«Ποιο παιδομάζωμα;» και η λήθη (από “Κ”, 21-8-2026)
Posted on 21 Αυγ, 2026 in Τα Παιδοπολίτικα | 0 comments
Το ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ των ανταρτών Κομμουνιστών, το έχω ζήσει στο πετσί μου (1947-1948):
Όταν η μάνα μας, εμένα και τον μεγαλύτερο αδελφό μου Κώστα καθώς και τον μικρότερο αδελφό της, τον Κυριάκο. -μετά τη σαρωτική απώλεια του πατέρα μας, Γιώργου (Μάχη Κιλκίς 1944), του μεγάλου αδελφού της Αναστάση (Μάχη Ευκαρπίας-Κιλκίς, 1944), τον βασανισμό του πατέρα της μάνας, Σάββα, με τη σταύρωσή του στον κορμό ενός δέντρου στα Κρούσια Κιλκίς από τους Κομμουνιστές (1946), και τέλος μετά την ανόσια εκτέλεση σε σταυροδρόμι της Βάθης-Κιλκίς της μητέρας της Παρθένας και της μικρότερης αδελφής της Μέλπως (16 ετών) (Νοέμβρης 1946) πάλι από τους κομμουνιστές, α π ο φ ά σ ι σ ε στην απελπισία της αλλά και εξαιτίας της τρομακτικής πείνας που επικρατούσε στα μέρη μας, να μας βάλει στις ΠΑΙΔΟΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ: πρώτα στο Ωραιόκαστρο και μετά στη Λητή Θεσσαλονίκης, όπου ήδη οι “κόκκινοι” του Μάρκου Βαφειάδη, με γιουρούσια στα πέριξ της Θεσσαλονίκης αρπάζανε όσα παιδιά-ηλικίας 12 -14 και άνω- μπορούσαν.
Η Βασιλική Πρόνοια εσπευσμένα τότε μάς μετακινούσε με στρατιωτικά τζέιμς εδώ κι εκεί, ώσπου βρήκαμε καταφύγιο μέσα στην πόλη Θεσσαλονίκη, στη βίλα Μόρντωχ, στο Ντεπώ-τη μετέπειτα παιδόπολη “Αγία Ειρήνη”, την πρώτη επίσημη παιδόπολη.
Στ.Γ.Κ (τα απαραπάνω συνοπτικά γράφω αναλυτικά στο βιβλίο “Τα παιδοπολίτικα-απο την απώλεια στην καταλλαγή, Χανιά, 2023)
———————————

«Ποιο παιδομάζωμα;» και η λήθη
- Η Καθημερινή, 21 Aug 2026
Κύριε διευθυντά
Το κείμενο της κ. Αθηνάς Κακούρη «Το Μεγάλο Μπανγκ και το μακρύ ψαλίδι» μου θύμισε την έκπληξη που ένιωσα, όταν το 1967 ανταλλάσσοντας με τον άνδρα μου αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας, ανέφερα τη λέξη «παιδομάζωμα». Απότομα μου αντιμίλησε λέγοντας,
«Ποιο παιδομάζωμα; Δεν υπήρξε στα χρόνια μας παιδομάζωμα».
Καταγόμαστε από την ίδια πόλη, με τη διαφορά ότι εκείνος τα χρόνια 1946-1949 ήταν φοιτητής στην Αθήνα, ενώ για μένα ήταν τα πρώτα μου βιώματα στον Βόλο. Διαπίστωσα κατόπιν με μεγάλη απορία ότι πολλοί άνθρωποι είχαν άγνοια του γεγονότος, και άλλοι το είχαν σβήσει από τη μνήμη τους. Εγώ όμως δεν ξεχνώ, όταν πια πέρασε το «κακό», τη μητέρα μου αναφερόμενη σ’ εκείνη την περίοδο να λέει ότι δεν ήξερε όταν μας καληνύχτιζε τα βράδια στα κρεβάτια μας, αν θα μας έβρισκε εκεί το πρωί.
Με την κήρυξη του πολέμου η οικογένειά μου εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας στο χωριό, όπου η γη και η θάλασσα μας προσέφεραν «τα προς το ζην» και οι συναλλαγές γίνονταν με μπουκάλια λάδι. Γυρίσαμε το 1946 στον Βόλο για να πάνε τα αδέλφια μου σε κανονικό Δημοτικό Σχολείο.
Θυμάμαι τα συρματοπλέγματα στον Νότο και τον Βορρά της πόλης κατά μήκος της παραλίας και της οδού Αναλήψεως. Υπήρχαν βράδια με πλήρη συσκότιση και βράδια που με προφυλάξεις και με την έγκριση της φρουράς που ήταν απέναντι από το σπίτι μας, πηγαίναμε στο καταφύγιο της κλινικής Β. Τριχοπούλου να περάσουμε τη νύχτα. Οπως και άλλοτε που υπήρχαν πληροφορίες ότι οι αντάρτες θα έκαναν έφοδο στην πόλη. Πλοία του Πολεμικού Ναυτικού είχαν καταπλεύσει στο λιμάνι από όπου με searchlights «χτένιζαν» το Πήλιο για να εντοπίσουν κινήσεις τους. Σκοτάδι παντού κι εμείς να αδυνατούμε να φανταστούμε πώς θα ξημέρωνε η επομένη και πάντα με τον τρόμο του παιδομαζώματος.
Επίσης δεν ξεχνώ πως μετά το 1949, ορισμένοι συμπολίτες μας κατέβηκαν από το «βουνό» με χρήματα. Αρχισαν να χτίζουν σπίτια και να κυκλοφορούν με καινούργια ρούχα την εποχή που ο υπόλοιπος κόσμος ήταν σε πλήρη ένδεια. Τα είχαν αποκτήσει με τις λίρες και τα κοσμήματα που μάνες, γυναίκες και αδελφές τούς έδιναν σαν αντάλλαγμα της ζωής των αγαπημένων τους που είχαν συλληφθεί από τους αντάρτες.
ΚΑΤΕΡΊΝΑ Π. ΣΜΠΌΡΌΥ
Βόλος