"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Μια συνέντευξη από την “άλλη πλευρά” στο “Istorima”, για τη ζωή των απαχθέντων Ελληνόπουλων στο ‘Σιδηρούν Παραπέτασμα”

 

 

 

 

Μια συνέντευξη από την “άλλη πλευρά” στο “Istorima”, για τη ζωή  των απαχθέντων Ελληνόπουλων στο ‘Σιδηρούν Παραπέτασμα”

 

«Ήρθαν να σκοτώσουν τον μπαμπά μου γιατί ήτανε παπάς»: Κυνηγημένη από το χωριό Σλήμνιτσα, στους παιδικούς σταθμούς της Ρουμανίας

 

[Την παρακάτω ζωντανή συνέντευξη, καταγραμμένη προφορική αφήγηση, είχε την καλωσύνη, η κα ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ, πολυβραβευμένη συγγραφέας, ιστορικός και αρθρογράφος, να μας την κοινοποιήσει, μέσω του πιο κάτω ηλεκτρονικού συνδέσμου.

Την ευχαριστούμε ιδιαίτερα... Τη συνέντευξη πήρε η Ελπίδα Χάτσιου από τη θεία της Ευγενία Χάτσιου...

 

https://archive.istorima.org/en/interviews/EL-24327#segment-6

 

Αφορά στην περιπετειώδη ζωή μιας απαχθείσας από τους κομμουνιστές αντάρτες (παιδομάζωμα) και τη διαβίωσή της στο “Σιδηρούν Παραπέτασμα¨Αλβανία-Ρουμανία-Ουγγαρία). Η αφήγηση είναι γλαγυρή, ειλικρινής, αυθόρμητη, σε πολλά σημεία επαναλαμβανόμενη (όπως κάθε ζωντανή αφήγηση), δοσμένη όμως, με πολλή αγάπη και τρυφερότητα... Στ.Γ.Κ.)

------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

 

Η αφηγήτρια Ευγενία Χάτσιου, κόρη ιερέα από τη Σλήμνιτσα, περιγράφει πώς άλλαξε η ζωή της οικογένειάς της από το βράδυ που ήρθαν αντάρτες στο σπίτι τους για να σκοτώσουν τον πατέρα της. Αφηγείται πώς βρέθηκε χώρια από γονείς και αδέλφια σε παιδικούς σταθμούς στην Αλβανία και έπειτα στη Ρουμανία, τις δραστηριότητες και τις συνθήκες ζωής της εκεί. Ακόμα, μιλάει για την εικόνα που είχε για την Ελλάδα και πώς αυτή ανατράπηκε βλέποντας και βιώνοντας τις κακουχίες της εποχής στο ελληνικό χωριό Μπελογιάννης της Ουγγαρίας. Τελικά, μιλάει για τη διαδικασία επαναπατρισμού και εγκατάστασης της οικογένειάς της στην Καστοριά και το πώς εξελίχθηκε η ζωή τους μετέπειτα.

 

 

[00:00:00]

Καλησπέρα, θεία μου.

Ε.Χ.(Α).

Καλησπέρα.

Ε.Χ.(Ε).

Θες να μας συστηθείς; Το όνομά σου;

Ε.Χ.(Α).

Ευγενία Χάτσιου. Παπανικολάου το πατρικό μου, και Χάτσιου είναι του συζύγου μου.

Ε.Χ.(Ε).

Τέλεια. Κι εγώ λέγομαι Ελπίδα Χάτσιου, είμαι ερευνήτρια με το Istorima. Σήμερα έχουμε 2 Ιουνίου 2023, βρίσκομαι στο σπίτι της θείας Ευγενίας στην Καστοριά και μπορούμε να ξεκινήσουμε την αφήγησή μας. Είσαι έτοιμη, θεία;

Ε.Χ.(Α).

Έτοιμη.

Ε.Χ.(Ε).

Τέλεια.

Ε.Χ.(Α).

Λοιπόν, γεννήθηκα σε ένα πολύ μικρό χωριό και όμορφο στα σύνορα της Αλβανίας με την Ελλάδα. Το χωριό μου λεγόταν Σλήμνιτσα. Τώρα είναι ακατοίκητο. Αυτό που θα σας πω τα θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια. Η οικογένειά μου ήτανε ο μπαμπάς μου, που ήταν ιερέας, η μαμά μου, η μαμά του μπαμπά μου και πέντε παιδιά, είχε ο πατέρας μου. Θα σας πω αργότερα πού γεννήθηκαν όλα τα παιδιά αυτά, γιατί δεν γεννήθηκαν όλα στο ίδιο μέρος. Λοιπόν, γεννήθηκα το 1930…το 1936, τον Δεκέμβριο. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ καλά. Το χωριό μας ήτανε πολύ μακριά από τον κόσμο, δεν είχε συγκοινωνία, δεν είχε τίποτα μέσα στο χωριό για να ψωνίζουμε και να κάνουμε. Όλα αυτά τα παίρναμε από τις πόλεις. Ερχόταν από το χωριό οι κάτοικοι και ψώνιζαν από την Καστοριά, και ακόμα περισσότερο και από την Αλβανία, γιατί ήμασταν στα σύνορα και βόλευε τότε. Ήταν ανοιχτή η Αλβανία και βόλευε, και πηγαίνανε ο κόσμος και ψώνιζαν και από κει. Το 1947, ως τότε ο κόσμος ζούσε, είχανε κτηνοτροφία και χωράφια, ζώα είχε το κάθε σπίτι, είχε και χωράφια, και όλα τα, τι χρειαζόταν το σπίτι τα μάζευαν για τον χειμώνα. Δούλευαν μόνοι τους και τα μάζευαν όλα για τον χειμώνα, γιατί ήταν μακριά να πάνε να ψωνίσουν από αλλού. Και ήμασταν πολύ ωραία. Όταν ήρθε… Μέσα σε αυτά τα χρόνια είχαμε κι ένα σχολείο τότε, πηγαίναμε και σχολείο, και είχε και δυο εκκλησίες το χωριό. Τώρα, πόσα σπίτια ήταν; Δεν μπορώ να…δεν θυμάμαι κιόλας πόσα σπίτια ήταν, αλλά δεν ήταν πολύ μεγάλο χωριό. Πηγαίναμε στην εκκλησία…

Ώσπου ήρθε το 1947, που θα γινόταν ο Εμφύλιος Πόλεμος. Τα παιδικά χρόνια ήτανε, όπως είναι όλα τα παιδικά όνειρα, ας πούμε, και αυτά, όλων των παιδιών από τα χωριά. Δεν ξέραμε ούτε αυτοκίνητο, ούτε ποδήλατο, ούτε τίποτα, μόνο ζώα είχανε οι χωριανοί. Λοιπόν, φτάνουμε στο 1947. Τότε θα γινότανε ο Εμφύλιος και έπρεπε να μας προστατέψουνε, να ‘ρθουμε στην Καστοριά, να προστατευτούμε από τον πόλεμο που θα γινόταν, τον Εμφύλιο, και περιμέναμε να ‘ρθουνε ο στρατός να μας πάρει για να μας φέρει στην Καστοριά. Α, δεν σας είπα ότι τότε κοντά, πριν το ’47, μερικοί από το χωριό φύγανε, πήγαν στα βουνά, γιατί τότε είχαν βγει οι αντάρτες στα βουνά, και πήγανε νωρίτερα αυτοί. Εμείς όμως, όλο το χωριό, περιμέναμε να φύγουμε με τον στρατό. Το βράδυ του 1947, Ιούλη, 27 Ιουλίου, 26, ξημερώνοντας 27 Ιουλίου, ένα βράδυ ήρθαν στον μπαμπά μου, στο σπίτι –εμείς ήμασταν τότε 3 παιδιά– και χτύπησαν την πόρτα. Κοιμόμασταν όλοι. Το σπίτι ήταν δίπατο. Επάνω κοιμόταν ο μπαμπάς μου και η μαμά μου και κάτω κοιμόμασταν εμείς, 3 παιδιά, με τη γιαγιά. Χτύπησαν την πόρτα, βγαίνει η μαμά στο παράθυρο: «Ορίστε, τι θέλετε;» «Θέλουμε τον παπά». Λέει: «Πού είναι ο παπάς;» «Εδώ είναι –λέει η μαμά μου–, πού να είναι ο παπάς; Κοιμάται» «Να μας οδηγήσεις απάνω». Ανοίγει η μαμά την πόρτα, ανεβαίνουν απάνω. Ο μπαμπάς σαν άκουσε έτσι, ότι δεν ήρθανε με καλό σκοπό, ήρθανε άγρια, δηλαδή μιλούσανε, και όταν άκουσε έτσι, βγήκε από την κρεβατοκάμαρη. Το σπίτι ήτανε, είχε μπαλκόνι από τη μια μεριά και από την άλλη ήτανε τα μαγειρεία και ο κήπος, όλα αυτά. Και βγήκε από το μπαλκόνι και πήδηξε από το μπαλκόνι κάτω. Είχε πόρτα και από μπρος το σπίτι και από πίσω, και ήταν φραγμένο. Όταν πήδηξε κάτω, τον φώναξαν απέξω. Το σπίτι ήταν περικυκλωμένο και ήρθαν με σκοπό για να σκοτώσουν τον μπαμπά μου. Και τον είπανε: «Τώρα θα σε φάμε, δεν γλιτώνεις. Πουθενά δεν μπορείς να πας». Και τότε ο μπαμπάς έκατσε εκεί πέρα. Αυτοί ανέβηκαν απάνω, δεν βρήκαν τον μπαμπά μου και άρχισαν να φωνάζουν: «Πού είναι; Πού είναι;», και κατεβαίνοντας μαχαίρωσαν τη μαμά μου και τη γιαγιά μου. Είχανε μαχαίρια αυτοί, σπαθιά, έτσι. Ήτανε δύο, και στο γύρω-γύρω στο σπίτι ήτανε άλλοι, που το είχαν περικυκλώσει. Και άρχισαν να φωνάζουν: «Πού είναι; Θα σας σκοτώσουμε, θα σας κάνουμε, θα σας ράνουμε». Ο μπαμπάς μου σαν άκουσε έτσι, ότι έγινε αυτό το πράγμα, βγήκε έξω και βγήκε μπροστά τους, αυτοί ήταν στην πόρτα, και τους λέει: «Βρε παιδιά εδώ είμαι, δεν έχω κάνει κακό σε κανέναν. Τι θέλετε από μένα;». Αυτοί… Δεν ξέρω τι να σας πω, για μένα ήταν θαύμα και όποιος το ακούσει αυτό το πράγμα… Ενώ τον ψάχνανε με άγριες διαθέσεις, μόλις τον είδανε, τυφλώθηκαν, μαρμάρωσαν εκεί πέρα, δεν τον πείραξαν καθόλου. Ο μπαμπάς μάς είδε εμάς, που ήμαστε καλά, πέρασε από μπροστά τους και έφυγε. Το σπίτι, εκεί το γύρω μέρος το ήξερε, γιατί ήταν δικό του το σπίτι και ήξερε που πήγαινε. Αυτοί, μόλις είδανε που έφυγε ο μπαμπάς μου, άρχισαν να τρέχουν: «Πού είναι; Μας έφυγε, μας έφυγε». Δεν τον βρήκανε. Και γύρισαν ύστερα σπίτι, μας φώναζαν εμάς, μας έκαναν. Αυτό το… Ήταν οι αντάρτες τότε, οι «συμμορίτες», έτσι τους λέγανε τότε, οι «συμμορίτες», οι αντάρτες. Αυτή είναι δύσκολη ιστορία, αλλά εγώ λέω αυτά που έζησα.

 

Και… Είχαμε μάσει όμως τα ρούχα, που περιμέναμε την άλλη μέρα να ‘ρθουν ο στρατός να μας πάρουνε. Μας πήρανε όλα τα ρούχα, είχαμε και το ζώο, είχαμε ένα μουλάρι, το φόρτωσαν, και μας τα πήρανε όλα, δεν μας αφήσανε τίποτα, αυτά που τα είχαμε μαζέψει. Την άλλη μέρα το πρωί… Και άκουσαν ο κόσμος την ιστορία, τις φωνές από τον μπαμπά μου, απ’ τη γιαγιά μου κι απ’ τη μαμά μου, αλλά ο καθένας φοβόταν να βγει. Ένα ζευγάρι μόνο, ήταν πρόεδρος αυτός, έτσι, ένας κύριος, ένας καλός κύριος με τη γυναίκα του, αυτοί μας συμπαραστάθηκαν. Και περιμέναμε τώρα, γιατί ο μπαμπάς μου δεν ξέραμε πού βρίσκεται, τι κάνει. Την άλλη μέρα το πρωί, βγήκε το χωριό όλο να φύγει. Ήτανε, το χωριό είχε δύο μαχαλάδες, έναν απάνω και έναν από κάτω, και περνούσε στη μέση ένα ποτάμι. Απ’ απέναντι ήταν ο πάνω μαχαλάς, που ο δρόμος απ’ απέναντι οδηγούσε στα σύνορα της Αλβανίας. Και όλος τώρα ο κόσμος αυτός. από τον απάνω μαχαλά κι απ’ τον κάτω, φύγανε όλοι για να παν’ στην Αλβανία. Φόρτωσαν τα ζώα τους… Όχι από μόνοι τους, τους οδηγούσαν οι αντάρτες. Τους είπανε: «Θα ‘ρθείτε μαζί μας, γιατί εδώ θα γίνει πόλεμος». Και μας πήρανε. Πήραν αυτούς, εμείς περιμέναμε, τι να κάνουμε; Ο μπαμπάς μου δεν ήτανε, δεν ξέραμε πού βρίσκεται. Κάποια στιγμή, κατά το μεσημεράκι, βγαίνει ο μπαμπάς μου. Ξύπνησε μάλλον, εκεί ήτανε, είχε πέσει στο ποτάμι και μάλλον είχε χτυπήσει, θα είχε λιποθυμήσει, δεν ξέρω, και όταν ξύπνησε, τότε βγήκε και ανέβηκε πάνω στο σπίτι. Τον βλέπουμε, «Πω, πω» είπαμε, δεν ξέραμε και τι γινότανε, δεν ξέραμε αν ήταν ζωντανός ή όχι. Και μόλις τον είδαμε: «Τώρα τι θα κάνουμε;» είπαμε, έλεγε η μαμά μου. Εμείς μικρούτσικα ήμασταν, εγώ 10 χρονών και τα αδέρφια μου τα άλλα δύο ήταν πιο μικρά. Και τίποτα, περιμέναμε. Ο κόσμος, όλοι, ήταν να φύγουν, έφυγαν. Μετά ήρθανε στο σπίτι μας κάποιοι απ’ τα χωριά, απ’ το χωριό, για να μας πάρουν κι εμάς να φύγουμε, γιατί είχαμε μείνει μόνοι. Μας πήρανε με τα δικά τους ζώα, γιατί εμάς το ζώο το είχανε πάρει και πήραμε ό,τι μπορούσε ο καθένας στα χέρια, ό,τι μπορούσαμε, ό,τι, ό,τι μας είχε απομείνει. Και μας πήγανε στο…στα σύνορα της Αλβανίας. Ήταν ένα μεγάλο μέρος ίσιο, ένα λιβάδι μεγάλο και μας πήγαν εκεί πέρα όλους. Όλο, όλο το απόγευμα ήμασταν εκεί, το βράδυ νύχτωσε.

