"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Tα παιδοπολίτικα- “Καλή Παναγιά”

 

 

 

 

Το μέγεθος των λόγων…

«…ΟΙ ΜΑΚΡΟΣΥΡΤΕΣ λειτουργίες των Χαιρετισμών φάνταζαν στα παιδικά μας μάτια μυσταγωγίες ατέλειωτες. Tα ακούσματα των ύμνων προς την Παναγία ήταν απόκοσμα, αφού, όντας μαθητές του Δημοτικού, αδυνατούσαμε να κατανοήσουμε τις λέξεις· πόσο μάλλον τα νοήματά τους. Όμως, αδιόρατα, εκείνες οι μελωδίες απέπνεαν «θυμίαμα» που, σαν ένα πέπλο, μας περιέλουζε με την άρρητη αύρα της πίστης που σε κάνει να  σταυροκοπιέσαι μπροστά στους αγίους και τα θεία, να ζητάς βοήθεια και έλεος… Πράγματα που εμείς τα είχαμε μεγάλη ανάγκη, μετά το φοβερό εμφύλιο σπαραγμό και τις απώλειες των δικών μας.

«ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ βυζαντινές εικόνες του μοναστηριού όπου εκκλησιαζόμασταν, μας έμπαζαν αμέσως σε άλλο κλίμα: λίγο του δέους των Μεγάλων Ημερών που πλησίαζαν, λίγο του μυστηρίου της Σταύρωσης που «εν μέσω ανοίξεως και οργιώδους ανθοφορίας» ερχόταν, όπως κάθε χρόνο…

«ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ που θυμάμαι ήταν οι σκελετωμένοι μιας πρώιμης βυζαντινής τέχνης: οστεώδεις, συνοφρυωμένοι, άκαμπτοι, απόμακροι. Σε κοιτούσαν από ψηλά με μια αυστηρότητα που σε τρόμαζε… Ευτυχώς που υπήρχαν τα μεγάλα αμυγδαλόσχημα μάτια της Παναγίας που μας αγκάλιαζαν με γλυκύτητα και τρυφερότητα: μητρικά στοιχεία άγνωστα για μας, παιδιά ενός ανεμοστρόβιλου της Ιστορίας. Από την άλλη, ο Χριστός στο βάθος, στο ιερό τέμπλο, μπορεί να μην ήταν βλοσυρός όσο οι άγιοι, όμως, ήταν επιβλητικός και κυρίαρχος. Σε όποιο σημείο της εκκλησίας κι αν βρισκόσουν, σε παρακολουθούσε προσέχοντας την κάθε κίνησή σου, ή επικρίνοντάς σε (έτσι νομίζαμε) για «ό, τι κακό είχες κάνει» και δεν το ομολογούσες!

***

«ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ, η μονή Δοβρά, η μετέπειτα «Καλή Παναγιά» Βεροίας (1) είχε την ιστορία του: ορμητήριο και κρησφύγετο  τον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης στη Μακεδονία, του Καρατάσου και των άλλων οπλαρχηγών, υπήρξε απόρθητο «φρούριο». Είχε χοντρούς πέτρινους τοίχους, ψηλά παράθυρα-πολεμίστρες και πόρτες διαφυγής, κάθε φορά που δεχόταν επιθέσεις απ΄ τους Τούρκους… Εκκλησία παμπάλαιη, ξυλόστεγη, τρίκλιτη, ρυθμού βασιλικής με εξωνάρθηκα, έκανε τη φαντασία μας να πετάει σε αλλοτινούς ηρωικούς χρόνους, στο ΄21. Διατηρούσε ακόμα (αρχές δεκαετία του 1950) παλιά πολύτιμα αρχιτεκτονικά στοιχεία, τα στασίδια και το τέμπλο του…

«ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΑΜΕ διακαώς να μας επιλέξει ο δάσκαλός μας- στην Στ’ τάξη- να πούμε εμείς την Παρασκευή των Χαιρετισμών, το «Άσπιλε, αμόλυντε, άχραντε…» (2). Τέσσερις εβδομάδες Χαιρετισμών ήταν, φιλοδοξούσαμε όλοι να είμαστε ανάμεσα στα οκτώ άτομα που θα διάβαζαν (δύο κάθε εβδομάδα) τα «ιερά» κείμενα!

