“Τα Δυο Βήτα” (Αθηνάς Κακούρη): Δυο ενδιαφέροντα άρθρα για το βιβλίο
Posted on 31 Μάι, 2026 in Κείμενα | 0 comments
ΓΙΑ ένα πολύ ενδιαφέρον και ακριβοδίκαιο στις απόψεις του βιβλίο, που αφορά την
περίοδο 1912-1915 στην Ελλάδα του διαδόχου (αργότερα βασιλιά) Κωνσταντίνου και του
Ελ. Βενιζέλου, τα δυο παρακάτω κείμενα. Το θέμα του Εθνικού Διασμού που ουσιαστικά
γεννιέται τότε, πλήγωσε την Ελλάδα για πολλές δεκαετίες, ενώ δεν έπαψε να υποβόσκει πάντα
στην πολιτική ζωή του τόπου. Στ.Γ.Κ.
—————————————————————————————————-
ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ, Τα δυο βήτα (εκφ. Καπόν, 2017
1.- Ηλίας Μαγκλίνης, Κ, 18-9-2016
«Τα Δύο Βήτα» τιτλοφορείται το νέο βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη, καταξιωμένης από τα ιστορικά και αστυνομικά της μυθιστορήματα.
Το «Τα Δύο Βήτα» είναι κάτι διαφορετικό: μια εξιστόρηση βασισμένη σε ιστορικά τεκμήρια, πραγματικά γεγονότα και αληθινά πρόσωπα, με έντονα όμως μυθιστορηματική χροιά. Ποια είναι τα «δύο Βήτα»; Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Βενιζέλος.
Στο επίκεντρο της ιστορίας της Κακούρη, με άλλα λόγια, είναι η ιστορική σύγκρουση των δύο ανδρών της ελληνικής ιστορίας, ο Εθνικός Διχασμός (που τόσο συζητείται ξανά μετά τη σχετική ιστοριογραφία του Γιώργου Μαυρογορδάτου) και η εμβληματική εκείνη δεκαετία 1912-1922, που ξεκίνησε με θριάμβους αλλά έληξε με καταστροφή. Στην περίπτωση της Κακούρη, βάσει των στοιχείων που παραθέτει, όπως γράφει η ίδια, ο μέγας υπεύθυνος για τον Διχασμό ήταν ο Βενιζέλος.
Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο «Τα Δύο Βήτα» που κυκλοφορεί από αύριο στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Καπόν.
Τα σοβαρά ανταλλάγματα
Λίγο μετά την Πρωτοχρονιά (11/24 Iανουαρίου 1915), ενώ ακόμη τα λίγα τυχερά παιδιά στις πόλεις θαύμαζαν τα παιχνίδια που τους είχε φέρει ο Αγιος Βασίλης και όλα τα υπόλοιπα τουρτουρίζοντας γλυκαίνονταν με μια χούφτα σταφίδα, μια σφεντόνα, ένα κουτσούνι από πανί, στο Υπουργείο Εξωτερικών έφθανε μια πρόταση της Αγγλίας, όπου υποσχόταν «σοβαρά ανταλλάγματα στην Μικρά Ασία» αν σπεύδαμε σε βοήθεια της Σερβίας και –προκειμένου να εξασφαλίσουμε το πλευρό μας από τους Βουλγάρους– τους παρακινούσαμε να βγουν μαζί μας, παραχωρώντας τους την Καβάλα και την περιοχή της με την Δράμα. […]
Ο Βενιζέλος έκαμε ακόμη ένα διάβημα προς την Ρουμανία, προσπαθώντας να την πείσει να εναρμονίσει την εξωτερική της πολιτική με την δική μας – δηλαδή να υποσχεθεί πως θα συγκρατούσε την επιθετικότητα της Βουλγαρίας. Και ενώ περίμενε ακόμη απάντηση από το Βουκουρέστι, κάθησε, στις 11/24 Iανουαρίου 1915, και έγραψε στον Βασιλιά το πρώτο εμπιστευτικό του υπόμνημα: Οσο και αν είναι επώδυνη η θυσία της Καβάλας –του γράφει– αξίζει διότι έτσι θα σωθεί ο Eλληνισμός της Μικράς Ασίας και θα δημιουργηθεί η Μεγάλη Eλλάς… […] Ο Βασιλιάς όμως απέκλεισε μια τέτοια σκέψη.
