Σπουδή θανάτου (Χ.ν., 24-11-25)
Posted on 26 Νοε, 2025 in Δοκιμές, Κείμενα | 2 comments
κα https://www.haniotika-nea.gr/category/monimes-stiles/peridiavazontas/
Σπουδή θανάτου
(Κρητική Ταφική Τελετουργία και Ποίηση)
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ πρόσφατο θάνατο ενός αγαπημένου μου προσώπου, εντρύφησα σε κρητικά πεζά/ποιητικά κείμενα, σχετικά με το μοιραίο, το αναπόφευκτο γεγονός. Πώς γινόταν η ταφική τελετουργία στην Κρήτη, πως καταγράφεται ο στοχασμός των ζωντανών, πως περιγράφεται το μεταίχμιο ζωής/θανάτου, τις σκέψεις για το μετέπειτα.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ “πλημμυρίζει” την κρητική ιστορία που “γέμει ηρωϊσμών”, λόγω των πάμπολλων υπέρ Ελευθερίας εξεγέρσεων και αγώνων. Έτσι, ο θάνατος αποτελεί βίωμα εντονότατο που αντιμετωπίζεται άλλοτε περιφρονητικά κι άλλοτε δραματικά τόσο στην κρητική ποίηση, λογοτεχνία και μαντινάδες, όσο και στο δημοτικό τραγούδι και την παράδοση.
… ΤΟ 2001 επανεκδόθηκε ένας ογκώδης τόμος (περίπου 600 σελίδων) με τίτλο “ΚΡΗΤΗ” των εκδόσεων Παπαδήμα. Περιείχε διαχρονικά δημοσιεύματα για τη Μεγαλόνησο του περιοδικού ‘ΗΩΣ’. Μεταξύ πολλών ενδιαφερόντων θεμάτων, υπήρχε και η παρακάτω, σύντομη περί σφακιανών ταφικών εθίμων μελέτη του Αλεξανδρινού κριτικού και συγγραφέα, Μανώλη Γιαλουράκη (1921-1987). Τράβηξε την προσοχή μου, επειδή έτυχε να γνωρίζω τη συγγραφική τέχνη του Μ.Γ. από τα “Κριτικά Φύλλα” του Συμιακού λογίου Ιωάννη Χατζηφώτη. Το κειμενάκι είναι σοκαριστικό, πλαισιωμένο από έναν ωμό ρεαλισμό για ταφικά έθιμα, που φορές παραπέμπει στην αρχαιότητα:
Γιὰ τὸν κάτω κόσμο
Γιάντα, αδερφέ μου, το ‘κανες, ανθέ μου, ἐτοῦτο – δὰ τὸ πράμα, φρόνιμέ μου;
Μᾶς ἔφυγες καὶ μίσεψες, αητέ μου, εἰς τὸν ἀνθὸ τζῆ νιότης, ατυχέ μου.
Θα πώ γιὰ θάνατο που καταποντίζει τα πάντα… Από ποια χρόνια πανάρχαια κρατάει τὸ ἔθιμο; Οι Σφακιανοί κοιτάνε το μέλλον στὰ κόκκαλα τῆς ωμοπλάτης των ζώων, διακρίνουνε κεῖ τὰ μελλούμενα, τὸ Θάνατο που έρχεται βέβαιος, το τέλος που φθάνει. Κράζει κ’ ή κότα σαν κόκορας κάποτε, ἡ συφορὰ θὰ ρημάξει σπίτι. Μέρα γιὰ νύχτα, όποιαν ώρα, ή καμπάνα παίζει αργά, μακάβρια, σὰ λάχει καὶ πεθάνει κανένας. «Σέρνουνε τις φωνές» οι δικοί του, κλαίνε, φωνάζουνε. Καλότυχοι οἱ νεκροί ποὺ τοὺς προλάβανε ζεστοὺς νὰ τοὺς ἀλλάξουν. Στὸν κὰτω, σὰν καὶ τὸν πάνω κόσμο, οἱ καλότυχοι λίγοι. Πλύνουνε το νεκρό με κρασί, μετὰ τὸν τυλίγουνε σε πανιά λουρίδες, δένουνε τὰ χεροπόδαρα, δένουν καὶ τὸ κεφάλι μὲ τὸ σαγόνι. Τὸν βάζουνε ὕστερα στο «καδελέτο», νεκροκρέββατο κοινό για όλους, ποὺ ἀνήκει στὴν ἐκκλησία, μὲ λιόφυλλα καὶ λεμονόφυλλα προσκεφάλι. Τὰ μάτια τοῦ τὰ κλείνουνε ἀκόμη καὶ μὲ βία, ρίχνουνε χώμα στα βλέφαρα νὰ μὴ μετανοίξουνε. Αν δὲν τὰ καταφέρουνε, συμφορά μεγάλη. Κι ἄλλον θα πάρει ἀπ’ τὸ σπίτι γιὰ τὰ πέρα…
Στη θέση που ξεψύχησε καίει ἕνα λυχνάρι· θὰ καίει κει σαράντα μερόνυχτα. Σκεπάζουνε τους καθρέφτες, ξεκρεμούνε τις φωτογραφίες, οἱ τοίχοι ὁλόγυμνοι πενθούν κ’ εκείνοι. Κάθουνται γύρω στο καδελέτο οἱ γυναίκες μὲ μαλλιὰ ξέπλεγα, ἡ πιο κοντινή τοῦ πεθαμένου, κουρεμένη. Χτυπούν τὰ στήθεια τους, τραβούν τα μαλλιά, ή κουρεμένη πέταξε κιόλας τις πλεξίδες της στο καδελέτο, ἀρχίζει τὸ μοιρολόϊ – θρήνος ἀκράτητος- ένα μοιρολόι μαύρο κοράκι.