Τώρα φοβόμασταν μήπως έρθουνε… Α, και στον δρόμο που φεύγανε, που φεύγαμε να πάμε στα σύνορα, φοβόμασταν. Περνούσαν σαύρες στα δέντρα και αυτά, και φοβόμασταν μην τυχόν είναι κρυμμένοι πουθενά οι αντάρτες και βγουν και σκοτώσουν τον μπαμπά μου. Λοιπόν, νύχτωσε και όλο το χωριό μας περικύκλωσε, μας είχε γύρω-γύρω, εμείς στη μέση, μην τυχόν γίνει τίποτα, έρθουν τίποτα, να τον κάνουν κάτι και… Για να επέμβουνε, τι μπορούσε να συμβεί. Αλλά δεν συνέβη τίποτα, εκείνο το βράδυ πέρασαν, αλλά αυτοί είχαν, είχαν πάρει διαταγές να σφάξουν, να σφάξουν…

Λέω αυτή τη λέξη, δεν είναι καλή λέξη, να σκοτώσουν τον μπαμπά μου, αλλά πριν έρθουν στον μπαμπά μου, πήγαν σε ένα άλλο χωριό νωρίτερα, στο Μονόπυλο και σκότωσαν, κυριολεκτικά, δηλαδή ντρέπομαι που το λέω και όχι ντρέπομαι, θλίβομαι που το λέω, τοn σφάξανε. Τον βρήκαν κατά δω και κατά εκεί τον παπά. Και ήρθανε το ίδιο να κάνουν και στον μπαμπά μου, αλλά μεσολάβησε αυτό το πράμα, και γλίτωσε ο μπαμπάς μου. Και εκείνο το βράδυ, πέρασαν ύστερα από κει, αλλά δεν τον έκαναν τίποτα. Έλεγαν: «Να, να ο παπάς, να ο παπάς».

 

[00:10:00]

Δηλαδή μόνο ό,τι ήταν να γίνει το προηγούμενο βράδυ θα γινότανε, μετά δεν έγινε τίποτα. Ε, καθίσαμε εκεί στα σύνορα κάνα, καμιά βδομάδα καθίσαμε; Πόσο καθίσαμε, δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, και μετά μας βάλανε όλους στην Αλβανία. Αλλά όχι εμείς οικειοθελώς. Μας υποχρέωσαν οι αντάρτες να πάμε στην Αλβανία, τάχατε να γλιτώσουμε απ’ τον πόλεμο. Όπως ήταν όλη η Ελλάδα να γίνει ο πόλεμος, θα ήταν και για μας. Γιατί να μας πάνε στην Αλβανία; Τέλος πάντων. Τελείωσε αυτό το θέμα εκεί πέρα. Καθίσαμε πόσο καθίσαμε, περιποιούνταν τα χέρια της μαμάς μου, της γιαγιάς μου, γιατί ήτανε χάλια με αίματα και με τέτοια, τις πληγές, και κάποια μέρα, τώρα δεν θυμάμαι πόσο καθίσαμε εκεί, μας βάλανε όλους μέσα στην Αλβανία, όλο το χωριό. Το χωριό εγκαταλείφθηκε. Από τότε είναι εγκαταλειμμένο το χωριό, δεν, δεν γυρίσαμε πίσω ποτέ. Και όταν μπήκαμε στην Αλβανία, πάλι μας βάλανε σε κάτι σπίτια, καταλύματα, σε σπίτια για να δούνε πού θα μας πάνε. Μας βάλανε σε σπίτια αλβανικά. Ήτανε αυτό τον Αύγουστο, Ιούλιο με Αύγουστο. Και πήγαιναν οι γονείς μου και όλοι οι άντρες, οι γυναίκες, στα χωράφια, βοηθούσαν τους Αλβανούς, που μας φιλοξενούσαν, που μας φιλοξένησαν. Ύστερα, κατά τον Σεπτέμβριο, μας φόρτωσαν σε κάρα, που εμείς στο χωριό δεν είχαμε δει ούτε ποδήλατο ούτε κάρο ούτε τίποτα, τότε μας φόρτωσαν σε κάρα και μας πήγανε σε ένα μέρος, που εκεί ήτανε κάτι γκρεμισμένα σπίτια, τολ στρατιωτικά; Κάτι ήτανε. Όλα γκρεμισμένα. Και εμείς, ο κόσμος, γιατί ερχόταν ύστερα Σεπτέμβριος-Οκτώβριος, ερχότανε βροχές και τέτοια, και ό,τι σκεπάσματα είχαμε πάρει μαζί μας, -τότε υφαντά είχανε, κουβέρτες και τέτοια, δεν υπήρχαν, κάτι υφαντά- και κάναμε σκηνές, για να μην μας πιάσουν οι βροχές. Μετά που πέρασαν 2-3 μήνες, εγώ τότε αρρώστησα κιόλας, γιατί από κακουχίες και τέτοια και αρρώστησα, τύφο είχα πιάσει. Με πήγανε στην Κορυτσά και έγινα καλά. Στο μεταξύ, για να… Μάλλον, αυτό με συνεννόηση με τους Αλβανούς πήρανε ξυλείες, πράγματα, για να κάνουν αυτές τις, τα σπίτια αυτά…όχι τα σπίτια, τα τολ, εκείνα που ήταν κατεστραμμένα, να κάνουνε σκεπές, πράγματα, για να μπει ο κόσμος μέσα, γιατί θα πιάνανε οι βροχές. Στο μεταξύ, πριν μπούνε, τον χειμώνα μπήκαν μέσα, έστειλαν αυτοκίνητα και πήρανε τα παιδιά όλα από τους γονείς, για να τους… Μας… Τα πήγανε, γιατί εγώ ήμουν άρρωστη, δεν πήγα με αυτά τα αυτοκίνητα τα πρώτα, τα πήγανε σε παιδικούς σταθμούς μες στην Αλβανία, στη Σκόδρα και στην Αυλώνα. Και όταν με πήγανε κι εμένα στο τέλος, δεν ήμουνα με τον αδελφό μου, ήμουνα με άλλα παιδιά σε άλλη πόλη στην Αλβανία. Τότε ανέχεια είχε η Αλβανία, ήταν πολύ φτωχιά χώρα. Μπήκαμε κι εμείς μέσα τόσοι. Αυτοί δεν μπορούσαν τον εαυτό τους να ταΐσουνε. Τέλος πάντων, μας τάισαν, μας κάνανε συσσίτιο. Βράζανε καζάνια, και πηγαίναμε την κατσαρόλα μας και μας έδιναν ένα κουτάλι φαγητό για τον καθένα. Αυτή είναι η ιστορία δηλαδή. Τα λέω, γιατί τα πέρασα αυτά τα πράγματα, γι’ αυτό τα λέω αυτά. Γιατί τα άλλα στο χωριό, εντάξει, όπως όλα τα παιδιά, ζήσαμε κι εμείς. Μετά ήρθανε, στο τέλος, μάσανε και τα υπόλοιπα παιδιά που είχανε μείνει, τα πήραν απ’ τους γονείς, να μας πάνε σε παιδικούς σταθμούς. Θα πρέπει να καθίσαμε κάνα χρόνο στην Αλβανία; Χώρια απ’ τους γονείς. Και δεν τους άφηναν να ‘ρθουνε στους παιδικούς σταθμούς για να μας δούνε. Αυτοί ήτανε σε αυτό, το Prrenjas λέγεται, ένα μεγάλο μέρος εκεί. Και δεν ήταν μόνο το χωριό. Όλη η Δυτική Μακεδονία από δω, Φλώρινα, Γρεβενά, Κοζάνη, όλη η Δυτική Μακεδονία και όλα τα χωριά ήτανε σε αυτά, σε αυτό εκεί το μέρος. Ήταν ένα τεράστιο μέρος, ίσιο, και όλοι ήταν εκεί πέρα.

 

Θεία μου, πριν μου πεις για τους παιδικούς σταθμούς, σε πειράζει να σου κάνω κάποιες ερωτήσεις πιο-

Ε.Χ.(Α).

Ναι-

Ε.Χ.(Ε).

υγκεκριμένες, γι’ αυτά που μου είπες ήδη;

Ε.Χ.(Α).

Ναι, ναι.

Ε.Χ.(Ε).

Θυμάσαι, ας πούμε, τι-

Ε.Χ.(Α).

Έκλεισες;

Ε.Χ.(Ε).

Όχι, συνεχίζουμε, απλά θα ήθελα να μου πεις μερικές λεπτομέρειες, άμα δεν σε πειράζει.

Ε.Χ.(Α).

Ναι.

Ε.Χ.(Ε).

Θυμάσαι τι τρώγατε ακριβώς; Τι σας ταΐζανε ως παιδιά; Και μόνοι σας, όταν ήσασταν, αλλά και με τις οικογένειές σας.

Ε.Χ.(Α).

Να σου πω την αλήθεια, Ελπίδα, μας ταΐζανε, δεν θυμάμαι. Στην Αλβανία θα μας ταΐζανε, δεν μπορεί. Ύστερα, που θυμάμαι που πήγαμε σε καλούς παιδικούς σταθμούς, τρώγαμε πάρα πολύ καλά. Θα σου πω εκεί, όταν πήγαμε πιο, τα άλλα. Εκεί που ήμασταν τώρα, στο χωριό αυτό που ήμασταν, μας δίνανε, κάνανε καζάνι. Λάχανα, φασόλια, πράσα. Μαγείρευαν. Καζάνια ολόκληρα και πηγαίναμε όλοι με τις, όπως πήγαινε ο στρατός με τις καραβάνες, πηγαίναμε με την κατσαρόλα, και μας δίνανε. Και να σου πω και την αλήθεια, εγώ, επειδή ήμασταν πολλά άτομα, καθόμουν ως το τέλος, αν περίσσευε κάτι, να μου έδιναν κάνα κουτάλι παραπάνω. Ε, και ύστερα, ήρθε και η σειρά μου να με πάρουνε. Με πήρανε. Τα αυτοκίνητα αυτά, όμως, περνούσαν, εμείς ήμασταν στη Σκόδρα, περνούσαν από το χωριό, που ήταν οι γονείς μου εκεί πέρα. Μπήκαμε, τον χειμώνα μπήκαν εκεί πέρα. Πριν πάμε, που φύγαμε, εκεί ύστερα βάλανε, κρεβάτια δεν είχε, ήταν μεγάλες αίθουσες, πώς είναι τα στρατιωτικά, έτσι αυτά όλα, μεγάλες αίθουσες σκεπασμένες όμως, τις σκέπασαν, για να μην μας μπαίνει η βροχή και το κρύο, και βάλανε σανίδια. Από ένα μέτρο σχεδόν ο καθένας, ο ένας κοντά στον άλλον, ο ένας κοντά στον άλλον, ίσα-ίσα, ούτε μισό μέτρο να αφήσεις, ίσα-ίσα, για να μπορεί να σηκωθεί ο κάθε άνθρωπος. Ήταν δύσκολα χρόνια τότε, τι να σου πω! Δεν ξέρω. Γιατί δεν είχαν και κάτι να μαγειρέψουνε, ούτε και τι να μαγειρέψουνε, αλλά και πού να μαγειρέψουνε. Αλλά ήτανε, τους τάιζαν έτσι, αυτό, τους έδιναν… Εμάς που μας πήγαν, ύστερα, στον παιδικό σταθμό θα μας τάιζαν εκεί στην Αλβανία, δεν μπορώ να πω, κάτι θα ήταν. Φτώχια ήταν όμως. Ήταν και πιο μικρά παιδιά, ήταν και 4 χρονών, εγώ 10, ήταν και 4 χρονών τα μικρότερα. Και η αδερφή μου η μικρή δεν ήτανε, γιατί πήγαν να τη δώσουν μια φορά, που την πήρανε, θα την έπαιρναν, που μάζεψαν όλα τα παιδιά, αλλά είδαν ο μπαμπάς μου και η μαμά μου ότι δεν έδιναν πολλή σημασία ποια παιδιά παίρνουν, ποια όχι, και δεν το δώσαν το κορίτσι, δεν. Δεν το πήραν με το αυτοκίνητο και έμεινε με τους γονείς μου. Αυτή ήταν μαζί τους. Εμείς με τον μεγάλο μου τον αδερφό ήμασταν στην Αλβανία χώρια. Δεν τον έβλεπα εγώ ούτε με ήξερε κι αυτός πού είμαι, πού δεν είμαι. Τώρα πέρασε ο καιρός, πρέπει κει και να πηγαίναμε και σχολείο στην Αλβανία κάπου. Δεν νομίζω σχολείο, σε παιδικό σταθμό ήμασταν. Εκεί πού σχολείο και πού… Τόσα παιδιά που ήμασταν, εκατομμύρια παιδιά. Εκατομμύρια… Τέλος πάντων, πολλά παιδιά.