Δυο μέρες αργότερα, στις 13/26 Iανουαρίου 1915, το βράδυ, ο Βενιζέλος φώναξε τον Ιωάννη Μεταξά στο Υπουργείο των Εξωτερικών. Τον ρώτησε πώς πάει η μελέτη περί Μικράς Ασίας. Ο Μεταξάς απάντησε πως την προχωρεί ο Eξαδάκτυλος, αλλά σημειώνει ήδη πως οι περισσότεροι ελληνικοί πληθυσμοί φαίνεται να βρίσκονται μάλλον προς τα βόρεια παράλια της Μικρασίας παρά προς τα δυτικά. « […] αυτό δεν ήθελε καθόλου να το παραδεχθεί ο Βενιζέλος». Μετά ρώτησε για την φυσικογεωγραφική μελέτη και ο Μεταξάς είπε πως την έχει έτοιμη και κανόνισαν να πάει την επομένη να εισηγηθεί.
Ο Βενιζέλος του πρόσθεσε ότι «ήδη μας προσφέρουν τμήματα της Μ. Ασίας και πρέπει να καθορίσωμεν έναντι της Τριπλής Συνεννοήσεως τας απαιτήσεις μας. “Ηδη, κ. Μεταξά, δεν γίνεται πλέον λόγος περί παραχωρήσεως της Καβάλας εις την Βουλγαρίαν».
Αυτό ήταν μια πληροφορία που είχε λάβει ο Βενιζέλος από τον Λλόυντ Τζωρτζ μέσω του Τζων Σταυρίδη. Ανεξήγητο όμως μένει γιατί την ανέφερε εδώ στον Μεταξά, αφού ήδη πριν από μέρες είχε ο ίδιος προτείνει την παραχώρηση της Καβάλας έναντι ανταλλαγμάτων.
Οπωσδήποτε ο Μεταξάς τον έβαλε να ξαναπεί ότι δεν γίνεται πλέον λόγος για παραχωρήσεις. Και ο Βενιζέλος απήντησε: «Αποκλείεται, μάλιστα, εντελώς. Η Σερβία μόνον θα κάμει παραχωρήσεις, η δε ιδική μας παραχώρησις έγκειται εις το να μην αντισταθώμεν εις τας σερβικάς παραχωρήσεις».
Και ο Μεταξάς: «Εγώ, κύριε Πρόεδρε, ως στρατιώτης, είμαι πλήρης χαράς διά τον αποκλεισμόν πάσης ιδέας παραχωρήσεως της περιοχής Καβάλας και Δράμας, διότι ούτω διατηρούμεν θαυμάσια σύνορα, των οποίων η περικοπή θα μας εζημίωνε στρατηγικώς τα μέγιστα».
Η Μικρά Ασία
Η συζήτηση συνεχίστηκε για την περιοχή νοτίως του Eλλησπόντου, που ο Μεταξάς επέμεινε πως πρέπει να ζητηθεί, επειδή ο περισσότερος πληθυσμός της ήταν ελληνικός. Αλλά ο Βενιζέλος δεν ήθελε να ακούσει «περί τοιούτου παζαρεύματος και σκοπεύει να μην εγείρη ουδεμίαν απαίτησιν επί του τμήματος τούτου. Η ιδέα του είναι να ζητήση τα όρια του βιλαετίου του Αϊδινίου περίπου».
Και με την Τουρκία τι θα γίνει; ρώτησε ο Μεταξάς.
Κάπως διστακτικά ο Βενιζέλος απάντησε πως θα την «θανατώσουν» οι Σύμμαχοι.
Αυτό, είπε ο Μεταξάς, «το θεωρώ λίγο δύσκολο, γιατί ούτε οι Αγγλοι ούτε οι Γάλλοι έχουν διάθεση να εξοντώσουν την Τουρκία. Επί πλέον το μόνο που μπορούν να κάμουν είναι να εκβιάσουν τα Δαρδανέλλια και τον Βόσπορο, αλλά τότε οι Τούρκοι θα αποσυρθούν στην Μικρά Ασία και ποιος θα πάει να τους προσβάλει εκεί και να τους καταστρέψει;».
Τότε, είπε ο Βενιζέλος, «θά προστεθούμε κι εμείς στον αγώνα».
«Θα εκστρατεύσουμε στην Μικρά Ασία; Και ποιος θα μας προστατεύσει τα ευρωπαϊκά μας σύνορα;».
«Από ποιους;» ρώτησε ο Βενιζέλος.
«Από τους Βουλγάρους».