«Η ΕΠΙΛΟΓΗ δεν ήταν εύκολη. Ο δάσκαλός μας, ο κ. Σπύρος, ήταν μεν αξιοσέβαστος και αξιαγάπητος απ΄ όλους μας, αλλά και πολύ απαιτητικός. Ήθελε πάθος και κατάνυξη στην ανάγνωση,  ρυθμό χωρίς παρατονίες και τρεμούλιασμα φωνής. Να κρατούμε τις αναγκαίες παύσεις, να παίρνουμε σωστή αναπνοή, να υψώνουμε ή να χαμηλώνουμε τον τόνο, όταν έπρεπε. Ήθελε, δηλαδή, να νιώσουμε πρώτα εμείς το μέγεθος των λόγων που θα διαβάζαμε κι έπειτα να συγκινήσουμε το πλήθος των πιστών που ερχόταν από τη Βέροια κάθε βδομάδα για να παρακολουθήσει τους Χαιρετισμούς «μας»… Φυσικά, για μερικούς συμμαθητές μας, η οποιαδήποτε επιλογή, εφόσον δεν περιείχε κι αυτούς, δεν άρεσε. Έσκαγαν από τη ζήλεια τους παρακαλώντας θερμά την… Παναγία να τα μπερδέψουμε, να τα χάσουμε και να… ντροπιαστούμε!

 

«ΟΣΟΥΣ, λοιπόν, επέλεγε ο κ. Σπύρος, έπρεπε να έχουν «καρδίαν καθαρά» και «σώφρονα λογισμόν», όπως έλεγε. Μα,  πού να τα έχουμε και τα δυο εμείς; Όντας στο μεταίχμιο της παιδικότητας που έφευγε και της άγριας εφηβείας που φούντωνε μέρα τη μέρα, άντε να συμμαζέψουμε τα μυαλά και τις ορμές μας… Ήταν και η Άνοιξη στο Βέρμιο που ετοιμαζόταν να εκραγεί σε χίλια μύρια χρώματα και μυρωδιές. Οπότε…

«Η ΤΑΚΤΙΚΗ του δασκάλου μας ήταν να περνά τους υποψήφιους «αναγνώστες» από… εξέταση, πριν αξιωθούν να πιάσουν τα «ιερά» βιβλία στα χέρια τους και να βρεθούν αριστερά και δεξιά στην Πύλη. Μας καλούσε τα απογεύματα κάθε Πέμπτη (Μεγάλης Σαρακοστής) στο σχολείο και, για ώρες, μας έκανε πρόβες στο πώς θα διαβάσουμε (μάλλον θα «ψάλλουμε») τα κείμενα: το «Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε…» με κάποια έμφαση στο «μη βδελύξη με τον αμαρτωλόν… τον αισχροίς λογισμοίς και λόγοις και πράξεσιν όλον εμαυτόν αχρειώσαντα…»· αλλά και το «Και δος ημίν Δέσποτα προς ύπνον απιούσιν…», με τη δέουσα προσοχή στο «και διαφύλαξον ημάς από του ζοφερού ύπνου της αμαρτίας και από πάσης σκοτεινής και νυκτερινής ηδυπαθείας»…

«ΕΠΙΜΟΝΟΣ, δε σήκωνε επιπολαιότητες ή αποτυχίες. Επέμενε στον τονισμό των παρηχήσεων, στη διάκριση των συνωνύμων, στις αντιθέσεις, τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις… Είχε τον τρόπο του να μας  διδάσκει τις ομορφιές της γλώσσας μας μέσα απ΄τα ιερά κείμενα.

