Της ξενιτιάς και του γυρισμού (Χ.ν., 27-7-26)
Posted on 27 Ιουλ, 2026 in Δοκιμές | 2 comments
ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ…
Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ πολυσυζητημένη κινηματογραφική εκδοχή της ομηρικής “Οδύσσειας” από τον Άγγλο σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν (1970-), επαναφέρει στο προσκήνιο θέματα διαχρονικά, συνυφασμένα με την ελληνική μοίρα: ξενιτιά, περιπέτεια, γυρισμός, αναγνώριση. Θέματα ταυτοτικά αφού, εμείς οι Έλληνες, ανέκαθεν ήμασταν ένας ανήσυχος ταξιδευτής λαός-Οδυσσέας.
ΚΑΘΕ φορά που ακούω το παρακάτω Πωγωνιανό (Ηπειρώτικο) τραγούδι ξενιτιάς, ανατριχιάζω αναλογιζόμενος την μακροχρόνια προσφυγιά των Ποντίων γονιών μου (1923), τη μετανάστευση του αδελφού μου το 1960 “στις φάμπρικες της Γερμανίας”, αλλά και τη γλυκια προσμονή της επιστροφής του με τη μάνα και τη νύφη μας να τον καρτερούν:
“Ξενιτεμένο µου πουλί και παραπονεµένο,
η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ ‘χω τον καηµό σου.
Τι να σου στείλω, µάτια µου, τι να σου προβοδήσω;
Αν στείλω µήλο, σέπεται, κυδώνι, µαραγκιάζει,
να στείλω και το δάκρυ µου σ’ ένα χρυσό µαντίλι,
το δάκρυ µου είναι καυτερό και καίει το µαντίλι.
Ασκώνοµαι τη χαραυγή, γιατί ύπνο δεν ευρίσκω
και βλέπω τες γειτόνισσες και τες καλοτυχίζω
µε τα µωρά στην αγκαλιά να τα γλυκοβυζαίνουν.
Με πιάνει το παράπονο και κλειώ και µπαίνω µέσα. “
ΑΠΟ αρχαιοτάτων χρόνων, λοιπόν, η ξ ε ν ι τ ι ά αποτελεί κεντρική παράμετρο της ζωής μας. Την προκαλούν βίαια γεγονότα (εμφύλιοι, γεωπολιτικές ανακατάξεις, εκτοπίσεις, οικονομικές κρίσεις, δημογραφικό, ραγδαία κλιματική αλλαγή κ.ά.), που οδηγούν λαούς στην αναγκαστική εγκατάλειψη της πατρώας γης. Μαγεύει, και πολλοί δεν επιστρέφουν (“Τζιβαέρι μου”). Άλλοι δουλεύουν σκληρά και επιστρέφουν “πλούσιοι” σε εμπειρίες και χρήματα. Μερικοί δεν την αντέχουν καθόλου:
“Η ξενιτιά το χαίρεται, τζιβαέρι μου,
το μοσχολούλουδό μου,
εγώ ήμουνα που το ‘στειλα, τζιβαέρι μου,
με θέλημα δικό μου.
Σιγανά πατώ στη γη, σιγανά και ταπεινά.
Ανάθεμα σε ξενιτιά, τζιβαέρι μου,
και συ και το καλό σου
που πήρες το παιδάκι μου, τζιβαέρι μου,
και το ‘κανες δικό σου.
Σιγανά πατώ στη γη, σιγανά και ταπεινά. “ (1)
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ θέμα ο μισεμός για Έλληνες και ξένους ποιητές, συγγραφείς, σκηνοθέτες, Καλλιτέχνες. Νησιώτης ή στεριανός, οι αρχετυπικές παραδόσεις (επιστροφή και αναγνώριση ξενιτεμένου) όντας βαθιά ριζωμένες στην ψυχοσύνθεσή μας, συνταράσσουν. Ιδιαίτερα η Ήπειρος των Ευεργετών, ένας ξερότοπος βαριά σημαδεμένος από τη φτώχια, τον ανταρτοπόλεμο και τη μετανάστευση, αλλά και η Μακεδονία και τα νησιά με τους σφουγγαράδες ναυτικούς τους, γνωρίζουν καλά τι θα πει ξενιτιά. Η επική “Οδύσσεια” του Ομήρου, για έναν Έλληνα, δεν είναι απλά κάποιο μακρινό παραμύθι, αλλά μια συνεχής καταγραφή/επανάληψη της μοίρας του.
ΣΤΗΝ ΟΜΗΡΙΚΗ Οδύσσεια, η αναγνώριση του βασιλιά της Ιθάκης γίνεται σιγά και προσεκτικά: πρώτα από τον γέρικο σκύλο του, τον Άργο, έπειτα από την πιστή παραμάνα του, την Ευρύκλεια και το γιο του Τηλέμαχο και τέλος από την Πηνελόπη (ραψωδία Ψ). Κι αυτό σκόπιμα, ώστε να προετοιμασθεί η μνηστηροφονία… Αντίθετα, στο δημοτικό τραγούδι, ο ξενιτεμένος δεν αναγνωρίζεται εύκολα, λόγω του καιρού που έχει περάσει και έχουν αλλάξει τα χαρακτηριστικά προσώπου και σώματος. Ο ξένος υποβάλλεται σε λεπτομερή δοκιμασία από τη γυναίκα του ή την αρραβωνιαστικιά του, τα αδέλφια ή τη μάνα του. Τους τάζει πολλά για να τους ξεγελάσει ή να τους πείσει ότι είναι αυτός που περιμένουν. Έτσι, οι διάλογοι έχουν λυρισμό, αγωνία, έξυπνες ερωταποκρίσεις και φυσικά λέξεις-κλειδιά ή και αναγνωριστικά σημάδια του σώματος (“Ο γυρισμός του ξενιτεμένου”):
“Ερρόδισε γ’ η ανατολή και ξημερώνει η δύση,[...]