Προϋποτίθεται, απάντησε ο Βενιζέλος, πως οι Βούλγαροι θα είναι σύμμαχοί μας και θα επιτεθούν κι αυτοί κατά της Τουρκίας. Χωρίς αυτήν την προϋπόθεση, δεν βγαίνουμε στον πόλεμο.
Τότε, είπε ο Μεταξάς, μπορούμε να την σκεφτούμε την επιχείρηση.
Αυτά κάθησε ο Μεταξάς και τα έγραψε το βράδυ της επομένης, διότι προφανώς την ημέρα του την είχε αφιερώσει στο να συντάξει το «Υπόμνημα περί Μικράς Ασίας, Δυνατότητες Διανομής».
Tην παρ’ άλλη, δηλαδή στις 15/28 Iανουαρίου 1915, ο Βενιζέλος πάλι τον κάλεσε και συζήτησαν δυόμισι ώρες, από τις πέντε το απόγευμα μέχρι τις επτάμισι το βράδυ. Γυρίζοντας σπίτι του ο Μεταξάς σημείωσε τι είχαν πει.
Αυτήν την φορά ο Βενιζέλος του ανακοίνωσε «επιδείξας μοι τας ανακοινώσεις του εδώ Αγγλου πρέσβεως» ότι πρόκειται για εκστρατεία στην Σερβία με σκοπό να την βοηθήσουμε κατά των Αυστρογερμανών, για την οποία «θά ελαμβάνομεν εις αντάλλαγμα ολόκληρον το δυτικόν μέρος της Μικράς Ασίας. Εις την ανακοίνωσιν όμως του κ. Ελλιοτ, παρετήρησα [λέει ο Μεταξάς] ότι ανεφέροντο παραχωρήσεις εις τας ακτάς της Μικράς Ασίας (concessions sur la côte de l’Asie Mineure) και ότι αυτή ήτο ανεπίσημος (officieuse)».
Εδώ έρχονται στον νου τα όσα συνεπαρμένη περιγράφει η Δέλτα. Στο σπίτι του αδερφού της, στην Αίγυπτο, λίγους μήνες αργότερα, ο Βενιζέλος στέκει εμπρός σ’ έναν χάρτη. «Με μια γοργή κίνηση του χεριού του, σκούπισε όλη την ακτή και το χίνδερλανδ της Μικράς Ασίας. […] “Ως αμοιβή […] μας υπόσχουνταν ο Lloyd George αυτά”. […] έβλεπε πραγματοποιήσιμη μια Μεγάλη Eλλάδα. Κι εννοούσε τ’ όνειρό του να το κάνει πραγματικότητα. Και αν τον εμπόδιζε ο Βασιλεύς, θα παραμέριζε το Βασιλέα, θα τον έδιωχνε, όπως έδιωξε τον Γεώργιο από την Κρήτη».
================
Του Σπύρου Κακουριώτη, συγγραφέα
Πολλές φορές η τέχνη έχει λειτουργήσει προδρομικά σε σχέση με την ιστορική επιστήμη, προσεγγίζοντας θέματα ταμπού, που η εκάστοτε κοινωνία, συνεπώς και η ακαδημαϊκή κοινότητα, δεν είναι ακόμη έτοιμη να αντικρίσει κατάματα. Αυτή είναι η περίπτωση, για παράδειγμα, της ταινίας του Λουί Μαλ Lacombe Lucien (1974), που ανέδειξε τις γκρίζες ζώνες μεταξύ δωσιλογισμού και αντίστασης στην κατεχόμενη Γαλλία, προκαλώντας θυελλώδη πολεμική, καθώς με τον τρόπο αυτό ρηγμάτωνε την λίγο-πολύ ενιαία αφήγηση γκωλισμού και αριστεράς για την αντίσταση.
Στα καθ’ ημάς, είναι η περίπτωση του Θανάση Βαλτινού, που με την Κάθοδο των εννιά ανέδειξε, σε δύσκολους καιρούς, την αντιηρωική και συνάμα τραγική μοίρα των ηττημένων του ΔΣΕ, ενώ πολλά χρόνια αργότερα, με την Ορθοκωστά, προκάλεσε την μήνιν της αριστερής κριτικής, δίνοντας «φωνή» στους ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου και αναδεικνύοντας το (αποσιωπημένο μετά τη Μεταπολίτευση) ζήτημα της βίας του ΕΛΑΣ απέναντι στους τοπικούς πληθυσμούς. Μέσα από την πολυφωνική του αφήγηση, ο Βαλτινός κατόρθωσε να οδηγήσει τους αναγνώστες στην «πρωταρχική σκηνή» της εμφύλιας σύγκρουσης στο μικροεπίπεδο.
