε ότι ο ζητιάνος που στεκόταν τόσα χρόνια πλάι στην εξώθυρα μοίραζε την τροφή του στους πτωχότερους και ο ίδιος δεν τρεφόταν παρά μόνο την Κυριακή με ψωμί και νερό, μένοντας ατάραχος, αν όχι και χαρούμενος όταν οι άλλοι υπηρέτες τον καθύβριζαν. Πήγαν στην καλύβα του και τον βρήκαν νεκρό να κρατά ένα χαρτί στο χέρι. Όταν το διάβασαν δημόσια έμειναν κατάπληκτοι από τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίον αυτός ο δούλος του Θεού είχε αγωνιστεί ενάντια στη φύση για να λάβει τα υπέρ την φύση αγαθά. Ο αυτοκράτορας και ο Πάπας βλέποντας τα δάκρυα και τους γοερούς θρήνους των γονέων του, τους συμβούλεψαν να χαίρονται μάλλον και να αγάλλονται που έφεραν στον κόσμο ένα τέτοιο άγιο, ο οποίος μέλλει να βασιλεύσει με τον Χριστό στους αιώνες. Το πλήθος συνωστιζόταν γύρω από την νεκρική κλίνη, τυφλοί έβρισκαν το φως τους, κουφοί την ακοή τους, μουγκοί δόξαζαν τον Θεό μεγαλοφώνως, πονηρά πνεύματα τρέπονταν σε φυγή, επικρατούσε τέτοια αναταραχή, που η νεκρώσιμη πομπή δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ο αυτοκράτορας σκόρπισε τότε χρυσά νομίσματα με την ελπίδα ότι θα αποσπούσαν την προσοχή του πλήθους από το φέρετρο. Δεν συνέβη όμως αυτό, καθώς ο λαός περιφρονούσε το φθαρτό χρυσό για να λάβει τη χάρη της αφθαρσίας αγγίζοντας το σώμα του Αγίου. Τέλος, το τίμιο σκήνωμα εναποτέθηκε στη βασιλική του Αγίου Βονιφατίου σε λάρνακα, διακοσμημένη με χρυσό και πολύτιμους λίθους, απ’ όπου ανάβλυζε μύρο ευωδιαστό, ιαματικό για κάθε νόσου. Η κάρα του Αγίου Αλεξίου βρίσκεται στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων στην Πελοπόννησο».
(Από «Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τ. 7ος Μάρτιος, Ίνδικτος, Αθήνα 2006, σ. 173-175). (ιστοσελίδα, 17-3-12)


Σχολιάστε