Και ύστερα, το ‘48… Το ‘48 πρέπει να ήμασταν εκεί. Το ‘49 μας πήραν από κει, μας φόρτωσαν σε αυτοκίνητα, που φορτώνουνε τα ζώα μέσα με άχυρα και τέτοια, μας φόρτωσαν για να πάμε στη Ρουμανία. Θα μας πήγαιναν, αλλά θα περνούσαμε μέσα από τη Γιουγκοσλαβία, για να πάμε, ως τα σύνορα δηλαδή, που θα πηγαίναμε ως τη Γιουγκοσλαβία. Εκεί, ύστερα, στα σύνορα αυτά, μας βγάλανε από τα αυτοκίνητα αυτά και μας βάλανε σε κάτι τρένα. Τρένα της κακιάς της ώρας. Κρύο! Διψούσαμε! Τότε δεν ήταν κρύο, που φύγαμε… Ήτανε, ναι, ναι, κρύο. Χειμώνας. Δεν ξέρω τώρα τι ήτανε, Νοέμβριος; Τον άλλο χρόνο, το ‘48. Το ‘48 ήμασταν στην Αλβανία, το ‘49. Και μπήκαμε στη Γιουγκοσλαβία. Μας βάλανε σε κάτι τρένα, σου λέω, χάλια. Διψούσαμε και γλείφαμε τα… Από πολλά παιδιά που ήταν και πολλή βαβούρα μέσα το τρένο, έτρεχαν σταγόνες νερό, ήτανε τα, αυτά, οι αναθυμιάσεις, πώς λέγονται; Τα νερά που τρέχουνε. Και γλείφαμε τα τζάμια για να δροσιστούμε. Ε, τελικά… Α, και μας είπαν: «Μην φωνάζετε, μην κάνετε», που περνούσαμε από εκεί, να μην κάνουμε φασαρία, ούτε με το τρένο, γιατί τάχατε τότε ο Τίτο μας είχε χτυπήσει πισώπλατα. Ήτανε μαζί με τον Στάλιν τότε ο Τίτο, και μας είπαν: «Μην τυχόν φωνάξετε και ακούσουνε. Και θα μας γυρίσουν πίσω, δεν θα μας αφήσουν να πάμε στη Ρουμανία». Τελικά φτάσαμε κάποια στιγμή και στη Ρουμανία. Εκεί μας περίμενε ένα μεγάλο, ωραίο τρένο με κάτι καθίσματα βελούδινα, σαν να ήτανε τότε βγαλμένο αυτό το τρένο, ειδικά για μας. Μας δώσανε δέματα με φαγητό μέσα στο τρένο, έτσι σάντουιτς και πράματα. Ώσπου φτάσαμε, μας πήγαν σε ένα μέρος, σε ένα σπίτι πολυτελείας. Όχι πολυκατοικία. Εκεί πρέπει να ήτανε ξενοδοχείο παλαιότερα; Υπηρεσίες πρέπει να ήτανε; Πολύ ωραίο. Εκεί αρχίζει η καλή μας η ζωή. Εμείς ήμασταν μικρά, ό,τι θέλαμε κάναμε. Ούτε φόβο, ούτε μιλούσαμε για γονείς, ούτε τίποτα. Οι γονείς ήταν που είχαν τα ζόρια τους, που είχαν τη στεναχώρια τους, γιατί δεν ξέρανε πού βρισκόμαστε. Είμαστε καλά; Δεν είμαστε; Τίποτα.

 

[00:20:00]

Και μετά από πόσον καιρό, δεν ξέρω, μέσω Ερυθρού Σταυρού, μας βάλανε και γράψαμε γράμματα, κι εμείς δεν ξέραμε πού να στείλουμε γράμματα, αλλά να γράψουμε ότι: «Είμαστε καλά», και τα δώσαν στους γονείς μας να μάθουν ότι είμαστε καλά. Οι γονείς ήταν στην Αλβανία. Μετά, τους πήραν και τους γονείς, όλους αυτούς του μεγάλους ανθρώπους, που είχανε μείνει, αυτούς τους πήγανε στην Ουγγαρία. Εμείς τα παιδιά στη Ρουμανία, οι γονείς στην Ουγγαρία. Τι άλλο να πω για αυτό;

Γνωρίζεις-

Ε.Χ.(Α).

Ως εδώ-

Ε.Χ.(Ε).

Τι έκαναν οι γονείς στην Ουγγαρία; Γιατί τους ήθελαν εκεί;

Ε.Χ.(Α).

Ναι, ναι. Εκεί θα πούμε τώρα, είπα μήπως εδώ, λίγο νωρίτερα… Ναι. Εκεί στην Ουγγαρία –εγώ δεν ξέρω, όταν πήγα ύστερα, θα σας πω– κι αυτοί πήγανε, μάλλον δεν είχε τίποτα, χτίσανε ένα χωριό εκεί, οι ίδιοι οι Έλληνες, όχι μόνο το χωριό μας, ήταν πολλοί Έλληνες τώρα εκεί, όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι. Και χτίσανε… Α, ξέχασα να σας πω ότι όταν μπήκαμε στη Ρουμανία, ήρθα τότε, το ’48, στη Ρουμανία, το ’49, όχι…’48, ήταν ο Πόλεμος στην Ελλάδα, είχε ξεκινήσει ο Εμφύλιος, και ήρθανε και μας… Τώρα μιλάμε για τους κομμουνιστές, τους αντάρτες τους δικούς μας. Οι Ρουμάνοι, οι Αλβανοί δεν είχαν καμιά σχέση με μας, ούτε και μας… Που μας κακομεταχειριζόταν και μας έλεγαν λόγια και τέτοια, οι δικοί μας τα ‘καναν αυτά. Και ήρθανε και μας είπανε: «Πόσα παιδιά είστε; Πόσων χρονών είστε;» Από 15 χρονών και πάνω τα παιδιά τα πήρανε όλα αντάρτες. Α, κι εκεί που πήγαμε, πριν ακόμα πω για τους αντάρτες, μας… Εμείς ήμασταν βρόμικα, χάλια. Μας πήρανε, μας άλλαξαν, μας έδωσαν πιτζάμες καθαρές, γιατί αλλάξαμε το μέρος, τότε ήτανε λίγο χειμώνας, έτσι έκανε κρύο, και δεν μας άφηναν να βγούμε καθόλου, γιατί ήταν η αλλαγή της θερμοκρασίας. Εκεί έκανε πολύ κρύο, εδώ ήταν πιο ζέστη. Εμείς είχαμε ζέστη στην Ελλάδα, εκεί έκανε πολύ κρύο. Και μας δώσανε ρούχα και μας κρεμάσανε στο, στον λαιμό έναν σταυρό, ένα.. Σαν, σαν, σαν ένα ευρώ κρεμασμένο με κλωστή με, απ’ τη μια μεριά φωτογραφία, ας πούμε, του Μάρκου Ζαχαριάδη, του, πώς τον λέγανε; Μάρκου Βαφειάδη, του Μάρκου Βαφειάδη. Αυτός ήτανε τότε μέλος αυτής της επιτροπής στον ανταρτοπόλεμο, στον ελληνικό… στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, και ο Ζαχαριάδης, ο Νίκος Ζαχαριάδης. Αυτούς τους δυο τους ξέραμε εμείς, που μας έλεγαν. Και απ’ τη μια μεριά, και απ’ την άλλη μεριά είχανε, είχαμε αριθμούς, που με αυτόν… Δεν λέγαμε ονόματα, λέγαμε τον αριθμό μας και τα ρούχα που μας πλένανε, που μας δίνανε, μας καθάρισαν και μας δώσαν ρούχα καθαρά, και όταν τα μαζεύαν τα ρούχα να τα πλένουν για να τα πάρουμε με τα, με τους αριθμούς. Τι αριθμό είχαμε στον, σε αυτό που είχαμε κρεμασμένο στον λαιμό, με αυτόν τον σταυρό, με αυτόν τον αριθμό ήταν και τα ρούχα μας για να φορέσουμε. Και από κει και ύστερα μας έλεγαν ότι… Α, κι εμείς θέλαμε, τα πιο μικρά, γιατί έτσι μας έλεγαν, ότι στην Ελλάδα –κι εμείς μικρά δεν ξέραμε– νομίζαμε ότι η Ελλάδα είναι όπως είναι, όπως ήταν το χωριό μας. Στην Ελλάδα πεινούνε, δεν έχουν τίποτα, δεν έχουν να φάνε, πουλάνε τα παιδιά τους οι γονείς, και εμείς θυμόμασταν από τα χωριά μας πως ήτανε, αλλά, ξέρετε, τα μικρά παιδιά ό,τι, ό,τι τα λένε μαθαίνουνε. Και θέλαμε έτσι να λέμε ότι είμαστε μεγάλα για να πάμε. Και έλεγαν ότι: «Να, εμείς θα πολεμήσουμε και θα ανοικοδομήσουμε την Ελλάδα. Θα την ελευθερώσουμε και θα την ανοικοδομήσουμε», που θα γινόταν ο Πόλεμος ο Εμφύλιος.

Θα σε πάω λίγο στο ότι μας είπες ότι σας έπλεναν, σας έντυναν, θες να… Επειδή μου έχεις πει λεπτομέρειες πάνω σε αυτό, πώς σας έπλεναν, ας πούμε; Τι θυμάσαι από αυτό;

Ε.Χ.(Α).

Όχι, εκεί που πήγαμε. Στην Αλβανία δεν θυμάμαι τίποτα από τέτοια.

Ε.Χ.(Ε).

Πιο μετά, στο…

Ε.Χ.(Α).

Μετά, στη Ρουμανία; Είχε μπάνια, μας βάλανε κάναμε μπάνια μόνοι μας. Είχαν μπανιέρες, είχαν ζεστά νερά στο Βουκουρέστι. Όλα ήτανε πολύ ωραία, πολύ ωραία, μας περιποιήθηκαν οι άνθρωποι. Και τι δεν κάνανε! Δεν είχαμε παράπονα. Αλλά το παράπονό μου, εμένα τουλάχιστον, είναι, γιατί εγώ ήξερα ότι ο μπαμπάς μου ήταν παπάς, και με το να μου λένε εμένα ότι: «Δεν υπάρχει Θεός και δεν υπάρχει αυτό και δεν υπάρχει το άλλο», είχα σκοπό ότι όταν με ζήτησε ο μπαμπάς μου να πάω –αργότερα θα σας πω– στην Ουγγαρία, είχα σκοπό να τον, να τον πω να ξυριστεί, να βγάλει τα… γιατί «δεν υπάρχει Θεός». Πώς ως τότε εγώ, και πώς εγώ ήξερα, είχα μπαμπά παπά, και γύρισα που μου λέγαν αυτοί ότι «δεν υπάρχει Θεός», και οι Ρουμάνοι πήγαιναν, οι καθηγητές πήγαιναν στην εκκλησία, τους βλέπαμε, είχαμε στη γειτονιά, εκεί στο, στη σχολή που ήμασταν στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι… Α, έφυγα, νωρίτερα, έφυγα γρήγορα, τέλος πάντων… Και πήγαιναν στην εκκλησία και λέγαμε: «Πώς γι’ αυτούς έχει και για μας δεν έχει Θεός;». Και εκεί καθίσαμε σε εκείνο το ωραίο το σπίτι, που σας λέω, την οικοδομή αυτή την ωραία, και μετά μας βάλανε σε παιδικούς σταθμούς. Σε διάφορους. Δεν καθίσαμε πολύ εκεί. Μετά μας βάλανε σε, σε ειδικά παιδικούς σταθμούς, σε ένα μέρος μεγάλο που είχε πολλά κτίρια και εκεί πέρα ήμασταν, πηγαίναμε σχολείο, τρώγαμε. Θυμάμαι είχαμε εστιατόριο έτσι ωραίο εκεί πέρα, πολύ. Και όταν πήγαμε εκεί σε αυτό, σε αυτό το κτίριο που πήγαμε στην αρχή, είχε κάτω τραπεζαρία, κατεβαίναμε, τρώγαμε. Κάθε πρωί κάναμε γαργάρα, μας έδιναν και κάναμε γαργάρα για να…για τον λαιμό μας, για να είμαστε καλά. Για τότε, μόλις είχαμε πάει, γιατί προχώρησα τώρα. Αυτά θυμάμαι, ξέρω ‘γω; Λίγο και τα χάνω. Τέλος πάντων, ό,τι λέω.