Αν το λογοτεχνικό έργο έχει κάποτε αυτόν τον προδρομικό χαρακτήρα, δεν συμβαίνει το ίδιο τις σπάνιες φορές που οι ίδιοι οι λογοτέχνες επιχειρούν μια αμιγώς ιστορική αφήγηση. Όσο κι αν ισχυριστούν ότι δεν υποβλέπουν τον ιστορικό και τον ρόλο του, επικαλούμενοι ως «τεκμήριο αθωωότητος» ότι δεν είναι ιστορικοί, δεν μπορεί, εντέλει, παρά να κριθούν ως τέτοιοι –αν όχι ως επαγγελματίες ιστορικοί, ασφαλώς ως «δημόσιοι ιστορικοί», γιατί ακριβώς σε αυτό το πεδίο εντάσσεται το έργο τους.
Μοιραία, η μελέτη της Αθηνάς Κακούρ Τα δύο βήτα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημόσια ιστορία και με αυτά τα κριτήρια να εξεταστεί. Λογοτέχνιδα με μακρότατη θητεία, πρώτα στο αστυνομικό και στη συνέχεια στο ιστορικό μυθιστόρημα, επιχειρεί να εξετάσει, με μέσα εξωλογοτεχνικά, τον Εθνικό Διχασμό. Χρονικά, περιορίζεται στην περίοδο 1912-1915, δηλαδή μέχρι την οριστική παραίτηση του Βενιζέλου, ενώ στην αφήγησή της δεν περιλαμβάνει τις σημαντικές εξελίξεις που ακολούθησαν.
Όπως προδιαθέτει και ο τίτλος, την συγγραφέα απασχολούν οι προσωπικότητες, οι «μεγάλοι άνδρες» (γιατί, βέβαια, πάντα άνδρες είναι, ποτέ γυναίκες). Δύο είναι οι πρωταγωνιστές της, ο Βασιλιάς και ο Βενιζέλος, μόνο που οι ρόλοι τους είναι εξαιρετικά άνισοι: Ο Κωνσταντίνος είναι το κεφαλαίο βήτα, ο Βενιζέλος το μικρό. Δευτεραγωνιστές σε αυτήν την αφήγηση επίσης δύο: ο Γεώργιος Στρέιτ, υπουργός Εξωτερικών, και ο οιονεί αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ιωάννης Μεταξάς, αμφότεροι φιλομοναρχικοί και συστηματικοί ημερολογιογράφοι, απ’ όπου η συγγραφέας αντλεί εκτενώς.
Όμως ο Διχασμός υπήρξε μια διαιρετική τομή που διαπέρασε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, απ’ άκρου εις άκρον, και είχε τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής, κοινωνικής και εθνικής σύγκρουσης. Για την συγγραφέα είναι απλώς μια «διαμάχη» δύο ανδρών και τα ερωτήματά της γύρω από αυτόν περιορίζονται στο αν ο Κωνσταντίνος ήταν γερμανόφιλος ή όχι, αν ενήργησε συνταγματικά ή όχι. Από την απάντηση σε αυτά μπορούν να κριθούν και όλα όσα ακολούθησαν, μοιάζει να ισχυρίζεται, αναζητώντας το «πρώτο κινούν». Όμως η ιστορία δεν υπακούει σε κανένα «πρώτο κινούν», είναι πολυπαραγοντική και ενδεχομενική, χωρίς καμιά τελεολογία, κανένα σιδηρούν νόμο ή ντετερμινισμό.
Για να υπηρετηθεί η «μικρά αλλ’ έντιμος Ελλάς» που αναδύεται μέσα από τις σελίδες των Δύο βήτα δεν απαιτείται ούτε επικαιροποιημένη βιβλιογραφία (λίγες είναι οι παραπομπές σε μελέτες μετά τη δεκαετία του ’80, ενώ λείπουν έργα αναφοράς όπως, εντελώς ενδεικτικά, των Μαυρογορδάτου, Λεονταρίτη, Hering, Ενεπεκίδη κ.ά.) ούτε ιδιαίτερη σπουδή για την αποφυγή παραλείψεων, με κίνδυνο να θεωρηθούν εσκεμμένες (όπως, π.χ., η αποσιώπηση της κρίσιμης διαμάχης Κωνσταντίνου – Βενιζέλου κατά τον Α’ Βαλκανικό για την κατεύθυνση της επιθετικής προσπάθειας, προς Μοναστήρι ή Θεσσαλονίκη).
