"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Aντιπολεμική ποίηση

 

 

 

 

[Τρία ποιήματα, για τη μνήμη και την επικαιρότητα των ημερών...]

 

1.-Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Του Μανόλη Αναγνωστάκη (19252005)

“Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί την ίδια ώρα.

Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια

Έχει όμως κανείς και τις διασκεδάσεις του δεν μπορείς να πεις^ απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.

Εγώ συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.

Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούργιων αντιτορπιλλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.

(…)

Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά, ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και κεφάλι.

Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και νά που στο διπλανό κέντρο άρχισαν πάλι οι δοκιμές.

Αύριο είναι Κυριακή.

Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει

Και ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές

Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες και οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε από τις άναρθρες κραυγές

Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες

Τότε, θυμάσαι που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμα.

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

————————————————————–

2.-ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ

Του Μάρκου Μέσκου (1935-)

Περίεργα φαίνονται τρομακτικά τόσους καιρούς λησμονημένα

κόκαλα κι αμνησία,”θνητοί που εκδιώχθηκαν περιπλανώμενοι”

αντικατοπτρισμοί στο νερό ψευδαισθήσεις ωραίες και πλάνες

κατεβασιές στη θυσία άνεμος στα πανιά για το ταξίδι (η κλαγγή

των όπλων περικεφαλαίες κάστρα και δούλοι) – ελπίδων έπη.

Καράβια χάνονται στην άκρια της κλωστής κάποια στιγμή καταρ-

ρέει το σύμπαν ψάρια στα δίχτυα των τυφλών – τι νάναι ο ύπνος;

Του επάνω κόσμου σε τράβηξαν οι κεραυνοί μαύρο καρβουνιασμένο

ξύλο, ελεγείες της φλαμουριάς φεγγαρίσια φθίση

παρούσα μέρα-νύχτα στο προσκέφαλο της μοναξιάς η μια πλευρά

και η άλλη του μπεκιάρη^ στην μπάντα του τοίχου τα ήσυχα

λειβάδια οι πατριώτες στο κυνήγι της αλεπούς αλαλαγμοί

βούκινα, υπεροψίες, τα σκυλιά, ω τα σκυλιά του καθήκοντος α-

σκούνται με την κακόμοιρη από την αρχή καταδικασμένη

του πρόσκαιρου ελεύθερου βίου της μα τελικά μετά την πρώτην

εύστοχη μπαταριά όλα ημερεύουν ένας πνιγμός ένα κλάμα

ήλιος και πρόβατα κάτασπρα στο χορτάρι, τόσο γάλα τόσο μαλλί

άνθη και καρποί, εφησυχασμένα πουλιά στον κύκλο των εποχών,

μέλι σαν ψίθυρος της αγάπης, ατλάζι ανέγγιχτο αιώνια καλοκαιρία

- ρίξε μια ματιά από τη γωνία, ποιά αλήθεια φοβισμένη αποχωρεί;

και

3.-XVIII
“Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτον τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια•

μα στη σκόνη μέσα και στα σκουπίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί –με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απ’ τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.

Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειότατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμαντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.

Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο.

Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πρίν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στίς ανάγκες και στα καπηλειά•

μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.

(Μάρκος Μέσκος, Στον ίσκιο της γης, 1986)

…Γρηγορείτε (Στ.Γ.Κ.)


Σχολιάστε