Βιβλία και δικτατορίες (Χ.ν., 20-4-2026)
Posted on 20 Απρ, 2026 in Κείμενα | 0 comments
ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΕΣ
ΤΟ 1973 πήρα μετάθεση από τα Δωδεκάνησα στη Θεσσαλονίκη. Ξαναντίκριζα την αγαπημένη μου πόλη στην οποία οι αναμνήσεις ξεκινούσαν από τα χρόνια του ανταρτοπόλεμου (1947), την μακροχρόνια παραμονή μου στις παιδοπόλεις της Βασιλικής Πρόνοιας και έφταναν μέχρι τα μεταφοιτητικά μου χρόνια…
ΗΞΕΡΑ ότι ο Νικηφόρος Βρεττάκος, αγαπημένος μου ποιητής, είχε κυκλοφορήσει νέο τόμο ποιημάτων με τίτλο”Το Βάθος του Κόσμου”. Μάλιστα, ως προεισαγωγικό σημείωμα έθεσε μια επιστολή του συμπαιδοπολίτη και αγαπητού μου φίλου, Κρίτωνα Ζωάκου, με το καυτό ερώτημα τί είναι η ποίηση; Έψαχνα στα βιβλιοπωλεία, ώσπου μπήκα και στου “Αμπατζιάδη”, ένα Βιβλιοχαρτοπωλείο λίγο πιο πάνω από την Αχειροποιήτου. Ο κ. Νίκος, ιδιοκτήτης και παλιός ομαδαρχης στην παιδόπολη “Αγιος Δημήτριος” Θεσσαλονίκης, είχε το β ι β λ ί ο· όμως, με α π έ τ ρ ε ψ ε να το αγοράσω διότι συμπεριλαμβανόταν στον Index Librorum Prohibitorum * (Λίστα απαγορευμένων βιβλίων) της χούντας!
ΑΝΤΙΛΗΦΘΗΚΑ πως η σχέση δικτατόρων και τέχνης, ειδικότερα λογοτεχνίας, ήταν απαγορευτική. Κάθε μορφή ολοκληρωτισμού επιδιώκει τον απόλυτο έλεγχο της καλλιτεχνικής-και όχι μόνο-δημιουργίας. Ως αντίβαρο, χρησιμοποιεί την “υποταγμένη” σ’ αυτήν δημιουργία, για προπαγάνδα. Επιβάλλει προληπτική λογοκρισία και εφαρμόζει κ α τ α σ τ α λ τ ι κ ά μέτρα εναντίον κάθε θεωρούμενης αντι-καθεστωτικής δραστηριότητας… Έτσι, οι ΝΑΖΙ έκαψαν, μεσαιωνικώ τω τρόπω, 25.000 βιβλία (1933) ως “αντι-γερμανικά!”. Το ίδιο, στην Ελλαδα του Ιωάννη Μεταξα (16 Αυγούστου 1936) έγιναν δημόσιες καύσεις βιβλίων: στην πυρά Μαρξ, Γκόρκι, Φρόιντ, αλλά και Παπαδιαμάντης, Μυριβήλης, Καρκαβίτσας, Καζαντζάκης, Σοφοκλής-Αντιγόνη, Πλάτωνας, Θουκυδίδης, Ξενοφώντας κ.ά. Στη χούντα των συνταγματαρχών (1967-1974) η “Μαύρη Λίστα” ήταν τεράστια! Περιελάμβανε το έργο του Ν. Καζαντζάκη, τα “18 Κείμενα” του Μ. Αναγνωστάκη, Σεφέρη, Ρίτσο, Βρεττάκο, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, αλλά και Φλωμπέρ, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι κ.ά. Στην κομμουνιστική Ρωσία του Στάλιν-αργότερα και στη Σοβιετία- επιβλήθηκε ως… τέχνη ο λεγόμενος “σοσιαλιστικός ρεαλισμός” που εξυμνούσε, με ογκώδη ακαλαίσθητα δημιουργήματα το κράτος του ζόφου.
ΣΕ ΚΑΘΕ μορφή δικτατορίας (φασισμός, ναζισμός, κομμουνισμός, ισλαμοφασισμός κ.λπ.) η “τ έ χ ν η” (αγάλματα, πορτρέτα, εμβατήρια, α φ ί σ ε ς, κινηματογράφος, λογοτεχνία κ.λπ.) χρησιμοποιείται προς θεοποίηση και ισχυροποίηση του συστήματος. Μάλιστα, οι περισότεροι δικτάτορες συγγράφουν και βιβλία εν είδει νουθεσίας!
