"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Αγάπη, σε φαιοπράσινες αποχρώσεις

Αγάπη, σε φαιοπράσινες αποχρώσεις (Απόσπασμα, από “Χ.Ν.”, 12-3-12, Στ.Γ.Κ.)

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ, αισθάνομαι κάθε πρωί την υγρή παρουσία του Βουνού. Με το χειμωνιάτικο, ανοιξιάτικο, καλοκαιρινό ή χινοπωρινό φως μπαίνει στο σπίτι κι αυτό. Το Βουνό, τα Λευκά Όρη, στέκουν στο βάθος ασάλευτα, αγέραστα, αθάνατα. Έτσι που γεννούν το φθόνο στους θνητούς, εμάς, όπως το λέει κι ο μαντιναδόρος:
«Χαρά στην τύχη σας βουνά που χάρο δε φοβάστε
Μον΄ανημένετ΄ άνοιξη και πρασινοφοράτε».

ΟΙ ΒΟΥΝΟΚΟΡΥΦΕΣ του αντανακλούν το πρώτο μωβ του τέλους της νύχτας. Γρήγορα αυτό γίνεται αχνοκόκκινο με την υποφώσκουσα ανατολή. Έπειτα πορτοκαλί και στο τέλος ένα διάχυτο λευκό φως: το φως του ζωογόνου ήλιου. Μοιάζει το Βουνό μας έτσι, όταν είναι χιονισμένο, με έναν τεράστιο κρυστάλλινο καθρέφτη που βιάζεται να στείλει το πρώτο φως στα μάτια μας.

ΑΝ ΔΕΙΣ πολύ πρωί τις Μαδάρες, θαρρείς πως βλέπεις ξαπλωμένο γίγαντα που αργοξυπνάει. Ο ήλιος παίζει κρυφτό με τις φωτοσκιάσεις του. Άλλοτε ασημώνει τις πλαγιές κι άλλοτε τις βάφει με ένα πλούσιο κροκάτο ή χρυσαφί χρώμα. Κάθε φορά που βλέπεις το βουνό πρωί, ανακαλύπτεις νέες πτυχές του κρυμμένου κόσμου του, του κόσμου σου.

ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ τα ριζίτικα που επίμονα για μια ζωή κατέγραψε ο σπουδαίος λαογράφος μας, ο Σταμάτης Αποστολάκης. Τραγούδια που ξεκίνησαν απ΄ την επιθυμία των βουνίσιων να κρατούν ζωντανές τις ιστορικές τους μνήμες, να μιλούν με επαναστατικούς υπαινιγμούς για το βουνό, για το θάνατο και τις αδικίες του, για τους αντάρτες, για τα αγρίμια και τα «σπηλιαράκια»*, για τα ξεφαντώματα στους γάμους, για τους επαναστάτες οπλαρχηγούς, για την καθημερινότητα, για το ξεπέρασμα της στενοχώριας με το τραγούδι… Και για τα θεία δώρα, τη ζωή και την ημέρα, που χαρίζει ο καλός θεός.
ΝΑ, πως «καλημερίζει» ο ποιητής το δικό του βουνό στην Αρκαδία:
«Τίποτα δε ματώνει πια. Θερμή κι ωραία
Στόλισε με ταντέλλες φως η αυγή τον κόσμον όλο.
Ένας λαός ανηφορίζουνε τα έλατα.
Καλημέρα σας δέντρα.
Γιγαντιαία λουλούδια της πλαγιάς, καλημέρα σας!
Δεν έχουμ’ έγνοιες τώρα να κρεμάσουμε στους κλώνους σας
Μον’ φέρνουμε ένα δυναμίτη από χαρά
Ν’ ανατινάξουμε την πίκρα όλου του κόσμου. (…)» (1)
***
…ΣΥΧΝΑ στο σπίτι μιλάμε για τα χρώματα. Στη γυναίκα μου αρέσουν οι διακυμάνσεις του γαλανού της θάλασσας. Εμένα με ενθουσιάζει το φαιοπράσινο των βουνών. Το πράσινο των φυλλωμάτων κάνει πιο απτή την πραγματικότητα της φύσης. Σε όλο της το μεγαλείο… Είναι το χρώμα που γαληνεύει νου και ψυχή, που αργοσταλάζει τη δροσιά, τη φρεσκάδα της ζωής. Χρώμα θεραπευτικό, χρώμα «οξυγονούχο», σε όλες του τις αποχρώσεις. Όσο «ζωντανεύει» η φύση γύρω, βλέπεις όλα τα στάδια της αναγέννησής της… Αντίθετα, το διάβα των εποχών δεν αφήνει ίχνη στη θάλασσα. Η αέναη ανακύκληση των πάντων δεν «ρυτιδώνει» το υγρό στοιχείο…