Ε.Χ.(Ε).

Σας έκαναν καθόλου εμβόλια ή κάτι…

Ε.Χ.(Α).

Όχι. δεν θυμάμαι τέτοια.

Ε.Χ.(Ε).

Σας έδωσαν φάρμακα;

Ε.Χ.(Α).

Όχι, όχι. Μόνο τη γαργάρα θυμάμαι. Και μας πρόσεχαν, εκεί μας πρόσεχαν πολύ. Στα κρεβάτια, μεγάλα κρεβάτια, έτσι μεγάλα δωμάτια, αλλά δωμάτια όχι σαν τα στρατιωτικά, από, από οικοδομή. Αλλά σας λέω, αυτό πρέπει να ήτανε ξενοδοχείο, πρέπει να ήτανε καινούριο κτίριο και όλο μάρμαρα, όλο καθαριότητα. Κι από κει ύστερα φύγαν αυτά τα παιδάκια, που φύγανε για φαντάροι, που όλοι σκοτώθηκαν, κανένα δεν γύρισε. Αυτοί θέλανε να πάρουν αυτά τα παιδιά για να δείχνουνε οι αντάρτες ότι έχουν πολύ στρατό, για να φαίνονται. Αυτά που ξέρανε, μικρά παιδιά, 15 χρονών, να κρατήσουν όπλο; Και μετά πήγαμε στους παιδικούς σταθμούς, θα καθίσαμε κι εκεί κάμποσο, δεν ξέρω. Ήρθε καιρός τώρα να μας στείλουνε σε σχολές. Ήρθανε και μας είπανε… Α, κι εκείνο το, εκεί που πήγαμε στο αυτό, δεν ήταν τόσο καλά. Είχαμε ένα, σε… Μπαίνοντας σε κτίρια έτσι, βρύσες, όχι στα δωμάτια ή στους ορόφους, έξω. Μπαίνοντας είχαμε βρύσες πολλές μαζί με σιδερένια, πώς λέγονται αυτά τα…; Που πλένονται. Λεκάνες, αυτές οι λεκάνες, εκεί πλενόμασταν. Και κάθε πρωί πλενόμασταν, μας έβαζαν να πλενόμαστε, και στις σχολές που ήμασταν πάντα να πλενόμαστε από τη μέση και κάτω, και μπάνιο κάναμε, και το πρωί βγαίναμε και τρέχαμε στο χιόνι για να, πρωί-πρωί, για να κάνουμε γυμναστική. Μας είχανε σκληραγωγήσει δηλαδή, μας πρόσεξαν πάρα πολύ. Και οι Ρουμάνοι έλεγαν: «Ήρθατε εσείς και πήρατε τις θέσεις τις δικές μας», οι, τα παιδιά. Αλλά πάντα είχαμε Έλληνες αυτούς, παιδαγωγούς στους παιδικούς σταθμούς. Κάποια στιγμή πέρασα, τώρα τελείωσε, η χρονιά μας θα τελείωσε, δεν ξέρω. Εγώ τετάρτη τάξη ήμουν, όταν έφυγα. Αν είχα τελειώσει το σχολείο; Και ήρθανε να μας πούνε να δηλώσουμε σε ποια σχολή θέλουμε να πάμε. Και δηλώσαμε. Εγώ δήλωσα Υγειονομική σχολή. Αυτή ήτανε 4 χρονών για, 4 χρόνια για βοηθοί γιατρού. Γιατρούς…Όχι γιατρός, βοηθοί, βοηθός γιατρού. Και πήγαμε στη σχολή στο Βουκουρέστι. Φύγαμε από τους παιδικούς σταθμούς. Εκεί όμως μας ταΐζανε καλά στους παιδικούς σταθμούς, θυμάμαι δυο πιάτα: Ένα κάτω μας βάζανε σούπα και από πάνω μας βάζανε διάφορα φαγητά, και τυριά και τα πρωινά… Μας τάιζαν πολύ καλά, πολύ καλά, στη Ρουμανία αυτά τα πράγματα. Και πήγαμε, που λες, στη σχολή. Ήμασταν 64 κορίτσια, με Ρουμάνους μαζί, με Ρουμάνες. Αλλά οι Ρουμάνες, επειδή δεν ξέραμε πολύ καλά τη γλώσσα, μας βάλανε τον πρώτο χρόνο, βρήκαν, ήρθε ένας Ελληνορουμάνος, που ήταν αυτός παλιά στη Ρουμανία, βλάχος ήτανε, και ήταν από πιο παλιά στη Ρουμανία και μας έκανε χώρια εμάς έναν χρόνο, τα Ελληνόπουλα, να μάθουμε τη γλώσσα πρώτα και ύστερα να μας βάλουν σε τάξεις με τις Ρουμάνες.

[00:30:00]

Πώς σου φάνηκε η γλώσσα;

Ε.Χ.(Α).

Καλή.

Ε.Χ.(Ε).

Καλή; Την-

Ε.Χ.(Α).

Καλή-

Ε.Χ.(Ε).

Έμαθες εύκολα;

Ε.Χ.(Α).

Ναι, ναι. Ναι, με έμαθα, αλλά μάθαμε, όλες δηλαδή, επιστημονικούς όρους, του σχολείου όρους, όχι πως μιλάνε στα χωριά, πιο άνετα, πιο βαριά. Εμείς ήμασταν απ’ τη σχολή, αυτά. Και στη σχολή που πηγαίναμε, φεύγανε οι Ρουμάνες κι εμείς καθόμασταν μέσα. Στις διακοπές που φεύγανε, κι εμείς καθόμασταν μέσα. Και δυο κορίτσια από εμάς είχαν μάθει πιάνο, δυο φιλενάδες εκεί από τα κορίτσια, κι έπαιζαν αυτά πιάνο κι εμείς χορεύαμε, «τραλαλά, τραλαλά», μικρά παιδιά. Τι μικρά τότε; Είχαμε, θα είχαμε φτάσει πια, πόσο χρονών θα ήμουνα τότε; Το ’50; Το ’49; Θα ήμουν 12, 12-13; Και έτσι που λες, Ελπίδα μου. Τώρα, από εκεί όμως μας βάζανε, μας ντύνανε, στη Ρουμανία, μας ντύνανε καλά, όλοι ίδιοι, όλα τα ρούχα ίδια, με παλτά βύσσινα, ταγιέρ με πουκαμισάκια άσπρα, με μποτάκια και τα καλτσάκια διπλωμένα πάνω εκεί, με μια κορδελίτσα απάνω στο κεφάλι άσπρη γιατί, της σχολής, επειδή ήταν Υγειονομική σχολή, και ήμασταν όλα ίδια, ίδια φορεμένα. Και μας βγάζανε στα πάρκα, μας πήγαιναν σε μουσεία, μας πήγαιναν σε σινεμά και έλεγαν, μας έλεγαν οι Ρουμάνες, έλεγαν: «Α, τα καημένα τα ορφανά, τα Ελληνόπουλα τα ορφανά». Γιατί ήμασταν σαν ορφανοτροφείο, τραγουδούσαμε και μας χάζευαν οι Ρουμάνοι, που μας βλέπανε όλους στη σειρά έτσι, ορφανοτροφείο. Δεν μπορώ να πω, εκεί περάσαμε πολύ ωραία. Αλλά γονείς τίποτα, δεν ξέρανε. Και ύστερα πάλι με τον Ερυθρό Σταυρό, μέσω Ερυθρού Σταυρού, πάλι έτσι μάθανε πού βρισκόμαστε και… Ήταν καλά, περάσαμε καλά. Τώρα ό,τι και να πω αυτά ήταν πολλά χρόνια, εγώ τώρα είπα ό,τι θυμάμαι, περίληψη από τη ζωή μου, ό,τι θυμάμαι, δε, δεν ξέρω. Τελείωσα τη σχολή, 2 χρόνια καθίσαμε στο Βουκουρέστι και 2 χρόνια πήγαμε σε μια άλλη πόλη, στο Σιμπίου, για να τελειώσουμε. Εκεί κάναμε και πρακτική στη σχολή, και όταν τελείωσε και η σχολή, ο μπαμπάς μου μας, μου έκανε χαρτιά για να με πάρει στην Ουγγαρία.

Εγώ απ’ τη μία ήθελα να πάω, απ’ την άλλη δεν ήθελα, γιατί ο μπαμπάς μου ήταν παπάς, κι εγώ ντρεπόμουνα στη σχολή να λέω ότι είναι παπάς, έλεγα ότι είναι ράφτης, γιατί θα με κορόιδευαν ύστερα εκεί πέρα, ότι ο μπαμπάς μου είναι παπάς. Θα μου έλεγαν: «Εσύ, παπαδοκόρη» και «Δεν υπάρχει Θεός», και όπως μας έλεγαν κιόλας πως: «Δεν υπάρχει Θεός». Ε, μας πήρανε ύστερα στον μπαμπά, ο μπαμπάς μας μας πήρε στην Ουγγαρία, μας κάνανε χαρτιά και με πήρανε. Με τον αδελφό μου, εντωμεταξύ, δεν, δεν είχαμε ανταμώσει καθόλου όλα αυτά τα χρόνια. Και όταν εγώ πήγα στην Ουγγαρία, ήρθε και ο αδερφός μου και ανταμώσαμε στην Ουγγαρία εκεί με τον, με τους γονείς μου. Ούτε να ακούσω για την Ελλάδα. Εκεί ερχόταν Ηπειρώτες που κάναν εκδρομές, αυτό, αποστολές, για να κάνουν επαναπατρισμό στην Ελλάδα και έλεγαν: «Πώς θα φύγουμε, πώς;», ο μπαμπάς μου δεν μπορούσε. Εκεί που ήταν ο μπαμπάς μου, δεν εξασκούσε το επάγγελμα φανερά. Είχε το χωριό μια εκκλησία, αυτό το χωριό τον χτίσανε ειδικά για τους Έλληνες, οι Έλληνες το είχαν αυτό, με δυο δωμάτια, ένα δωμάτιο, μια κουζίνα και μια αποθήκη, τουαλέτα είχαν έξω, και ήταν πιο… Ήταν δύσκολα τα χρόνια, μην κοιτάς στους παιδικούς σταθμούς και στο Βουκουρέστι. Εμείς είχαμε, σαν παιδιά, είχαμε περάσει πάρα πολύ ωραία. Με τα πόδια πηγαίναμε στο νοσοκομείο, κάναμε τις πρακτικές μας, όλα, πήρα και το πτυχίο μου, και μόλις πήρα το πτυχίο, βοηθός γιατρού, τότε έφυγα για την Ουγγαρία. Και ο μπαμπάς μου και η μαμά μου δούλευαν στο ραφείο, είχαν εκεί στο χωριό. Και εκεί υπήρχε και μια εκκλησία και ο μπαμπάς μου πήγαινε στα σπίτια και λειτουργούσε… Όχι να λειτουργήσει. Όταν χρειαζόταν κάποιος να παντρευτεί –μακριά από δω– σε κηδείες, σε βαφτίσεις, σε πράματα, πήγαινε στην εκκλησία και στα σπίτια πήγαινε και τους διάβαζε κρυφά. Κρυφά! Ό,τι μπορούσε έκανε, δεν ήταν φανερά αυτά τα πράματα, δεν ήταν εκκλησίες. Ήτανε κρυφά, που πήγαιναν στην εκκλησία εκεί. Οι Ρουμάνοι και οι Ουγγαρέζοι πίστευαν, γιατί ήτανε οι Ρουμάνοι ήταν ορθόδοξοι, και οι Ουγγαρέζοι νομίζω, πρέπει. Αλλά οι δικοί μας, αυτοί μας τα κάναν αυτά τα πράματα, ότι δεν υπάρχει, ότι δεν κάνει, ότι δεν ράνει. Και ως εκεί, και ως και στην Ουγγαρία που ήτανε, πάλι αυτοί κάνανε κουμάντο. Και κάποια στιγμή λέει ο μπαμπάς μου: «Θα φύγουμε». «Όχι, μπαμπά, εγώ δεν θα φύγω –λέω–, δεν θα ‘ρθω, γιατί έτσι κι έτσι». Αλλά ο μπαμπάς μου μεγάλωσε ορφανός και είχε έρθει στην Καστοριά, στο ορφανοτροφείο, και ήξερε πώς είναι η Καστοριά. Εμείς νομίζαμε όπως ήταν το χωριό μας, που δεν ξέραμε τίποτα, έτσι θα είναι και η Καστοριά. «Και να δεις –λέει– τι ωραία θα είναι, μην ακούς τι λένε. Θα δεις πώς θα είναι! Αυτά εσάς σας τα λένε επίτηδες». Και είδα πώς ζούνε. Ως τώρα τα βρίσκαμε όλα έτοιμα, δεν μας ένοιαζε. Εκεί όμως είδα πώς ζούνε, πώς δούλευαν, που δεν είχανε να φάνε, γιατί; Πηγαίναμε να, πήγαιναν στην κοοπερατίβα, που είχαν εκεί, μαγαζιά τέτοια, κοοπερατίβες και τέτοια, που πουλούσανε, και πήγαιναν να πάρουνε ψωμί, κρέας, τρόφιμα. Έφτανες ως την ουρά και σου λέει: «Τελείωσε». Δεν είχε αφθονία να πάρεις. Και τότε δεν είχε, δεν υπήρχαν και πράματα.

Ε.Χ.(Ε).

Στην Ουγγαρία αυτά;

Ε.Χ.(Α).