… ΟΜΩΣ, η πραγματική τέχνη κατορθώνει να “αναπνέει” εμπνεόμενη από τον έρωτα ελευθερίας. Και, με οποιοδήποτε τίμημα, αντιδρά στο σκότος μεταφέροντας στο λαό με αλληγο ρίες τα φωτεινά μηνύματά της. Αλλά κι ο λαός σκαρφίζεται τον σαρκασμό για να καυτηριάσει το ανελεύθερο του καθεστώτος. Ποιος λησμονεί τα α ν έ κ δ ο τ α εναντίον των χουντικών Παπαδόπουλου και Πατακού; Ποιος λησμονεί τους Μπ. Πάστερνακ, Αλ. Σολζενίτσιν (Νόμπελ λογοτεχνίας), τον Βλαντ. Μαγιακόβσκι και την Αννα Αχμάτοβα, τον Αντρέι Ζαχάρωφ (Νόμπελ Φυσικής) στην άλλοτε μεγαλόσχημη Σοβιετία; Ή τον Φ. Γκ. Λόρκα στην Ισπανία του Φράνκο, τον Σεφέρη στην Ελλάδα;
… ΚΑΙ, να πως έζησε ένας Αλβανός δημιουργός (από τους πρώτους μετανάστες στην Ελλάδα του 1990), ο Γκαζμέτ Καπλάνι, την έννοια του απαγορευμένου βιβλίου στην εποχή του δικτάτορα Ενβέρ Χότζα στην πατρίδα του. (Απόσπασμα από κείμενό του. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Το Δέντρο” , Μάρτιος, 2012, http://gazikapllani.blogspot.gr/):
«Υπάρχουν σπίτια χωρίς βιβλιοθήκες. Υπάρχουν σπίτια με φτωχές βιβλιοθήκες. Υπάρχουν σπίτια με δήθεν-βιβλιοθήκες. Υπάρχουν σπίτια με υπέροχες βιβλιοθήκες. Υπάρχουν και άλλα με καμένες, κατεστραμμένες ή κρυφές βιβλιοθήκες. (Νομίζω ότι τέτοια σπίτια ήταν εκείνα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην Κατοχή). Οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες του εικοστού αιώνα μπορούν να αφηγούνται την πολιτική του ιστορία και υστερία. Τα μεγάλα του πάθη, τα μεγάλα του εγκλήματα, τις κραυγαλέες του αντιφάσεις.
Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου υπήρχε μια μεσαίου μεγέθους βιβλιοθήκη, γεμάτη βιβλία, τα περισσότερα των οποίων τα απεχθανόμουν. Οι φοβισμένοι γονείς μου, διωκόμενοι από το καθεστώς, προσπαθούσαν να φτιάξουν μια βιβλιοθήκη-βιτρίνα που θα αποδείκνυε την πίστη τους στο καθεστώς, με την ελπίδα ότι θα γλίτωναν περισσότερες διώξεις και βάσανα. Ήταν γνωστό σε όλους ότι το μάτι ενός χαφιέ του καθεστώτος έπεφτε ανελλιπώς πάνω στην βιβλιοθήκη, εφόσον υπήρχε…Τα ράφια της βιβλιοθήκης μας ήταν γεμάτα από βιβλία των «Ηγετών του Κόμματος» και τα λαμπρά πνεύματα του μαρξισμού-λενινισμού. Μόνο έργα του Ενβέρ Χότζα υπήρχαν καμιά εβδομηνταριά και συνεχώς προσθέτονταν και άλλα. Μετά, έρχονταν τα βιβλία των «αγαπημένων συντρόφων» του Κόμματος. Λιγότερα από εκείνα του Ηγέτη, φυσικά. Κανείς δεν επιτρεπόταν να τον ξεπεράσει! Έπειτα έρχονταν τα ξένα βιβλία, τα «καθώς πρέπει», μεταφρασμένα στα αλβανικά. Το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» του Μαρξ και δίπλα του το «Κεφάλαιο». Με κόκκινο εξώφυλλο το ένα, με μαύρο το άλλο. Κάποια βιβλία του Ένγκελς, με πράσινα εξώφυλλα. Τα βιβλία του Λένιν. Ακολουθούσαν βιβλία του Στάλιν, σχεδόν όλα με γκρι εξώφυλλα. Κάποια στιγμή προστέθηκαν και τα βιβλία του Μάο. Ένα από αυτά ήταν συλλογή ποιημάτων, γραμμένα, εάν δεν κάνω λάθος, στη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης. Την περίοδο της μεγάλης σφαγής, τον σύντροφο Μάο, τον είχε συνεπάρει ο ποιητικός οίστρος. Υπήρχε επίσης, αν θυμάμαι καλά, η «Η Μάνα» του Γκόρκι και δυο τόμοι του «Δον Κιχώτη»…
Η βιβλιοθήκη με την οποία μεγάλωσα είχε μια άλλη ιδιαιτερότητα: πάθαινε αυξομειώσεις. Καινούργια βιβλία προσθέτονταν και άλλα εξαφανίζονταν. Όχι επειδή δεν υπήρχε θέση πια στη βιβλιοθήκη, αλλά επειδή έμπαιναν στη μαύρη λίστα και γίνονταν ανεπιθύμητα. Έτσι εξαφανίστηκαν μια μέρα, ξαφνικά, τα βιβλία του συντρόφου Μάο, όταν η Αλβανία διέρρηξε τις σχέσεις με την Κίνα. Κάθε τόσο, επίσης, εξαφανίζονταν τα βιβλία των προδοτών, πρώην «αγαπημένοι σύντροφοι» του Κόμματος.