ΝΑΙ, το πράσινο χρώμα του βουνού βοηθά σώμα και πνεύμα να «χαλαρώσουν». Κάτι που έχουμε άμεση ανάγκη σ΄ αυτούς τους δίσεκτους, τους δύσκολους καιρούς της κρίσης και των μνημονίων… «Στο βουνό, για να σώσουμε το μυαλό μας», λένε Αμερικανοί επιστήμονες. Αυτό, μετά από έρευνα που έγινε και που αναφέρεται στην ψυχοκοινωνική βλάβη του ανθρώπου από την έμμονη χρήση των «εργαλείων» της σύγχρονης τεχνολογίας (2).

ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΕΣ στο βουνό, έχουμε βασικό οδηγό και κανόνα το: «Περπατάμε σιγά, δε βιαζόμαστε. Για να΄ χουμε χρόνο να βλέπουμε, να νιώθουμε και να ευχαριστιόμαστε τη φύση γύρω μας. Να καμαρώνουμε τους όγκους των βράχων, την κορμοστασιά των δέντρων, να ρουφάμε τις μυρωδιές και τ΄ αρώματα των θάμνων και της βρεγμένης γης…» (3).

ΚΙ ΑΚΟΜΑ το στοχασμό: «Χαρά στου ιερού βουνού τη μοναξιά στον καθαρόν αέρα ν΄ ανηφορίζεις μοναχός μ΄ ένα δαφνόφυλλο στα δόντια! Και να γρικάς τη βασιλόφλεβα να παίζει στ΄ ανικνήμια, να διαπερνάει τα γόνατα, τα νεφρά, να πιάνει το λαιμό σου. Και να μη λες: Θα πάω δεξιά, θα πάω ζερβά μα να φυσούνε και οι τέσσερις ανεμικές στο σταυροδρόμι του μυαλού σου. Κι όσο ανεβαίνεις, το θεό ν΄ ακούς ολούθε να αναπνέει και πλάι σου να γελάει, να περπατάει και να κυλάει τις πέτρες…» (4).

ΑΥΤΟ είναι το βουνό: ένας μπιστικός φίλος, ένας αγαθός γίγαντας που κρύβει μύρια μυστικά. Ένας ιερός άβατος ναός της γνώσης, ένας σοφός γέροντας παραμυθάς. Πάνω απ΄ όλα, ένας πρακτικός γιατρός κι ένας μικρός Θεός…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Ηλίας Σιμόπουλος (1923- ) «Η Ανατολή του ηλίου».
-(2) ΤΑ ΝΕΑ, 21 Αυγούστου 2010.
-(3) Ποιητική η παραπάνω περιγραφή του περιπάτου μιας ομάδας εραστών του βουνού, από τον κ. Σταύρο Μπαδογιάννη, τον πρόεδρο του Ορειβατικού Συλλόγου Χανίων (στα «Χ.Ν.», 21-1-12)
-(4) Ν. Καζαντζάκης, « Οδύσσεια», Ξ, 1-10
*«…Γκρεμνά΄ναι εμάς οι τόποι μας,/λέσκες τα χειμαδιά μας,
τα σπηλιαράκια του βουνού/είναι τα γονικά μας».


Σχολιάστε