 

«ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕ και τη δική μας αγωνία: αν, δηλαδή, μπροστά σε τόσο ξένο κόσμο θα τα καταφέρναμε… Όμως, μας είχε εμπιστοσύνη. Στις επιλογές του δεν ξαστοχούσε, και επιπλέον κρυφοϋποσχόταν «βελτίωση» της βαθμολογίας μας! Για ποιο λόγο συνεπώς να τον… εκθέσουμε; Βάζαμε τα δυνατά μας…

«…ΕΚΕΙΝΗ τη χρονιά, λοιπόν, επέλεξε κι εμένα, μαζί με τον Πρόδρομο, το συμμαθητή μου που καθόμασταν στο ίδιο θρανίο από την Α΄ τάξη. Ήταν ο πιο καρδιακός μου φίλος, κι ας ήταν γιος αντάρτη …» (3)

 

***

… Η ΠΑΡΑΠΑΝΩ νοσταλγική ανάμνηση με «επισκέφθηκε» την ώρα που, διαβάζοντας ένα ποίημα των ημερών (του Απόστολου Μελαχρινού, 1880-1952), άκουσα την καμπάνα των Β’ Χαιρετισμών. Ημέρα Παρασκευή, είπα. Πήγα στους Άγιους Ανάργυρους όπου η κατανυκτική ατμόσφαιρά τους ξαναφέρνει  στο νου εκείνη τη γλυκύτητα της Μονής Δοβρά, στις υπώρειες του Βερμίου, στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια…

…ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ, αθώα παιδική ηλικία. Μια «Άλλη Χώρα» (4) που τοπία της «ξαναπροβάλλονται», άλλοτε ασπρόμαυρα κι άλλοτε χρωματιστά: κι αυτό κάθε φορά που-όπως λέει ο Χρ. Γιανναράς («Πείνα και Δίψα»)- «… η πιο συχνή αφορμή κάπου είναι η αντινομία ανάμεσα στον κόσμο που κρύβουμε μέσα μας και στον κόσμο της καθημερινότητας στον οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να υποταχτούμε».

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1)Η μονή Δοβρά (Καλή Παναγιά), αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι μία από τις αρχαιότερες μονές της Βέροιας. Εικάζεται ότι ιδρύθηκε το 12ο αιώνα. Όμως, οι πιο σίγουρες μαρτυρίες για τη λειτουργία της προέρχονται από έγγραφα του 17ου αιώνα. Η μεγαλύτερη ιστορική στιγμή της μονής είναι η συνδεόμενη με την Ελληνική επανάσταση του 1821 και τους αγώνες των Μακεδόνων οπλαρχηγών και κατοίκων της περιοχής. Στην εξέγερση του 1822 η μονή λεηλατήθηκε και κάηκε από τους Τούρκους στην περίφημη μάχη Δοβρά. Μετά από μακρόχρονες προσπάθειες η μονή αναστηλώθηκε για να έρθει και πάλι στο προσκήνιο το 1948 με 1950, όταν στα παράπλευρα της μονής οικόπεδα, ιδρύθηκε Παιδόπολη (για ορφανά κυρίως του εμφυλίου πολέμου, αλλά και άπορα Ελληνόπουλα) με την ονομασία «ΚΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ». Από το 1995 η μονή λειτουργεί ως ανδρών μονή.

-(2) Ευχή ιερομονάχου και υμνωδού, Εφραίμ του Σύρου, περίπου 306-378 ή 379 μ.Χ.).

-(3)  Ο Πρόδρομος Μπαχατίρογλου (Μάκης) ήταν για πολλά χρόνια προσωπικός μου φίλος. Μαζί στο Πανεπιστήμιο, στη φτώχεια, στις οργανώσεις εκδηλώσεων, στη ζωή γενικά. Έγινε ο κουμπάρος μου. Αφότου έφυγα με μετάθεση στα σχολεία των Χανιών (1979), αραιώσαμε δυστυχώς… Πέθανε στα 1997 από εγκεφαλικό.

 


Σχολιάστε