Στην Ουγγαρία, στην Ουγγαρία αυτά, ναι, ναι. Και στο σπίτι… Εκεί είχαν και ένα εργοστάσιο που κάνανε τεύτλα, κάνανε…Εργοστάσιο ζάχαρης. Πέρα από το χωριό, πιο μακριά, προς τη Βουδαπέστη μεριά. Και πήγα κι εγώ, και ο αδερφός μου, εκεί τότε ανταμώσαμε, στον μπαμπά και στη μαμά, που πήγαμε στην Ουγγαρία, και πήγα κι εγώ και δούλεψα εκεί πέρα έναν χειμώνα και ο αδερφός μου. Και στα σπίτια οι γυναίκες, που μένανε και δεν είχανε δουλειά, πλέκανε γάντια με σχέδια, με μέγεθος, πόσο μεγάλα όλα και τα στέλνανε για να τα, ξέρω ‘γω, που τα δίνανε. Αλλά τα πλέκανε τα γάντια και από εκεί πληρωνόμασταν. θυμάμαι 20 Lek.

Ε.Χ.(Ε).

Έφτιαχνες κι εσύ γάντια;

Ε.Χ.(Α).

Φιορίνια ήτανε στην Ουγγαρία, στη Ρουμανία ήταν Lek. Lei, Lei [LEU]. Και έπλεξα κι εγώ γάντια και πήγα και στο, στο εργοστάσιο αυτό, δούλεψα.

Ε.Χ.(Ε).

Πώς ήταν εκεί;

Ε.Χ.(Α).

Εκεί ήτανε καλά. Στο εργοστάσιο δούλευαν όλες βάρδια. Κι όλες, οι Ουγγαρέζοι, τρώγανε κρέας παστό και ψωμί με μήλο, που παίρνανε και τρώγανε εκεί πέρα. Παίρναμε απ’ το σπίτι ό,τι είχαμε και πηγαίναμε. Τώρα τι άλλο να θυμηθώ, τι πρώτο να θυμηθώ;

Ε.Χ.(Ε).

Όσο-

Όσο-

Ε.Χ.(Α).

Α-

Ε.Χ.(Ε).

Δεν ήσουνα κοντά με τους γονείς σου, σού έλειπαν καθόλου; Τους σκεφτόσουνα;

Ε.Χ.(Α).

Καθόλου. Καθόλου, μικρά παιδάκια ήμασταν. Καθόλου. Δεν είχαμε γονείς, εντάξει. Ναι… Και στο Βουκουρέστι, που ήμασταν, κάναμε και ρωσικά. Και τότε, το ‘54, πέθανε ο Στάλιν. Εμείς τότε ήμασταν: «Πατερούλη Στάλιν». Τον αγαπούσαμε πάρα πολύ. Μας δείχνανε στη Ρουμανία, πηγαίναμε σε σινεμάδες, που ήτανε ρωσικά έργα, και κάναμε και λίγα Ρωσικά στη Ρουμανία, στη σχολή που κάναμε. Έκανα, έκανα και λίγα Ρωσικά, δεν θυμάμαι, αλλά λίγα πράγματα. Και μας δείχνανε όλο με τον Στάλιν, που ήτανε σε… Αυτός δεν φορούσε κοστούμι, αυτός, ο Στάλιν ήτανε όλο με στρατιωτικές στολές ντυμένος και έδειχνε τα λιβάδια με λουλούδια, με τα παιδάκια έτσι, και τον αγαπούσαμε πολύ. Και όταν πέθανε ο Στάλιν το ‘54, ήμασταν σε μια πλατεία, και εκεί ακούσαμε. Και κλάψαμε όλοι, και φορέσαμε και μαύρες κορδελίτσες, βγάλαμε τις μαύρες…τις άσπρες που είχαμε απ’ τη σχολή, για τον Στάλιν.

Ε.Χ.(Ε).

Τον αγαπούσες τον Στάλιν;

Ε.Χ.(Α).

Να σου πω και την αλήθεια… Τέλος πάντων. Και τώρα τον Στάλιν, τόσα που έχει κάνει, επειδή εμείς τότε είχαμε την καλύτερη εντύπωση, γιατί ήμουνα κομμουνιστάκι τότε. Τότε, με, μας κάνανε, πώς τα λένε, μαντήλια κόκκινα δεμένα, με βιβλιάριο, μας δίνανε… Όχι σε μεγάλες, πώς τις λένε, οργανώσεις, σε παιδικές οργανώσεις, και ήμασταν τέτοια. Ό,τι μας λέγανε, αυτό. Δεν θέλαμε να ακούσουμε τίποτα άλλο. Αυτό μαθαίναμε, αυτό, έτσι νομίζαμε. Ύστερα ήρθαν τα άλλα, που βλέπεις πως ζει ο κόσμος, και λες: «Έτσι είναι η ζωή;». Όταν πήγα εκεί, είδα πώς ζούνε.

Ενώ στη αρχή έλεγα έτσι, και μόλις έκανε ο μπαμπάς μου, κάνανε την αποστολή, έκαναν από δω πρόσκληση, για να μας φέρουνε, και μας φιλοξένησε εδώ ένας ξάδερφος του μπαμπά μου, ένας θείος και…

[00:40:00]

Ε.Χ.(Ε).

Πού ακριβώς;

Ε.Χ.(Α).

Εδώ στην Καστοριά.

Ε.Χ.(Ε).

Στην Καστοριά.

Ε.Χ.(Α).

Εδώ στην Καστοριά, που ήρθαμε. Και πήγαμε στο σπίτι του, μας φιλοξένησε. Μετά μας πήρε η Πρόνοια εδώ της Καστοριάς και μας βάλανε σε ένα παλιό σχολείο, παλιότερα ήταν σχολείο, το Βαλαλά λέγεται, ήταν δυο κτίρια αυτά εκεί και μας βάλανε εκεί πέρα. Παλιό, δεν είχε τίποτα, μόνο δωμάτια και κάτω είχανε βρύσες, -συγγνώμη- τουαλέτα είχε έξω μεριά, εκεί προς την «Έλλη», προς το «Τσαρσί». Εσύ ξέρεις από Καστοριά, κάπου κατά εκεί, εκεί είναι το κτίριο αυτό. Τώρα-

Ε.Χ.(Ε).

Προς το παλιό πολιτιστικό κέντρο.

Ε.Χ.(Α).

Ναι, στο κέντρο της πόλης. Εκεί τώρα το γκρεμίσανε αυτό και κάνανε –πώς λέγεται;– Λέσχη Αξιωματικών, στρατιωτικό το κάνανε αυτό εκεί πέρα. Αλλά για εκεί, τι να σας πω; Στην Ουγγαρία ήταν δύσκολα. Ήταν πολύ δύσκολα, γιατί εμείς ήμασταν τόσα άτομα, ο μπαμπάς μου και η μαμά μου έκαναν κι άλλα δυο παιδιά εκεί πέρα και γίναμε πέντε. Κι όταν ήρθαμε για δω, ήρθαμε πέντε, ενώ ήμασταν τρία, τρία παιδιά.

Ε.Χ.(Ε).

Τώρα, που είστε πέντε, μπορείς να μας μιλήσεις για τα αδέρφια σου; Να μας πεις ποιοι ήσασταν; Είπες για τον αδερφό σου τον Παντελή, ήσουν εσύ και η μικρή σου η αδερφή.

Ε.Χ.(Α).

Ναι. Μετά είναι άλλα δυο αδέρφια. Η αδερφή μου η Ρίτσα, που γεννήθηκε εκεί, και ο αδερφός μου ο Νίκος, που αυτός «έφυγε» γρήγορα, 54 χρονών τώρα, «έφυγε» γρήγορα. Αλλά κι εδώ ζήσαμε δύσκολα, γιατί όταν ήρθαμε, ο μπαμπάς μου τον πήρανε στη σχολή για να κάνει σεμινάρια από τόσα χρόνια… Για να ψέλνει, για να πάει σε εκκλησία. Και-

Ε.Χ.(Ε).

Ιερατική;

Ε.Χ.(Α).

Ναι, στην Κατερίνη. Όταν ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη, κατεβήκαμε, εμείς νομίζαμε θα είμαστε οι πιο όμορφες. Ντυθήκαμε, δεν μας περίσσευαν λεφτά, ό,τι βγάζαμε, τρώγαμε. Ήμασταν πέντε, ήμασταν εφτά άτομα, πόσοι ήμασταν. Και νομίζαμε ότι εμείς θα ήμαστε με την αδερφή μου, θα είμαστε οι πιο όμορφες. Κατεβαίνουμε στη Θεσσαλονίκη, τι… Μας βάλανε σε ένα πανδοχείο, που τώρα αυτό το πανδοχείο χάλασε, έχει γκρεμιστεί και έχει γίνει το ξενοδοχείο «Καψής» στον Βαρδάρη. Εκεί κοντά ήταν ένα εστιατόριο και μας βάζανε να πάμε να φάμε εκεί. Τζάμπα τρώγαμε, η Πρόνοια, που μας, που ήρθαμε εδώ πέρα, μας περίλαβαν οι Έλληνες τώρα. Και όταν βγήκαμε στον Βαρδάρη, έλεγαν: «Ορίστε, περάστε! Ορίστε, περάστε! Τζάμπα!» «Μπαμπά, εδώ φωνάζουν τζάμπα, τζάμπα τα δίνουν;». Εμάς μας ερχότανε έτσι άσχημα με την αδερφή μου. Δηλαδή και μας άρεσε τζάμπα, εκεί στερημένοι. Στα μαγαζιά που πηγαίναμε εκεί να πάρουμε, εγώ τότε που πήγα στην Ουγγαρία ήθελα να κάνω κάποιο φόρεμα, να αγοράσω. Πάω να ψωνίσω από ένα μαγαζί, δεν μου κατέβαζαν το… Γιατί ήταν κρατικά εκεί, δεν ήταν ιδιώτες για να μπορεί να σου πουλήσει, να θέλει να πουλήσει ο άλλος. «Ποιο θέλεις;». Ποιο να πω; Στα ράφια υπήρχαν τόσα υφάσματα, ποιο να πω ότι θέλω; Και όποιο κατέβασε, αυτό πήρα, δεν με άφησαν να δω ποιο θέλω, ποιο δεν θέλω. Και ερχόμαστε εδώ που λες, βλέπουμε φούστες, ωραίες, στενές, παπούτσια, τακούνια εμείς, κάτι μοντέρνα χοντρό, με χοντρές σόλες -τότε ήτανε στη μόδα; Δεκαοκτώ χρονών ήμουν τότε. Όχι, 18 χρονών ήμουν στην Ουγγαρία, εδώ πρέπει να ήρθα το, το ‘56. Όχι, το ‘56 ήρθαμε εδώ στην Ελλάδα. Και λέμε: «Τι εδώ;». Λέμε τον μπαμπά «όχι» και πηγαίναμε και τρώγαμε και δεν ξέραμε. Η μαμά μου έδινε, μας έδιναν γιαούρτι, μας έδιναν ρυζόγαλο, και επειδή τρώγαμε καλά, τα αδέρφια μου ήταν πιο μικρά, έπαιρνε το γιαούρτι, το ρυζόγαλο για το απόγευμα -ξέρω ‘γω-, και την άλλη μέρα τα ‘πλυνε η μαμά για να τα πάει πίσω. Και λέει: «Κυρία μου, εμείς αυτά τα πετάμε -λέει-, γιατί τα ‘φερες πίσω;». Πού να ξέρουμε εμείς από τέτοια πράγματα; Πού να ξέρουμε; Ερχόμαστε εδώ, που ήρθαμε στην Ελλάδα, όντως, με έστειλε ο μπαμπάς μου να πάω να πάρω ψάρια, που είπε, τέτοια πράματα, ψώνιζα, και εκεί στην αγορά ήτανε ένας θείος μου. Καθίσαμε εκεί να φάμε, να με κεράσει. Τώρα περίμενα να δω πώς θα πιει την πορτοκαλάδα για να την πιώ κι εγώ. Ούτε πορτοκάλια είχαμε, ούτε φρούτα είχαμε, ούτε με… Τίποτα δεν είχαμε εκεί, δεν είχανε τέτοια πράγματα. Και περίμενα πώς θα πιει την πορτοκαλάδα ο θείος μου για να την πιώ κι εγώ. Τόσο πολύ που δεν μπορούσα. Ή κάπου πήγα ύστερα, μου λένε: «Τι θέλετε να πάρετε;». Εγώ τι να πάρω; Κάπου μας πήγαν εκεί με τον μπαμπά μου. Δεν ήξερα. Ήξερα από τις γιαγιάδες, που ζούσανε εκεί πέρα στο χωριό, στην Ουγγαρία, καφέ. Αυτή ήταν μια κοπέλα, κάτι με ρωτούσε. Βλέπω αυτή φέρνει πορτοκαλάδα, εμένα καφέ. Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε. Εγώ κοριτσάκι να πάρω καφέ, αλλά δεν ήξερα και τι άλλο, δεν μου είπε: «Θέλεις αυτό, θέλεις αυτό;», δεν ήξερα τι να ζητήσω. Τόσο που δεν ξέραμε από κει, τίποτα δεν ξέραμε, τίποτα. Εδώ ήτανε…Και τότε, όχι και τώρα που έχει η Ελλάδα, πάντα είχε πράματα η Ελλάδα. Και έτσι που λες, τα αδέρφια μου, ο μεγάλος μου δούλευε γούνα, μπήκε στη γούνα, γιατί εδώ η δουλειά ήταν η γούνα, και είναι! Τώρα δεν έχει γούνα λίγο η Καστοριά, φτώχυνε από γούνα. Και εγώ επειδή είχα βγάλει τη σχολή, έκανα ενέσεις, με φώναζαν έτσι στα σπίτια και έκανα ενέσεις. Τα άλλα τα παιδιά πήγανε σχολείο.