Μεγαλώνοντας, ανακάλυψα ότι εκτός από αυτήν τη βιβλιοθήκη-βιτρίνα, οι γονείς μου φύλαγαν και «επικίνδυνα», απαγορευμένα, τα λεγόμενα «καταραμένα βιβλία». Συνήθως τα κράταγαν στο υπνοδωμάτιο, κλεισμένα προσεχτικά στα κομοδίνα, δεξιά και αριστερά του κρεβατιού. Σαν αμαρτωλές αποδείξεις που έπρεπε να μείνουν κρυμμένες στο σκοτάδι. Τέτοια βιβλία δεν κυκλοφορούσαν ποτέ στο σπίτι. Δεν τα έβρισκες ξεχασμένα πάνω σε τραπέζι ή στον καναπέ. Ήταν σαν φοβερά μυστικά που προέρχονταν και αποσύρονταν στο σκοτάδι. Η πρόσβασή μου στα «καταραμένα βιβλία» έγινε εφικτή μόνο όταν μπήκα στην εφηβεία. Και υπό τον όρο και τον όρκο ότι δεν θα συζητούσα έξω από το σπίτι για αυτά. Τότε, λοιπόν, έγινε η μύησή μου στα «καταραμένα βιβλία». Αυτά που έπρεπε να διαβάσεις και να μην συζητήσεις. Αυτά που δεν τα έβρισκες σε καμία βιβλιοθήκη, δημόσια η ιδιωτική… Τότε είχαμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας για να διαβάσουμε βιβλία. Δεν είχαμε όμως τη δυνατότητα να διαβάσουμε τα βιβλία που θέλαμε. Σήμερα, που έχω την δυνατότητα να διαβάσω τα βιβλία που θέλω, δεν έχω πια τον χρόνο.
Τα σπίτια των μεταναστών είναι συνήθως σπίτια χωρίς βιβλιοθήκες. Εγώ ανήκω στους τυχερούς μετανάστες της πρώτης γενιάς που έχουν την πολυτέλεια μιας βιβλιοθήκης. Βλέποντας τα βιβλία στα ράφια της βιβλιοθήκης, πολλές φορές με ένα αίσθημα ηττοπάθειας, νοσταλγώ εκείνη την εποχή, όπου το διάβασμα των «καταραμένων βιβλίων» αποτελούσε πραγματική ιεροτελεστία. Η σχέση με το βιβλίο ήταν ερωτική…»
ΑΝΕΚΑΘΕΝ το πρώτο θύμα των ολοκληρωτισμών παραμένει το βιβλίο-η ελεύθερη έκφραση. Προκαλεί μίσος και διώκεται, ακριβώς επειδή είναι το απόλυτο μέσο ελευθερίας και αφύπνισης των δημκρατικών συνειδήσεων (https://www.naftemporiki.gr/stories/1657435/i-nychta-poy-25-000-vivlia-epesan-stin-pyra-opoy-kapoios-kaiei-idees-tha-kapsei-syntoma-kai-anthropoys/)
ΔΥΣΤΥΧΩΣ, σήμερα, εν καιρώ ανόητων πολέμων γύρω μας, είμαστε “βαριά” αιχμάλωτοι μιας ψευδεπίγραφης “ελευθερης έκφρασης” που δήθεν προσφέρει ο νέος παγκόσμιος δυνάστης, το δ ι α δ ί κ τ υ ο … (Στ.Γ.Κ., 17-4-26)


