"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Το χρέος απέναντι στην ιστορική μνήμη (Του Σάκη ΜΟΥΜΤΖΗ, “Κ, 28-8-26)

 

 

 

 

 

[Όταν πρωτοδιάβασα την ΕΛΕΝΗ του Ν. Γκατζογιάννη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, έκλαιγα για μέρες... Θυμήθηκα τα αντίστοιχα πάθη της οικογένειάς μας, τα οποία περιέγραψα βασιζόμενος και σε πραγματικά ντοκουμέντα του θείου μου Κυριάκου (Ημερολόγιο) κ.ά. στο βιβλίο μου "ΤΑ ΠΑΙΔΟΠΟΛΙΤΙΚΑ-από την απώλεια στην καταλλαγή", Χανιά, 2023. Στην περιοχή μας (Κεντρική Μακεδονία) διαπράχθηκαν χ ι λ ί ά δ ε ς παρόμοια με την "Ελένη", εγκλήματα από το ΚΚΕ (τους συμμορίτες του Μάρκου Βαφειάδη), τα οποία αποκρύπτει επιμελώς το κόμμα: αρνείται 80 χρόνια μετά να δημοσιοποιήσει τα αρχεία εκείνης της περιόδου (1944-1949), ώστε να μάθουμε για ποιο λόγο εφονεύθησαν ή εκτελέσθηκαν άνανδρα τη νύχτα της 21ης Νοεμβίου 1946 στα χωριά του Κιλκίς και στο χωριό μου (Βάθη Κιλκίς) πάνω από 100 άτομα . Αλλά, με το να μυθοποιεί και να καλλωπίζει μια εποχή εγκλημάτων του, τίποτε δεν το σώζει.. Ο λαός δεν ξεχνά τον προδοτικό του ρόλο, γι αυτό και το έχει καθηλωμένο στο 5-6 % εδώ και πολλές δεκαετίες. Και το χειρότερο  ούτε καν μια συγγνώμη... Στ.Γ.Κ.]

===============================

Το χρέος απέναντι στην ιστορική μνήμη

  • Η Καθημερινή, 28 Aug 2026
  • Του Σακη ΜΟΥΜΤΖΗ

 

Σαν σήμερα, το 1948, εκτελέστηκε από τους αντάρτες η Ελένη Γκατζογιάννη. Ακριβώς ένα χρόνο μετά, έληξε ο αιματηρός και καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος με τη νίκη του Ελληνικού Στρατού επί του ΔΣΕ. Παλαιότερα, αυτήν την ημέρα γιορταζόταν η Πολεμική Αρετή των Ελλήνων, μια γιορτή που καταργήθηκε το 1982.

 

Ενας φίλος εξέφρασε την απορία γιατί ασχολούμαστε ακόμη με αυτήν την ταραγμένη περίοδο. «Αφήστε την ορθόδοξη Αριστερά με τα μνημόσυνά της, το μαρτυρολόγιό της, τις πορείες και τα κάμπινγκ στον Γράμμο και στο Βίτσι. Από το 1991 κάνουν αυτή τη δουλειά, αλλά δεν έχουν ξεκολλήσει από το 5%. Μετά την πτώση του υπαρκτού, το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει ενσωματώσει τον εμφύλιο πόλεμο, ως ταξικό αγώνα, στην ταυτότητά του. Αποτελεί έναν κρίσιμο τομέα στην ιδεολογική περιχαράκωσή του από τη στιγμή που εξέλιπε ο σοβιετικός παράγοντας αναφοράς. Από την άλλη πλευρά, αλήθεια, ποιος νέος άνθρωπος, είκοσι ή τριάντα χρόνων, ενδιαφέρεται για τα όσα έγιναν πριν από ογδόντα χρόνια; Αλλα είναι τα προβλήματά του και οι προτεραιότητές του».

 

Οντως ισχυρά τα επιχειρήματα, όμως αγνοούν το χρέος προς την Ιστορία. Το χρέος απέναντι στα γεγονότα. Η μνήμη δεν διαγράφεται, αποτελώντας το πεδίο ενός κρίσιμου ιδεολογικού αγώνα. Η διαχείρισή της δεν είναι ουδέτερη. Τα αναλυτικά εργαλεία μπορεί να είναι ψυχρά και απρόσωπα, όμως το ερμηνευτικό σχήμα δεν είναι.

 

Συνεπώς, η ανάκληση των γεγονότων αποτελεί μέρος μιας διαρκούς αντιπαράθεσης, όπου η κάθε πλευρά καταθέτει τα τεκμήριά της και προσπαθεί να καταστήσει το δικό της ερμηνευτικό σχήμα ηγεμονικό.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως ευθύς ως κυκλοφόρησε το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη «Ελένη», το ΚΚΕ επιχείρησε να το αποδομήσει στο πραγματολογικό επίπεδο. Εστειλε στην περιοχή της Μουργκάνας απεσταλμένους, οι οποίοι όμως επιβεβαίωσαν τα όσα ανέφερε στο βιβλίο του ο συγγραφέας. Γιατί έκανε αυτή την προσπάθεια το Κόμμα; Διότι η «Ελένη» κυκλοφόρησε την περίοδο που οι διανοούμενοι της Αριστεράς και του «προοδευτικού» χώρου επιχειρούσαν να επανασυγγράψουν την Ιστορία της περιόδου 19431949 και διότι στην εκτέλεσή της εμπλεκόταν εμμέσως και ο Κώστας Κολιγιάννης, πρώην γραμματέας του ΚΚΕ.

 

Είναι αναμενόμενο, με το πέρασμα του χρόνου, όλο και να λιγοστεύει το αναγνωστικό κοινό που ενδιαφέρεται για τον εμφύλιο πόλεμο. Μάλιστα, αν δεν υπήρχε το πολιτικό υποκείμενο που συντηρεί τη μνήμη του προκαλώντας τις αντιδράσεις της απέναντι πλευράς, θα ε ίχε την τύχη του Εθνικού Διχασμού. Σήμερα απασχολεί μόνον τον μικρόκοσμο των ιστορικών. Αν ρωτήσουμε έναν τριαντάχρονο για το Γκέρλιτς, μάλλον θα ακούει για πρώτη φορά στη ζωή του αυτή τη λέξη.

 

Είναι υποχρέωσή μας να θυμόμαστε τι έγινε στην Ελλάδα την περίοδο 1943-1949, ποιοι πολέμησαν και γιατί. Και στη συνέχεια «ο καθένας στο καντήλι του», όπως είχε πει το 1982 ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

 


Σχολιάστε