Ε.Χ.(Ε).

Πού πήγατε σχολείο; Στην Καστοριά εδώ ή στη Θεσσαλονίκη, όσο ήσασταν;

Ε.Χ.(Α).

Τα αδέρφια μου;

Ε.Χ.(Ε).

Ναι.

Ε.Χ.(Α).

Εδώ, εδώ.

Ε.Χ.(Ε).

Καστοριά.

Ε.Χ.(Α).

Εδώ, τα μικρά. Η αδερφή μου πήγε Γυμνάσιο. Ήρθαμε, σου λέω, το ‘56. Ως το ’59… Ύστερα, το ’59, εγώ γνώρισα τον άντρα μου, κι όταν ήρθαμε στο πρακτορείο, ο άντρας μου, επειδή ήτανε φίλοι με αυτούς που μας φιλοξένησαν, και ήρθε και με είδε εμένα που κατέβηκα από το αυτοκίνητο τότε, από εκεί. Αυτά τα χρόνια έτσι ήτανε, δύσκολα, δυσκολευτήκαμε. Δηλαδή πέρασα…Ορίστε, είπα τρεις χώρες. Πότε εδώ, πότε εκεί, πότε εκεί, αλλά και καλά και άσχημα. Καλά από τους Ρουμάνους, που μας είχανε όλοι, δεν μπορώ να πω, μας περιποιήθηκαν και με το παραπάνω. Απ’ την άλλη, μικρά παιδιά, μονάχα, χωρίς γονείς, στην καλύτερη ηλικία, δύσκολα. Για μας, σου λέω, τα παιδιά ξεχνάνε γρήγορα, αλλά οι γονείς που μας, τώρα που γίναμε κι εμείς γονείς, είδα πόσο…

Ε.Χ.(Ε).

Ωραία. Λοιπόν, θεία. Η διαδικασία από τη Ρουμανία για να ξαναβρεθείς με τους γονείς σου και από κει και πέρα για τον επαναπατρισμό, για να γυρίσετε στην Ελλάδα, ποια ήτανε;

Ε.Χ.(Α).

Έκαναν χαρτιά οι γονείς μας, ο μπαμπάς μου έκανε χαρτιά από κει, γιατί ήμασταν στη Ρουμανία, έπρεπε να φύγουμε. Δεν νομίζω, δεν νομίζω κάτι, νομίζω μέσω Ερυθρού Σταυρού γίναν αυτά όλα, γιατί δεν φύγανε όλα τα παιδιά. Οι περισσότερες που μείνανε, οι φιλενάδες μου μείνανε, αυτές πήγαν πανεπιστήμιο, αλλά βγήκαν και γιατροί. Εγώ προτίμησα να φύγω, να πάω στον μπαμπά μου, αλλά -νομίζω- μέσω Ερυθρού Σταυρού μας πήρε ο μπαμπάς μου εκεί. Και όταν έφτασα στην Ουγγαρία με λεωφορείο, το λεωφορείο σταμάτησε σε μια πλατεία εκεί, που είχαν στον χωριό, στο Μπελογιάννης. Αυτό είναι ακόμα σήμερα το χωριό, είναι και Έλληνες, αλλά περισσότερο τώρα, επειδή οι Έλληνες έχουν γυρίσει οι περισσότεροι, κι αν δεν γύρισαν στην Ελλάδα, έχουν μείνει στη Γιουγκοσλαβία, άλλοι φύγανε στην Αυστραλία. Και σταμάτησε εκεί, και στο δρόμο εγώ είδα την αδερφή μου τη μικρή, που δεν την ήξερα, ήξερα από φωτογραφία όμως που μου είχανε στείλει ότι είχε πλεξούδες. Κι αυτή ερχότανε στο λεωφορείο, που θα ερχόταν στην πλατεία, να με, να μας κατεβάσει, και είπα «Να, αυτή είναι η αδερφή μου». Και εκεί ήταν και ο μπαμπάς μου, που κατεβήκαμε όλοι εκεί πέρα και -συγγνώμη. Και όταν πήγα στο σπίτι, φάγαμε, έκαναν τραπέζι και ο μπαμπάς μου έκανε νόημα στην αδερφή μου, στη μικρούλα, στη μικρή έτσι. Λέω: «Με τα μάτια εδώ πέρα συνεννοούνται;». Γιατί ήξεραν. Εγώ πού ήξερα εγώ από γονείς και πού ήξερα…; Και έκανε έτσι για να φέρει, να φάμε καρπούζι. Ναι. Εκεί τότε ανταμώσαμε και με τον αδερφό μου όλοι μαζί, και όταν ήτανε για να φύγουμε για την Ελλάδα, μας έκαναν πάλι χαρτιά από δω, μας ζήτησε η Ελλάδα να ‘ρθουμε, ζήτησαν τον μπαμπά μου. Γιατί οι Ηπειρώτες που ερχότανε στον μπαμπά στην Ουγγαρία για να ‘ρθουνε στην Ελλάδα, ήταν όλοι Ηπειρώτες, Ηπειρώτες ήτανε με αποστολή, και ερχόταν και έλεγα: «Τι τους μαζεύεις αυτούς για να σε ξεσηκώνουν να πάμε στην Ελλάδα; Εγώ δεν έρχομαι στην Ελλάδα. Εγώ θα παντρευτώ εδώ, δεν θα ‘ρθω στην Ελλάδα». Στην αρχή αυτά. Και όταν ήρθαμε, που μας κάνανε χαρτιά, και επειδή είχα εγώ τελειώσει τη σχολή, τον ζήτησαν, με ζήτησαν δηλαδή στον μπαμπά μου -εγώ τότε πού;- να με πάρουν στην Αθήνα να κάνω, να μου κάνουν εκπαίδευση, που είχα βγάλει τη σχολή. Να κάνω σεμινάρια, εκπαίδ[00:50:00]ευση στην Αθήνα, για να μπορώ να δουλέψω. Αλλά δεν δούλεψα, ούτε πήγα κι ούτε δούλεψα, δεν χρειάστηκε. Είχα καλό γάμο μάλλον και δεν χρειάστηκε να δουλέψω και δεν πήγα. Και έτσι που λες σ’ αυτό το σπίτι που πήγαμε εδώ. Τώρα, όταν ήρθαμε, μας είπανε, με πήραν εμένα και τον μπαμπά μου, μας πήρε ο μπαμπάς να πάμε στην Αθήνα, μας ειδοποίησαν από κει σε ένα γραφείο, για να μας ρωτήσουν πώς περάσαμε εκεί, αν έχουνε… Αλλά πού ξέραμε εμείς από τέτοια πράματα στην Ουγγαρία; Αν είχαν τίποτε να παρακολουθούν την Ελλάδα, αν έχουνε τίποτα πράκτορες; Αλλά εμείς τέτοια πράματα; Μικρά ήμασταν, ούτε ξέραμε τέτοια. Εμείς ξέραμε μόνο τραγούδια και χορούς και τίποτα άλλο. Και μας πήγαν, πήγα, τότε πήγα, είδα και Αθήνα -λέω αυτό- και Ακρόπολη είδα και είδα πώς είναι και πώς ζει ο κόσμος. Μας πήρανε, είχαμε τότε εκεί δικούς μας ανθρώπους, μας πήραν, μας φιλοξένησαν, αλλά μας είχαν βάλει σε ξενοδοχείο. Και εκεί είναι που είπα για τον καφέ και την πορτοκαλάδα, δεν ήξερα τι, τι να πάρω, δεν ήξερα τίποτα από…Τι, τι να ζητήσω; Και ζήτησα σαν να ήμουνα μια γιαγιά, ζήτησα καφέ. Τόσο με έκοφτε. Τώρα, τι άλλο να πούμε;

Α, εκεί που ήμουνα, με πήραν, ήμουν καλή μαθήτρια, πολύ καλή μπορώ να πω, γιατί με πήρανε και με βάλανε σε ένα εργαστήριο. Με βγάλανε φωτογραφία εκεί που παίρνουν αίμα, με ρόμπα άσπρη. Έχω και φωτογραφία να σας δείξω, με ρόμπα, με άσπρα και αυτό, και να κρατώ και τα εργαλεία. Και αυτό το… Με βάλανε σε ένα περιοδικό. Και αυτό το περιοδικό, ένας του κόμματος που έτυχε να είναι θείος μου από αδερφή της μαμάς μου, το πήρε το περιοδικό και το έστειλε στους γονείς μου, που ήτανε στην Ουγγαρία, να τους πούνε: «Κοίτα το παιδί σας πόσο προοδεύει, πόσο καλή είναι στα μαθήματα και αυτά, που την έχουνε βγάλει και στο περιοδικό». Εντάξει, δεν μπορώ να πω, όλα καλά, αλλά όπως ήταν όλοι οι Έλληνες εδώ, έτσι θα ήμασταν κι εμείς. Γιατί μας βάλανε μέσα, δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό το πράμα. Και μετά, που τελείωσε ο Εμφύλιος, δεν γύρισε κανένας στο χωριό. Το ‘49 τελείωσε ο Εμφύλιος, δεν γύρισε κανένας στο χωριό, γιατί όλοι ήταν σκόρπιοι, το χωριό ήταν γκρεμισμένο, κατεστραμμένο, βομβαρδισμένο, δεν είχαν σπίτια και τίποτα και από τότε είναι ακατοίκητο. Μόνο μερικοί, μετά από χρόνια, χτίσανε κάνα δυο σπίτια εκεί πέρα, 2-3, αλλά κι αυτά μπαίνανε οι Αλβανοί και τα κατέστρεφαν. Οι δυο εκκλησίες, η μια η χειμωνιάτικη, η Παναγιά, που ήτανε η καλή μας εκκλησία, έτσι, πιο χειμωνιάτικη και πιο βαριά εκκλησία, πιο καλή, ήταν κατεστραμμένη, καταστράφηκε. Ο Άγιος Θανάσης, που ήτανε στον κάτω μαχαλά σε ένα ύψωμα έτσι, είναι ακόμα και σήμερα όπως ήταν στο χωριό. Με ωραίες εικόνες, με πολύ ωραία σκαλίσματα μέσα, με τέμπλα πολύ ωραία, με την ωραία πύλη μπροστά εκεί, όλα η εκκλησία, έτσι όλα. Και όταν κάθε Δεκαπενταύγουστο, πηγαίναμε εκεί στο χωριό, μαζευόμασταν, ερχόταν και από άλλα κράτη και μαζευόμασταν και εκκλησιαζόμασταν στην εκκλησία και παίρναμε και όργανα και χόρευαν εκεί. Κατεστραμμένο, αλλά στην εκκλησία απέξω ο κόσμος ερχότανε. Και μετά κάνανε και ανταμώσεις εδώ πέρα, ερχότανε και κάναμε και ανταμώσεις, και τα παιδιά και οι γονείς, όλοι μαζί, για να γνωριστούμε ύστερα από τόσα χρόνια. Τι άλλο να πούμε;

Ε.Χ.(Ε).

Εσύ το επισκέφτηκες ξανά το χωριό; Ξαναπήγες εκεί;

Ε.Χ.(Α).

Ναι, πήγα. Κι όταν πήγα, πήγαμε με τα ζώα. Δεν είχε. Και τώρα ακόμα έχει συγκοινωνία, αλλά ο δρόμος δεν κάνει. Είναι χωματόδρομος, έχει… Πηγαίνει η Νομαρχία και τον καθαρίζει τον δρόμο τον Δεκαπενταύγουστο, που θα πηγαίνει κόσμος. Και όταν ξανά πήγαμε όλοι οικογενειακώς, όλο το Χατσέικο, όλη η οικογένεια το… Πότε πήγαμε; Ναι. Και πήγαμε με τα πόδια. Και όταν το αντίκρυσα το χωριό από μακριά με τα ζώα, και αντίκρυσα την εκκλησία, έβαλα τα κλάματα, συγκινήθηκα. Εκεί είχαν πάει νωρίτερα όμως και τα αδέρφια μου, και ο γαμπρός μου με την αδερφή μου την άλλη, είχαν πάει νωρίτερα για Δεκαπενταύγουστο, και είχαμε πάει όλοι. Τι να δεις; Τίποτα, όλα ερείπια ήταν. Και το σχολείο ήτανε, το σχολείο. Εκεί τώρα είναι, το κάνανε φυλάκιο στα σύνορα εκεί και το φυλάγουνε. Και τώρα ακόμα υπάρχει φυλάκιο εκεί, το σχολείο το έχουν κάνει φυλάκιο. Ο κόσμος τώρα δεν πολύ πηγαίνει, οι μεγάλοι φύγανε, οι νέοι δεν πολύ μένει χρόνος για τέτοια πράγματα, είναι και μακριά, δεν κάνουν και τα αυτοκίνητα, οι δρόμοι δεν κάνουνε για εκεί. Ο μισός ο δρόμος έχει γίνει, ως εμάς, ως τη Σλήμνιτσα, δεν έχει γίνει. Τι άλλο να πούμε, Ελπίδα;

Όταν ήρθες εδώ στην Καστοριά; Ανέφερες κάποια στιγμή για τον άντρα σου, που σε είδε πρώτη φορά στον σταθμό.

Ε.Χ.(Α).

Ναι.

Ε.Χ.(Ε).

Από κει και πέρα τι έγινε; Δεν γνωριζόσασταν τότε προφανώς.