παν τα πουλάκια στη βοσκή κι οι λυγερές στη βρύση.
Βγαίνω κι εγώ κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Βρίσκω μια κόρη πόπλενε σε μαρμαρένια γούρνα.
Τη χαιρετάω, δε μου μιλεί, της κρένω, δεν μου κρένει.
—Κόρη, για βγάλε μας νερό, την καλή μοίρα να ’χεις,
να πιω κι εγώ κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα σίκλους έβγαλε, στα μάτια δεν την είδα,
κι απάνω στους σαρανταδυό τη βλέπω δακρυσμένη.
—Γιατί δακρύζεις, λυγερή, και βαριαναστενάζεις;
Μήνα πεινάς, μήνα διψάς, μην έχεις κακή μάνα;
—Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτ’ έχω κακή μάνα.
Ξένε μου, κι αν εδάκρυσα κι αν βαριαναστενάζω,
τον άντρα ’χω στην ξενιτειά και λείπει δέκα χρόνους [...].
—Κόρη μου, ο άντρας σου πέθανε, κόρη μου, ο άντρας σου χάθη·
τα χέρια μου τον κράτησαν, τα χέρια μου τον θάψαν,
ψωμί κερί τού μοίρασα, κι είπε να τα πλερώσεις,
τον έδωκα κι ένα φιλί, κι είπε να μου το δώσεις.
—Ψωμί κερί τού μοίρασες, διπλά να σε πλερώσω,
μα για τ’ εκείνο το φιλί, σύρε να σου το δώσει.
—Κόρη μου, εγώ είμαι ο άντρας σου, εγώ είμαι κι ο καλός σου.
—Ξένε μου, αν είσαι ο άντρας μου, αν είσαι κι ο καλός μου.
δείξε σημάδια της αυλής και τότες να πιστέψω.
—Έχεις μηλιά στην πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου,
κάνει σταφύλι ροζακί και το κρασί μοσκάτο,
κι όποιος το πιει δροσίζεται και πάλι αναζητά το.
—Αυτά είν’ σημάδια της αυλής, τα ξέρει ο κόσμος όλος,
διαβάτης ήσουν, πέρασες, τά-είδες και μου τα λέεις.
Πες μου σημάδια του σπιτιού και τότες να πιστέψω.
—Ανάμεσα στην κάμαρα χρυσό καντήλι ανάφτει,
και φέγγει σου που γδύνεσαι και πλέκεις τα μαλλιά σου,
φέγγει σου τις γλυκές αυγές που τα καλά σου βάζεις.
—Κάποιος κακός μου γείτονας σου τα ’πε και τα ξέρεις.
Πες μου σημάδια του κορμιού, σημάδια της αγάπης.
—Έχεις ελιά στα στήθη σου κι ελιά στην αμασκάλη [...]
—Ξένε μου εσύ είσαι ο άντρας μου, εσύ είσαι κι ο καλός μου.” (2)
ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ τραγούδι, συνοδευόμενο απ’ τα ανάλογα μουσικά όργανα κάθε περιοχής, αρέσει σε όλους γιατί εκφράζει κοινές χαρές, πίκρες και καημούς. Έχει στίχους απλούς, ρυθμικούς, συγκλονιστικούς και μια μουσική που σε καλεί να χορέψεις. Γενικά, η δημώδης ποίηση κάθε τόπου αποτελεί βασικό συνδετικό κρίκο παρόντος-παρελθόντος. Υμνεί τα πάθη του λαού, χρησιμοποιεί τη φαντασία (μυθοπλασία), αγαπά την ελευθερία κι αποτελεί την ψυχή κάθε λαού. (24-7-2026)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
-(1) «Τζιβαέρι»: Δωδεκανησιακό δημοτικό τραγούδι.
-(2) Ν. Γ. Πολίτης, Δημοτικά Τραγούδια. Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Αθήνα 1958 (παρατίθεται στο Ομηρικά Έπη Οδύσσεια, Α΄ Γυμνασίου, μτφ. Δ.Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΟΕΔΒ)


Σταῦρο, Ο Καβάφης ἀποκαλύπτει το ένοχο μυστικό της Ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρείας στό ποίημα “Ἡ Πόλις” γραμμένο τὸ 1910:
Η πόλις
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κι είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ώς πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις —
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κόχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Αγαπητότατε Κρίτων,
αδελφέ μου,
Σίγουρα εσύ κι ο Θωμάς στην Αυστραλία, αλλά και άλλοι ξενιτεμένοι στα πέρατα του κόσμου, Θα νοιώθετε καλύτερα τους στίχους των δημοτικών τραγουδιών. Φυσικά και του Κ.Π. Καβάφη που εκφράζει τα ίδια πικρά αισθήματα, με άλλο τρόπο και ύφος.
Ευχαριστώ για επισήμανση. Πάντα καλά…