"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Το τριήμερο του Αγίου, η πλατεία και η ζωή μας (Χ.ν., 27-10-25)

 

 

 

 

 

Η πόλη, ο άγιός της, η πλατεία , οι άνθρωποί της, οι γιορτές και η ζωή μας..

ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ του Οκτώβρη, στις δέκα, μετά από ένα φορτωμένο από παιχνίδι ή διαβάσματα απόγιομα και το λιτό μας δείπνο, βαριεστημένοι από την κούραση, λέγαμε «εν φωναίς», όχι όμως και «εν οργάνοις», τη βραδινή προσευχή μας στον Άγιο Δημήτριο: τον πολιούχο και προστάτη της πόλης και ημών των παιδιών:

  • «Μέγαν εύρατον εν τοις κινδύνοις, σε υπέρμαχον η οικουμένη…”»

ΗΜΑΣΤΑΝ τα παιδιά της ομώνυμης Παιδόπολης που βρισκόταν στην αρχή της παλιάς οδού 26ης Οκτωβρίου -παράλληλης της Λαγκαδά- που οδηγούσε στον Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό. Γύρω μας πετρωτοί δρόμοι (καλντερίμια), παλιά σπίτια με ξεχαρβαλωμένες στέγες, ξενοδοχεία-πορνεία, μπόχα από υπαίθρια ουρητήρια, ταπεινά καφενεία με χαρτοπαίκτες και καπνό ντουμάνι από τσιγάρα και ναργιλέδες.

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ γιόρταζε το τριήμερό της (26-28 Οκτωβρίου). Ετοιμαζόμασταν για τον επίσημο εκκλησιασμό και την παρέλαση, με ξ ε χ ω ρ ι σ τ ή τη δική μας παρουσία! Αισθανόμασταν μια περίεργη ζεστασιά στη μεγάλη αγκαλιά της πόλης που χωρούσε κάθε είδους πρόσφυγες (ανταρτόπληκτους, Θρακιώτες, Μικρασιάτες ή Πόντιους). Συνέρρεαν σωρηδόν στην περιβαρδάρεια περιοχή τα Σαββατοκύριακα και τις μέρες σχόλης. Περισσότερο δε στο Μεγάλο τριήμερο Εορταστικό Πανηγύρι, με την ευκαιρία των εορτασμών του Αγίου, της απελευθέρωσης της πόλης από τους Τούρκους και της 28ης Οκτωβρίου. Η μεγάλη σημαιοστολισμένη χωμάτινη πλατεία με το νικηφόρο στρατηλάτη Κωνσταντίνο έφιππο, στητό στο κέντρο της, γέμιζε. Πολλοί “επισκέπτες” χώνονταν στους γύρω κινηματογράφους και στα μαγαζιά, ή πήγαιναν στα περίφημα “λαδάδικα” λίγο πιο κάτω. Ο Θερμαϊκός ήρεμος στο βάθος, συμβιβασμένος με τον ήπιο καιρό, συμμετέχει στο ”Αη-Δημητράκη, μικρό καλοκαιράκι”

 


…ΣΤΟΥΣ περιβαρδάρειους κινηματογράφους Αττικόν, Πάνθεον, Ίλιον κ.λπ., απολάμβανε κανείς, με ένα 5δραχμο δακρυφόρες κοινωνικές ελληνικές ταινίες, ή ξένες φανταχτερές ιστορίες· υπήρχαν οι χολιγουντιανές καουμπόϊκες κι οι θρησκευτικές ή ιπποτικές περιπέτειες του “αμερικάνικου ονείρου”. Μάλιστα, σε Σινεμασκόπ προβολή, με την τεράστια ημικυκλική οθόνη! Οι θεοσκότεινες κινηματογραφικές αίθουσες, όλες β΄ προβολής, εντυπωσίαζαν φοβερά τους νεοεισερχόμενους. Εκείνες οι ταινίες μεγάλωσαν γενιές και γενιές -και τις δικές μας. Στους λαϊκούς αυτούς “ναούς του θεάματος” που γέμιζαν από τις 10 το πρωί (!), εύρισκες χαρακτηριστικούς τύπους να πουλούν σάντουιτς με μουστάρδα, τσιγάρα ανά μονάδα, ψευτολεμονάδες ή πορτοκαλάδες σε μικρά πλαστικά μπουκάλια, αλλά και τον περίφημο πωλητή ξηρών καρπών, τον “Τσάκα-Τσούκα!” Οι περισσότεροι κινηματογραφόφιλοι ήταν ρακένδυτοι, ετερόκλητοι, με περίεργες “λαλιές”: έρχονταν με το φαγητό τους -ξηρά τροφή- σε μια μαντίλα και τα τσιγάρα. Οι ταινίες ήταν πρόφαση για αλλαγή περιβάλλοντος, για ξεκούραση και σεξουαλική…εκτόνωση. Έτσι, στη διάρκεια της προβολής ήταν πιο εκδηλωτικοί με τη ροή της ταινίας (“Γράμματα, χασάπη!) Αν υπήρχαν και σκηνές “ακατάλληλες”, γινόταν ο χαμός!