Ο κατάλογος των σχετικών μειονεκτημάτων θα αποδεικνυόταν μακρύς και, στην πραγματικότητα, δεν έχει νόημα η καταγραφή τους, γιατί το ερώτημα που θέτει το βιβλίο αυτό δεν αφορά τις ιστοριογραφικές αρετές του. Αυτό που θα ήταν γόνιμο να αναρωτηθεί κανείς είναι γιατί ένα τέτοιο βιβλίο εκδίδεται σήμερα και γιατί σημειώνει μια σχετική επιτυχία, φιγουράροντας κατά καιρούς στις λίστες με τα ευπώλητα.
Η ίδια η Αθηνά Κακούρη επιχειρεί μια απάντηση στο πρώτο ερώτημα, σημειώνοντας ότι αυτό που «μας συνέβη» το 1915 «εξελίχθηκε σε ένα δηλητηριώδες χάσμα, του οποίου οι αναθυμιάσεις μας πνίγουν ακόμη και σήμερα». Άραγε, ο Εθνικός Διχασμός λειτουργεί ως διαιρετική τομή σήμερα; Δύσκολα θα το ισχυριζόταν οποιοσδήποτε. Αντιθέτως, είναι ένας άχρονος και αϊστορικός διχασμός που υποβάλλεται σαν ιδέα, η «παντοτινή» εμφύλια διαίρεση των Ελλήνων, έτσι ώστε οι διαμάχες του σήμερα να αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα του Διχασμού του 1915. Κατασκευάζεται έτσι μια γενεαλογία του διχασμού και της κρίσης (όπως ανάλογες γενεαλογίες κατασκευάζουν κι άλλα ευπώλητα αφηγήματα, και μάλιστα συγγραφέων με επιστημονική σκευή), χαρακτηριστικά που ανάγονται σε σταθερές της ελληνικής ιστορίας, αδειάζοντας από το εκάστοτε περιεχόμενό τους.
Όμως η συγκρότηση παρατάξεων εκατέρωθεν μιας διαιρετικής τομής δεν γίνεται επειδή αυτή υπάρχει, αλλά επειδή αντικρουόμενα συμφέροντα, σχέδια, προσδοκίες δημιουργούν την τομή και συγκροτούν παρατάξεις.
Αντιθέτως, η συγγραφέας περιορίζεται στη σύγκρουση προσωπικοτήτων, η χαρακτηρολογική περιγραφή των οποίων είναι εξαιρετικά χαρακτηριστική: στον κρυψίνου και ανερμάτιστο λαοπλάνο Βενιζέλο αντιπαρατίθεται ο στοχαστικός, ολιγόλογος αλλά προσηνής «κουμπάρος», ο λαοφιλής Κωνσταντίνος, σε ένα παιχνίδι ορθολογιστών εναντίον λαϊκιστών. Δεν είναι λοιπόν παρακινδυνευμένη η σκέψη ότι ο Βενιζέλος της Αθηνάς Κακούρη δεν είναι παρά μια μετωνυμία του Ανδρέα Παπανδρέου (ποιος ξέρει, ίσως και μεταγενέστερων ηγετών), ενώ ο Κωνσταντίνος το πρότυπο του ισχυρού ανδρός –ίσως στα μάτια κάποιων μια φιγούρα που παραπέμπει στον Κωνσταντίνο Καραμανλή…
Ο ξεθυμασμένος παλαιοελλαδίτικος κωνσταντινισμός που αναδύεται από τις σελίδες του βιβλίου, αναπαράγοντας όλους τους κοινούς τόπους του αντιβενιζελισμού, δεν αποτελεί επιστροφή στην παλαιάς κοπής βασιλοφροσύνη. Αντιθέτως, είναι μία, στην ουσία της αντιδραστική, αναζήτηση του «ισχυρού ανδρός» ως υπέρβαση των διχασμών και των κρίσεων του έθνους σήμερα –κι αυτή είναι μια απάντηση πολλαπλώς επικίνδυνη…
info
Αθηνά Κακούρη, Τα δύο βήτα, Εκδόσεις Καπόν, 2016