Ε.Χ.(Α).

Όχι, όχι. Με είδε, αλλά επειδή ήταν φίλοι με τον αυτόν που μας φιλοξενούσε, λέει: «Περιμένω κάτι ξαδέρφες –λέει– από την Ουγγαρία, κάτι, έναν ξάδερφό –λέει– με τα κορίτσια, με τα αυτά». Και όταν ήρθε το λεωφορείο εδώ στην Καστοριά στο πρακτορείο, ήταν αυτοί και με είδανε. Σου είπα, εμείς νομίζαμε θα είμαστε οι πιο ωραία ντυμένες. Και με θυμάται ο Γιάννης, ο άντρας μου, με μια τσαντούλα κόκκινη και ένα παλτό, ντυμένες ωραίες, που ήρθαμε. Και μετά όμως αυτός έβαλε σκοπό. Μπορούσε να πάρει και μια από δω Καστοριά, μια Καστοριανή που ήταν εδώ, θα ‘ταν και πιο πλούσια, θα ήταν… Εμείς μεν ήμασταν καλοί, καλή οικογένεια, αλλά ήμασταν φτωχοί. Από κει τίποτα, με δυο πράγματα στο χέρι. Και να σου πω, μου θυμίζει όπως βγαίνουν τώρα, ο πόλεμος που γίνεται στην Ουκρανία, με τα τσαντάκια που φεύγουν οι γυναίκες, τα παιδάκια, έτσι φεύγαμε κι εμείς τότε από το χωριό, ό,τι μπορούσαμε πήραμε στο χέρι για να πάμε στην Αλβανία. Και το ‘βαλε αυτός σκοπό, μάλλον, ε; Μάλλον. Και πέρασαν τρία χρόνια, το ‘56 ήρθαμε, το ‘59 κάναμε αρραβώνα κάτω στο σπίτι. Ήτανε και η γιαγιά η Μινέρβα τότε, η πεθερά μου, ο πεθερός μου, ήτανε και Αποκριές τότε, για το Πάσχα πριν, και 30 Αυγούστου παντρευτήκαμε, το ‘59. Ήμουν τυχερή στον γάμο μου, είχα πάρα πολύ καλό άντρα, έκανα και δυο πολύ ωραία παιδιά, πολύ καλά παιδιά. Η ζωή μου ήτανε… Που ούτε την περίμενα τέτοια ζωή, ήμουν πολύ τυχερή, γιατί βρήκα ανθρώπους και λέω καμιά φορά: «Αν παντρευόμουνα, πού θα ήμουνα, αν δεν έπαιρνα αυτόν που πήρα;». Αλλά με ήθελε ο άντρας μου, έστω και φτωχιά που ήμουνα, ξέρεις, τυχερά πράματα είναι αυτά, και έζησα πολύ καλή ζωή. Μετά από τρία χρόνια, μετά που παντρεύτηκα εγώ, ο μπαμπάς μου είχε έναν θείο στην Αμερική και τον έστειλε χρήματα και έκανε σπίτι στην Καστοριά. Έφυγαν από κει. Εγώ όμως είχα παντρευτεί από αυτό το σπίτι, και τώρα με πείραζε ο άντρας μου και έλεγε: «Έχεις προίκα και στη Ρουμανία –γιατί ήμουνα εκεί– και θέλω προίκα από τη Ρουμανία, και εκεί ήσουνα», για αστεία. Και έκανε ο μπαμπάς μου ύστερα σπίτι, αλλά εγώ από εκεί βγήκα νύφη. Ό,τι μπόρεσε, έκανε. Γιατί τότε δίνανε και προίκα, δίνανε και ρούχα προίκα και λίρες δίνανε. Κάτι έκανε και ο μπαμπάς μου. Πού, πού τα βρήκε, πώς τα ‘κανε; Γιατί ήτανε, δεν είχαμε τότε, με τον μισθό του ήτανε, που ήτανε παπάς. Και πήγαινε, είχε διοριστεί σε ένα χωριό στον Απόσκεπο, πήγαινε με τα πόδια. Είχε αυτοκίνητο το πρωί, λεωφορείο την Κυριακή για τη Φλώρινα, περνούσε από αυτό το χωριό, αλλά το λεωφορείο περνούσε 08:00 η ώρα. Ο μπαμπάς μου για να πάει να λειτουργήσει έπρεπε να πάει 07:00 η ώρα και ξεκινούσε με τα πόδια, ανηφόρα είναι αυτό το χωριό, Απόσκεπος λέγεται, και πήγαινε με τα πόδια ο μπαμπάς μου και λειτουργούσε. Και μετά… Έκατσε εκεί 15 χρόνια, 12-15 χρόνια στο χωριό. Μετά ήρθε και τον διόρισαν εδώ στους Αγίους Πάντες, σε αυτή την εκκλησία, και έκανε και θελήματα και στην Μητρόπολη, λειτουργούσε και στη Μητρόπολη και παντού, αλλά ήδη είχε, ήταν τότε, είχε κάνει εκπαίδευση, ήτανε κανονικά, ήτανε παπάς, αλλά ήτανε κανονικά τότε εκεί πέρα. Ο μπαμπάς μου έγινε παπάς το ‘43. Και όταν ερχότανε… Ήρθε στην Καστοριά, τον χειροτόνησε ο δεσπότης, και όταν ερχότανε με το ζώο, εγώ μικρή, και όλο το χωριό, ο Άγιος Θανάσης, η εκκλησία, που λέμε, που είναι, φαινότανε ο δρόμος που θα ερχότανε ο μπαμπάς μου από την Καστοριά, απ’ τ’ άλλα χωριά που θα περνούσε, και όλοι μαζευτήκαμε στην εκκλησία να δούμε τον μπαμπά που θα ‘ρχότανε. Το ‘43 ή το ‘44, τότε. Και έμεινε στο χωριό. Και εδώ μετά από τον Απόσκεπο, που ήρθαμε εδώ, και μετά από τον Απόσκεπο που ήτανε, διορίστηκε εδώ στους Αγίους Πάντες.
[01:00:00]

Και που «έφυγε», εδώ, από τους Αγίους Πάντες «έφυγε». «Έφυγε» το 1983. Έχει, είναι τώρα σχεδόν 40 χρόνια. Τα παιδιά, τα αδέρφια μου παντρεύτηκαν όλα… Καλά. Η ζωή συνεχίζεται, για όλους. Αλλά η δικιά μου η ζωή είναι αυτή, γιατί μεγάλωσα μόνη χωρίς γονείς. Καλά, δεν μπορώ να πω, και καλά και άσχημα, αλλά περάσανε. Περάσανε. Μακάρι να μην έρθουν άλλα τέτοια χρόνια, να μην γίνουνε πόλεμοι, γιατί αυτός ο Πόλεμος ξερίζωσε πολύν κόσμο, σκοτώθηκε πάρα πολύς κόσμος, αδέρφια με αδέρφια, ο ένας αδερφός στον στρατό κι ο άλλος στους αντάρτες. Σηκώθηκαν, κι αυτό είναι γνώμη μου, σηκώθηκαν 5-6 και βγήκαν στο βουνό από μας, για μας λέω, πολιτικά, άλλα δεν ξέρω τι έγινε και τι δεν έγινε, και ούτε με ενδιαφέρει, εγώ λέω τη ζωή τη δικιά μου, σηκώθηκαν και βγήκαν αντάρτες. Από το χωριό μας κάνα 4-5 βγήκαν αντάρτες. Και αυτοί ύστερα ενώθηκαν με τα κόμματα εκεί πέρα, που ήτανε οι κομμουνιστές, τι ήτανε, και μας πήραν, μας μαζέψανε και μας πήγανε στην Αλβανία. Από τη μία λες έτσι ίσως ήταν τυχερό, από την άλλη λες και γιατί. Γιατί περάσαμε και άσχημα, αλλά περάσαμε σαν παιδιά, περάσαμε…Αλλά οι γονείς όχι, οι γονείς περάσαν πολύ χάλια, γιατί έπρεπε να δουλέψουνε, έπρεπε να δούνε πώς θα τα βγάλουν πέρα. Δεν είχε πράγματα να αγοράζουνε, φτάνανε –το είπα και νωρίτερα–, φτάνανε στα μαγαζιά και δεν είχε να ψωνίσουνε, τελείωναν. Δεν είναι αυτή η αφθονία, που υπήρχε εδώ. Η Ελλάδα πάντα είχε, αυτοί μας έλεγαν ότι: «Στην Ελλάδα θα πεινάσετε, θα κάνετε, θα ράνετε». Γιατί θα πεινάσουμε; Όπως θα πεινούσε όλη η Ελλάδα, θα πεινούσαμε κι εμείς. Δεν το κάνω για πολιτική, δε, δεν θέλω να κάνω… Έτσι όπως είπα, πολιτική. Εγώ λέω αυτά που έζησα εγώ, τα χρόνια τα δικά μου. Και να μην έρθουν άλλα τέτοια χρόνια, να είναι ευτυχισμένος ο κόσμος, να είναι χαρούμενος, να μην δει πολέμους, να είναι ενωμένος, για να μπορούμε να ζήσουμε άνετα. Αν έχεις τίποτε άλλο να μου πεις, Ελπιδάκι μου, κάτι που θες να μάθεις περισσότερο…

Ε.Χ.(Ε).

Νομίζω πως όχι, θεία μου. Έχεις εσύ κάτι να προσθέσεις, που δεν αναφέραμε;

Ε.Χ.(Α).

Αν κάτσω κι άλλο, θα θυμηθώ και τίποτε άλλο.

Ε.Χ.(Ε).

Άμα θυμηθείς, εδώ θα ‘μαστε-

Ε.Χ.(Α).

Θα θυμηθώ-

Ε.Χ.(Ε).

Να το προσθέσουμε.

Ε.Χ.(Α).

Και τίποτα άλλο, ναι, ναι, ναι, ναι.

Ε.Χ.(Ε).

Σε ευχαριστώ πολύ, θεία μου, για την ιστορία σου.

Αλλά έχω πολλές φωτογραφίες, Ελπίδα μου, να δεις. Εκεί γράφω με λεπτομέρειες, κάτι γράμματα ωραία, και ρουμάνικα και ελληνικά. Όλες οι φωτογραφίες είναι γραμμένες με ποια χρονολογία είναι βγαλμένες. Όλες ήμασταν μια οικογένεια, όλο αδελφούλες, όλες, με Ρουμάνες και εμείς οι Ελληνίδες, ντυμένες όλες ορφανοτροφείο, όλες, καμία να μην ξεχωρίζει. Μόνο κάνα 4-5 κορίτσια ήμασταν λίγο πιο καλά, γιατί κάτι μας δίνανε, νομίζω, κάτι λεφτά, κάνα εικοσάρι μας δίνανε, δεν ξέρω, και μας έδιναν εμάς κάτι περισσότερο, Lei, λεφτά, και παίρναμε. Γιατί στις φωτογραφίες έχουμε βγει και με άλλα ρούχα 4-5 κορίτσια. Βρήκαμε στο Βουκουρέστι εκεί μια μοδίστρα και πηγαίναμε, μικρά κοριτσάκια, αλλά μάθαμε. Και μας… Αγοράζαμε ίδια φορέματα και μας ράβανε και βγαίναμε φωτογραφίες. Όλη η ζωή μου είναι στις φωτογραφίες από πίσω. Παντού. Όχι σε σχολές, όχι σε πάρκα, όχι σε μουσεία. Στο Βουκουρέστι αυτό. Στο Σιμπίου όχι. Στο Σιμπίου κάναμε πρακτική, πηγαινοερχόμασταν, ήταν πιο μικρή πόλη. Και πέρασαν τα χρόνια. Και καλά και άσχημα. Αλλά το παν είναι ότι πέρασα καλά χρόνια, ζήσαμε, δεν… Παρόλα που έγιναν πόλεμοι και φύγανε και αδέρφια της μαμάς μου στρατιώτες και φαντάροι, ο ένας ο γιος, ο ένας αδερφός ήτανε φαντάρος, ο άλλος ήτανε…Άλλα δυο τα πήρανε από τη σχολή, δεν σκοτώθηκε κανένας. Και όπως έλεγε ο μπαμπάς μου: «Ήρθαμε όλοι στο μέτρο», δηλαδή όσοι ήμασταν, γυρίσαμε πίσω. Γυρίσαμε όλοι. Να, εκεί έχω και μια φωτογραφία που είναι και η γιαγιά μου, η μάνα του μπαμπά μου, όλη η οικογένεια. Είχαμε βγάλει στην Ουγγαρία, για να ‘ρθουμε εδώ, και όταν εκεί Ηπειρώτες, που ερχότανε, τον έβλεπαν τον μπαμπά μου, και όταν ήρθαν στην Ελλάδα, έγραψαν στην εφημερίδα. Και έχω και το απόκομμα, έγραψαν στην εφημερίδα, να: «Δεν ξέρω τι θα κάνει το κράτος, η πολιτεία, πρέπει να ελευθερώσουμε τον παπά-Ηλία. Ο παπά-Ηλίας εκεί που είναι υποφέρει» και τον είχανε βγάλει, την είχανε γράψει σε εφημερίδα της Ελλάδος. Νωρίτερα, πριν να έρθουμε εμείς στην Καστοριά, γινότανε αποστολές, επιτρεπότανε τότε να γυρίσουνε οι επαναπατρισθέντες στην Ελλάδα, αλλά με προϋποθέσεις, με χαρτιά, για να ‘ρθουνε… Και ήρθανε οι, μια αποστολή και έγραψαν ότι ήρθαν εδώ και έκαναν, έγραψαν στις εφημερίδες, πήγαν σε γραφεία, πράματα: «Να ελευθερώσετε τον παπά-Ηλία. Πρέπει το κράτος, οι υπουργοί, οι ποιοι είναι –λέει–, δεν ξέρω ποιοι θα ανακατευτούνε, πρέπει –λέει– να…». Και είναι γραμμένοι στην φωτογραφία από κάτω, η εφημερίδα που έγραφε: «Να ελευθερώσουμε τον παπά, που είναι αλυσοδεμένος εκεί πέρα». Γιατί ο μπαμπάς μου υπέφερε εκεί. Δούλευε στο ραφείο, αλλά δεν ήτανε παπάς, έκανε θελήματα τέτοια, αλλά όχι να λειτουργήσει και να κάνει. Και τον αγαπούσαν πολύ τον μπαμπά μου και τον έφεραν. Τον έφεραν. Μας έκαναν χαρτιά, ζήτησαν δηλαδή. Α, και τότε –είπα–, τότε πρέπει να ήτανε να με πάρουνε στην Αθήνα. Μια Τσαλδάρη ήταν Υπουργός τότε, Παιδείας, έτσι αυτό το όνομα το θυμάμαι, και να με πάρουνε να κάνω εκπαίδευση, αλλά δεν πήγα. Και δεν μετάνιωσα, να σου πω, που δεν δούλεψα στη ζωή μου, δεν χρειάστηκε. Και όταν ήμασταν εκεί στο παλιό το σπίτι, που μέναμε εδώ στην Καστοριά, απέναντι ήταν ένα κέντρο. Εκεί στο κέντρο μαζευόταν κόσμος, το είχε ο κουνιάδος μου, ο άντρας μου –τότε δεν τους ήξερα–, το είχαν αυτοί αυτό το μαγαζί, οι κουνιάδοι μου και ο άντρας μου, κι εμείς καθόμασταν απέναντι με την αδερφή μου, εκεί με τα παιδιά, και λέγαμε, έπαιρναν κάτι σε ένα ποτήρι νερό: «Τι παίρνουν; Τι πίνουν αυτοί οι άνθρωποι; Τι πίνουνε; Τι είναι αυτό που πίνουνε;». Και ύστερα μάθαμε ότι ήταν η βανίλια. Η βανίλια με το κουτάλι, που τη βάζαν μέσα στο νερό, δεν ξέραμε τι είναι. Και μου, μας έκανε περιέργεια τι είναι αυτό. Τρώγανε, καλοκαίρι τότε, για να δροσιστούνε. Και πορτοκαλάδες και τέτοια. Τέτοια πράματα δεν είχαμε, δεν ξέραμε καθόλου. Και εδώ που ήρθαμε, στερηθήκαμε πολύ, σου λέω, εκεί στον Βαλαλά, γιατί δεν είχαμε κουζίνα, σε ένα χαμηλά καθόμασταν, με ένα πετρογκάζ εκεί πέρα μαγείρευε λίγο, μαγειρεύαμε τι μαγειρεύαμε, ώσπου ύστερα κάναμε το σπίτι. Είχε δουλειά ο μπαμπάς μου, έπαιρνε τον μισθό και μεγαλώσαμε. Μεγάλωσαν και τα άλλα τα παιδιά. Τι άλλο να σου πω, μωρέ Ελπιδούλα μου; Πολλά πράγματα πρέπει να σου πω, αλλά και ξεχνάω τώρα, είναι πολλά πράγματα. Αυτά. Και ό,τι θυμηθούμε πάλι εδώ είμαστε.