Κ‘ οἱ μοιρολοΐστρες, στις ατέλειωτες ώρες αὐτοσχεδιάζουνε στίχους, όλο το βράδυ θὰ ξενυχτίσουνε σιμά του καὶ θέλει τραγούδια, δάκρυα · θέλει καὶ στερνά χαιρετίσματα. Τὴν ἄλλη μέρα θὰ τὸν θάψουνε ἀφοῦ τοῦ λύσουνε χέρια, πόδια, να περπατεί στὸν Άδη πια ἐλεύτερος. Σαράντα μέρες φτιάχνουν φαγητά γιὰ τοὺς φτωχούς, νὰ τρώει καὶ νὰ εὐφραίνεται ὁ πεθαμένος. ᾿Ανάβουν θυμιατό, βάζουν λιβάνι, παίρνουνε μια σταγόνα νερό, μια σταγόνα κρασί, ένα ψίχουλο καὶ τὰ ρίχνουν ἐπάνω, σταυρώνουνε μὲ τοῦτα τὸ τραπέζι μὲ τὰ φαγητά καὶ τὰ μοιράζουνε στη γειτονιά. Γυναίκα τὰ μοιράζει νηστική καὶ καθαρή, κ’ εἶναι νηστίσιμα πάντα. Τρώνε καὶ σχωρούνε του οἱ φτωχοί, συχωρεμένος να ‘ναι λένε κ’ οἱ ἄλλοι. Μοιράζουνε καὶ τὰ ρούχα του, μαυροφορούνε, ἀφήνουνε τὸ σπίτι ἀσοβάτιστο, ἡ χήρα θὰ πεθάνει μὲ τὰ μαῦρα, μὲ τὸν καϋμό του, μὲ τὸ μαράζι του. Δὲν ξέρω πιὸ θλιβερή γωνιὰ τῶν χωριῶν ἀπὸ τὸ κοιμητήρι. Οι τάφοι άγριοι στη θωριά, ἀκαλαίσθητοι, μακάβριοι όγκοι. Κάπου ένας τάφος δὲν κλείστηκε καλά, ὁ Θάνατος σοῦ φλομώνει τὰ ρουθούνια. Ἡ ἐκκλησία εἶναι καὶ κείνη μαύρη κι ἄραχνη, ή παγερή του μεγάλου ᾿Αγνώστου ριπή τῆς συνεπήρε κάθε της χάρη. Τὰ κοιμητήρια στα Σφακιά εἶναι ἀκόμη φριχτότερα, οἱ πεθαμένοι κι οι ζωντανοί μένουν αντάμα. Κανείς Σφακιανός δεν ἐπέθανε, τοῦ συχνοκουβεντιάζουνε οι δικοι του. Βγάζει τὸ τσεμπέρι της ἡ χήρα καὶ τ’ ἀποθέτει πλάι στὰ φαγητὰ τῶν φτωχών· σίγουρα τότες θὰ φανεῖ ὁ νεκρός στ’ ὄνειρό της. Δὲν τὴν φοβίζει ἐτοῦτο τ’ ἀποζητά. Βγάζει το τσεμπέρι της με κρύφια χαρά και τ’ αποθέτει…” (1)
… ΑΛΛΑ, το μακάβριο δεν λείπει κι από τις σύγχρονες μαντινάδες:
“Και ποθαμένη θα πονώ/κι ας νεκρωθεί το σώμα,
χώμα και σκόρπια κόκκαλα/θα σ’ αγαπούν ακόμα!” *
ΥΠΑΡΧΕΙ, ευτυχώς κι ελεγειακός ο λυρισμός… Με διαφορά 24 χρόνων, γράφει στα Δίφορά του, ο Ηρακλείωτης Κωστής Φραγκούλης ευχόμενος το ανέφικτο:
“O ποθαμὸς εἶναι πρικύς, κρυγιὸ τὸ μαῦρο χῶμα /κι ὁ χωρισμὸς τῶν ἐδικῶ, στὰ σωθικὰ μαχαίρι.