Ε.Χ.(Ε).

Ακριβώς.

Ε.Χ.(Α).

Έτσι. Όλα να πάνε καλά, μόνο να υπάρχει ειρήνη στον κόσμο, να μην γίνουν πόλεμοι, να υπάρχει συνεννόηση, για να ζει ο κόσμος καλά. Να μην ζούμε με άγχος, με αγωνίες, να είναι ησυχία, ησυχία στον κόσμο. Και ό,τι είναι, να τα βρούνε, να τα βρούνε όλοι αναμεταξύ τους με ήρεμα πράγματα. Όχι με εντάσεις, όχι με στεναχώριες, όχι με πίεση.

Ε.Χ.(Ε).

Ευχαριστώ πολύ, θεία μου.

Ε.Χ.(Α).

Σ’ αγαπώ πολύ να ξέρεις, όλα να πάνε καλά, κι εσύ να είσαι γερή, και όταν τελειώσεις τις σπουδές σου και να είσαι χρήσιμη στην κοινωνία.

Ε.Χ.(Ε).

Να ‘σαι καλά, θεία μου.

Ε.Χ.(Α).

Έτσι, ψυχή μου.

Ε.Χ.(Ε).

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.

Ε.Χ.(Α).

Σε φιλώ.

Θεία μου, στη Ρουμανία που ήσασταν, κάνατε παρέα μόνο Ελληνίδες με Ελληνίδες;

Ε.Χ.(Α).

Όχι, ίσα-ίσα, κάναμε πολλή παρέα με τις Ρουμάνες. Ήμασταν στην ίδια τάξη, κάναμε μαθήματα μαζί, βγαίναμε μαζί, στα νοσοκομεία που πηγαίναμε να κάνουμε πρακτική, πηγαίναμε μαζί. Έχω βγάλει και πολλές φωτογραφίες με Ρουμάνες. Είχαμε πάρα πολύ καλές σχέσεις, και μας αγαπούσανε, κι εμείς τις αγαπούσαμε. Είχαμε γίνει ένα. Δεν, δεν υπήρχε κανένας διαχωρισμός. Ούτε και στα μαθήματα κάναμε διαχωρισμό, γιατί κι εγώ που ήμουν καλή μαθήτρια, Ρουμάνικα μιλούσα και ήμουν καλή μαθήτρια, δεν ήμουνα… Και το πτυχίο που πήρα, δεν το πήρα «Πολύ Καλό», το ‘χω το πτυχίο, δεν γράφει «Πολύ Καλά», γράφει «Καλά», «Bine». «Foarte Bine» είναι «Πολύ Καλά». Εγώ το πήρα με «Bine». Επόμενο είναι, ξένη ήμουνα. Όπως εδώ έρχονται οι ξένοι και σπουδάζουν στα πανεπιστήμια τα δικά μας τότε, και τώρα πιστεύω, γίνεται, χωρίς εξετάσεις που μπαίνουν οι από την… Από την, όχι Αίγυπτο, πώς λέγεται; Τέλος πάντων. Και κάναμε παρέα. Επίσης, κάθε Κυριακή ή όποτε, μάλλον τις Κυριακές, πηγαίναμε και σινεμά. Είχε και πρωινές προβολές, και πηγαίναμε πρωινές προβολές. Και εκεί γνωριστήκαμε και με Κορεάτες στο σινεμά,

[01:10:00]

ήταν στο Βουκουρέστι, αυτοί σε άλλες σχολές, και γνωριστήκαμε και με Κορεάτες και κάναμε και παρέα και με τους Κορεάτες εκεί στο σινεμά. Ήταν κι αυτοί όπως κι εμείς, που ήμασταν εκεί ξένοι, έτσι ήταν κι αυτοί. Απ’ την Κορέα ήταν στη Ρουμανία και σπούδαζαν. Και είχαμε πάρα πολύ καλές σχέσεις και αγαπιόμασταν με τους Κορεάτες, δεν λέγαμε: «Ω, πώς θα κάνουμε παρέα με αυτούς;», επειδή ήτανε λίγο διαφορετικοί από εμάς, δεν ήτανε… Κι όμως, εμείς κάναμε παρέες. Γιατί κι εκεί ήταν πόλεμος τότε στην Κορέα και ερχόταν. Ήταν και αυτά εδώ στο Βουκουρέστι, και θεωρούμασταν σαν αδέρφια, επειδή ήμασταν στην ίδια κατάσταση. Κι από την ίδια κατάσταση είχαμε φτάσει εκεί. Ναι. Λοιπόν, όταν ήμασταν στη Ρουμανία στη σχολή, στο Βουκουρέστι, είπαμε ήμασταν μαζί με τις Ρουμάνες. Στις διακοπές όμως, Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρια, αυτές πήγαιναν στα σπίτια τους. Εμείς δεν είχαμε πού να πάμε, μέναμε στη σχολή. Μας μαγείρευαν όμως εκεί, ήτανε, μας έφτιαχναν… gogoshi λέγανε, κάτι ωραία ψωμάκια. Mας μαγείρευαν εκεί πέρα, υπήρχαν γυναίκες. Και όταν γύριζαν απ’ τις διακοπές οι Ρουμάνες, ως συνήθως, τα παιδιά που φεύγουν απ’ τα σπίτια και πηγαίνουν στις σχολές τους τώρα, στα πανεπιστήμια, στις σχολές, οι μάνες όλο και κάτι δίνουνε. Και αυτές ερχότανε με τσάντες γεμάτες. Δεν νοίκιαζαν σπίτια για να τα βάλουν τα πράγματα, τα φέρναν. Κοιμόμασταν μαζί στα δωμάτια. Τα ‘βαζαν στα κρεβάτια τους και κοιμόμασταν. Τρώγαμε όμως, μας δίνανε βράδυ. Αλλά αυτές άνοιγαν απ’ τα σπίτια τους, είχανε τυριά, πίτες. Δεν ξέρω τι είχανε, σκοτάδι. Δεν άναβαν φώτα, γιατί θα μας μαλώνανε. Είχαμε παιδαγωγούς που περνούσαν και έβλεπαν, κοιμόμαστε, τι κάνουμε; Και εμείς κλείναμε, σκεπαζόμασταν, ρίχναμε την κουβέρτα στα αυτιά μας έτσι, να μην ακούμε «χρουτς-χρουτς», που άνοιγαν χαρτιά, άνοιγαν τάπερ, τι έκαναν, για να φάνε. Εμείς αυτά τα πράγματα τα στερηθήκαμε. Εμείς δεν παίρναμε κάτι ιδιαίτερα. Ό,τι μας έδιναν, αυτό. Και από πού να παίρναμε; Δεν βγαίναμε απ’ τη σχολή. Και μια φορά πάλι πηγαίναμε σε μια, σε διακοπές, κάπου θα πηγαίναμε, στη Σινάια, σε μια άλλη πόλη –έχω βγάλει φωτογραφία και εκεί– και αντάμωσα ένα παιδί από τα χωριά τα δικά μας τυχαία. Και αυτοί πήγαιναν με άλλο τρένο, αλλά το τρένο είχε κάνει στάση στην ίδια στάση που είχαμε κάνει κι εμείς. Και βρεθήκαμε με αυτό το παιδί τυχαία, εκεί θα είχε μάλλον, μετά μου είπε το παιδί, εγώ ξέχασα, πήρα εγώ λέει μια φραντζόλα ψωμί και τον έδωσα ψωμί. Και χάρηκε τόσο πολύ αυτός, γιατί ποιος ξέρει πόσο πεινούσε ο καημένος, και όταν ήρθε, ανταμώσαμε μετά –αυτός είναι στην Αμερική τώρα–, όταν ήρθε εδώ στην Ελλάδα, με βρήκε και με ευχαρίστησε που… Θυμόταν το ψωμί και με ευχαρίστησε τόσο πολύ γιατί: «Πεινούσα –λέει– και ήταν το ψωμί τόσο ωραίο άσπρο. Εμείς τρώγαμε, αλλά δεν μας δίνανε άσπρο ψωμί, ήτανε άλλα. Ενώ η φραντζόλα έτσι ωραία άσπρη, εγώ τώρα την βλέπω και λέω τι ψωμί ήταν αυτό, λες και…». Αλλά τότε δεν είχαμε για να πω ότι τρώγαμε κι εμείς τέτοιο. Και μου έφερε και ένα δώρο που ήρθε, στο Όρεγκον είναι στην Αμερική, για να με ευχαριστήσει το ψωμί που τον είχα δώσει τότε. Και τα φαγητά που μας κάνανε, μας λέγανε, αλλά κι εμείς βλέπαμε ότι τα κρέατα ήταν άλογα. Εκεί τρώγανε απ’ όλα. Και σε μας δίνανε, επειδή ήμασταν πολύς κόσμος, μας έδιναν ό,τι κρέατα είχαν. Και μας δίνανε αυτά, πώς το λένε, άλογα τα κρέατα. Και ό,τι μας δίνανε τρώγαμε. Αν θέλαμε, ας κάναμε κι αλλιώς. Αυτά ήτανε έτσι. Τώρα, όσο για τους γονείς, σαν παιδάκια θέλαμε και εμείς τους γονείς μας, αν είναι δυνατόν να μην δεν θέλουμε γονείς, αλλά και ξεγελιόμασταν. Γιατί και να θέλαμε και να μην θέλαμε, δεν υπήρχε περίπτωση να ανταμώσουμε και να κάνουμε, ήμασταν χώρια. Και πέρασαν τα χρόνια σαν να… Τα θυμάμαι έτσι σαν να ήταν χθες. Μου έχει μείνει στη μνήμη μου όλη αυτή η ζωή. Τι να κάνουμε; Και έτσι που λες με τους Κορεάτες. Και αγαπιόμασταν με τους Κορεάτες, γιατί είχαμε τα ίδια… Ήμασταν για τους ίδιους λόγους και οι δυο στο Βουκουρέστι. Έτσι, Ελπίδα μου, τι άλλο να πούμε, δεν ξέρω. Άμα θυμηθούμε πάλι κατιτίς, θα δούμε.

 

 


Σχολιάστε