Μὰ πιὰ δριμώνει καὶ πονεῖ ὄντε ξεφλεβαρίζει,/ποὺ ξεσταχυάζουν τὰ σπαρτά, μαυρομαχοῦν τὰ χόρτα
δετάδες καὶ παραβολὲς ἀσφαραγγιοῦ κι ἀθίζου /καὶ χαλασάδες κι ἐγκρεμοὶ ξεφέγγου καὶ μερώνου.
Σὰν ξημερώσει ἔτσα καιρός, δῶσε τοῦ Χάρου, Θέ μου,/μιὰ διάτα, νὰ καταλαγιά, τὸ μαῦρο του νὰ δένει,
μνῆμα νὰ μὴν ἀνοίγεται, τὰ δάκρυα νὰ στεγνώνου/τὰ καθελέτα νὰ σκολοῦν μὲ τσὶ μοιρολοΐστρες.
Κι ὅλ’ οἱ γι ἀθρῶποι ἀπρίκατοι, κι ἀσπροφουνταλλαμένοι, /κι ἄχολοι συναλλήλως τως νὰ χαίρουνται τὸν κόσμο.
Τσὶ κάμπους, τὰ ψηλὰ βουνά, τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι,/τῶν ἄστρω τὴν κεροδοσά, τσῆ ταχυνῆς τὰ ρόδα,
τ᾽ ὄμορφο μῖσμα τῶν πουλιῶ ποὺ πρωτοζευγαρώνου. /Τὰ μάτια νὰ χορτάσουνε, τὰ χείλη νὰ γευτοῦνε,
τοῦ ψεύτη κόσμου τσὶ χαρές, π᾿ ἀγύριστες μισεύγου,/σὰν τὸ γλυκότατ᾽ ὄνειρο π’ ὄντε ξυπνᾶς τὸ χάνεις!
… ΟΥΤΕ φυσικά σταματά το πάθος, σήμερα, για συνεχή σύνδεση με τον απελθόντα:
“Αγάπη μου στον τάφο σου/ αν δεις νερό στην άκρη
δεν είναι απο την βροχή/ μον’ ειν’ το δικό μου δάκρυ! **
ΘΑΝΑΤΟΣ και ΖΩΗ, λοιπόν, παίζουν διελκυστίνδα στο νησί. Περιέχουμε ήδη αφότου γεννηθούμε, το θάνατο, όπως λέει στην “Ασκητική” του ο Καζαντζάκης. Όμως, παρελθόν και “μελλούμενα” είναι και παραμένουν άγνωστα… Κι ο Κρητικός ζει το π α ρ ό ν, με όλη την ψυχή του, ξεγελώντας έτσι πολλές φορές το θάνατο… (21-11-2025)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
-(1) Μ. Γιαλουράκης (1921-1987), “Για τον κάτω κόσμο”, ΗΩΣ, αφιέρωμα στην ΚΡΗΤΗ του εκδοτικού οίκου Παπαδήμα (α’ εκδ. 1964, β’ έκδ. 2001, σελ. 188)
(2) Κωστής Φραγκούλης (1905-2005), “Τα Δίφορα”, Β’ τόμος (1988), “Τ’ Ονειρο”, σελ. 32)
————————
Μαντινάδες από την εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ:
* του/της maura_matia/ ** του/της mon_cheri



Ἕχουμε καὶ τὴν Αθηναϊκὴ ἐκδοχή: “πειρῶ μεταπείθειν μὴ δεδιέναι τὸν θάνατον ὥσπερ τὰ μορμολύκεια.” Πλάτωνος Φαίδων 77e6-7
Μετά τον Πλάτωνα και οι επικούρειοι δίδασκαν το “ο θάνατος, ουδέν προς ημάς”, διότι όταν αυτός θα έλθει, εμείς δεν θα είμαστε ε κ ε ί!