 


ΗΤΑΝ κινηματογράφοι που έτσι κι αλλιώς συνδέθηκαν με την καθημερινότητα της “φτωχομάνας” Θεσσαλονίκης· σήμερα αποτελούν πικρή ανάμνηση-ένα κομμάτι της ιστορίας της. Ναί! Η φτώχεια ήταν πρωτοφανής: τα γύρω χωριά ήταν ερημωμένα, κατεστραμμένα από τον ανταρτοπόλεμο. Η αστυφιλία που ευνοούσαν οι συνθήκες και ανεχόταν οι τότε δεξιές ελληνικές κυβερνήσεις, άρχιζε να αναπτύσσεται απρογραμμάτιστα και κακόγουστα (πρώτες πολυκατοικίες). Η ζωή προχωρούσε και ήθελε την ανανέωσή της, αλλά εμείς δεν την φανταζόμασταν ποτέ τόσο άναρχη.

ΑΚΟΜΗ θυμάμαι τα μεγαλύτερα από μας παιδιά στην παιδόπολη, που μας έλεγαν πως σ’ αυτό το τεράστιο διώροφο στρατιωτικό κτήριο που μας φιλοξενούσε, την 26 Οκτωβρίου του 1912 υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης από τους Τούρκους στους Έλληνες! Μας έλεγαν επίσης ότι η γιορτή του Αγίου Δημητρίου ήταν παραδοσιακή για τους γεωργούς και τις οκτωβριανές εργασίες τους: τα οργώματα τέλειωναν, οι βοσκοί άφηναν τα θερινά βοσκοτόπια κι έφερναν τα κοπάδια στα χειμαδιά. Ήταν ο μήνας που δοκιμάζονταν τα νέα κρασιά, επειδή όπως έλεγαν, στη γιορτή του Αγίου γινόταν η ζύμωση. Μετά το μικρό καλοκαίρι του Αγίου, έμπαινε δριμύς ο μακεδονικός χειμώνας, με το τσουχτερό κρύο του Βαρδάρη και τα πρώτα χιόνια στις κορυφές του Χορτιάτη…

Ο,ΤΙ μάθαμε εκείνα τα χρόνια ήταν από τη στάση των πιο μεγάλων συμπαιδοπολιτών μας (πρότυπα για μας), των δασκάλων και καθηγητών μας, καθώς και απ’ τις εμπειρίες που κουβαλούσαμε ως «βαριά κληρονομιά» της μικρής ζωής μας: άλλος ήταν γιος αντάρτη, άλλος εθνικόφρονα, άλλος αποπαίδι μιας διαλυμένης οικογένειας κι άλλος επαναπατρισθείς από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Όλοι όμως είχαμε κοινή μοίρα: να ξεφύγουμε από μια χαμοζωή. Έτσι κι αλλιώς, νιώθαμε ότι είμαστε κάτω από τις φτερούγες του «Αγίου Δημητρίου», τον οποίον γιορτάζαμε ευφρόσυνα, χαρούμενα. Η 26η Οκτωβρίου ήταν ιδιαίτερη μέρα: φορούσαμε τα καλά μας, πηγαίναμε στην μεγάλη εκκλησία του Αγίου «καθ΄ομάδες», προσκυνούσαμε το λείψανο του «Μυροβλήτη»· μάλιστα μια φορά μας επέτρεψαν να κατεβούμε στις κατακόμβες της εκκλησίας, στα υπόγειά της, όπου αισθανθήκαμε ένα ανείπωτο δέος και σέβας ευρισκόμενοι στους χώρους του μαρτυρίου του Αγίου και του τάφου του…

ΤΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ εκείνων των ημερών είχαμε συνήθως «καλό φαγητό» και το απόγευμα παίρναμε δίωρη ή τρίωρη έξοδο, ανάλογα με την ηλικία μας. Η έξοδός μας ήταν για καμιά ταινία ή για παρακολούθηση παδοσφαιρικού αγώνα, αλλά και “αγώνων πάλης” (κατς) με τα αστέρια της εποχής: τον Τζίμ Λόντον, τον Καρπόζηλο, τον Ναθαναήλ κ.α. Η επίσκεψη σε κάποιον συγγενή -για όσους είχαν- ήταν μια άλλη “λύση”, όπως και μια χαλαρή βόλτα στην παραλία!

ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ για μας (ήμασταν η μοναδικη Γυμνασιοπαιδόπολη αρρένων στη χώρα) ήταν «το» σ χ ο λ ε ί ο που ονειρευόμασταν: κάτι σαν το Πανεπιστήμιο σήμερα. Δεν μπορούσαν, εκείνα τα χρόνια να μορφωθούνε όλοι. Υπήρχε ο βαρύς φραγμός των εισαγωγικών εξετάσεων, η οικονομική αδυναμία του καθενός να στέλνει απ΄το χωριό στην πόλη το παιδί του και επιπλέον, για μας τους παιδοπολίτες, ο βαρύς πέλεκυς τού να βγάζουμε σε κάθε τάξη 17 και ½ ! Όλα αυτά αποτέλεσαν μια αγχώδη, αλλά τελικά ευεργετική δοκιμασία!

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ της δεκαετίας 1951-1961 τα (εξατάξια τότε) Γυμνάσια ήταν μετρημένα στα δάκτυλα των δυο χεριών. Ήμασταν μαθητές του Στ’ Γυμνασίου στην οδό Συγγρού, λίγο ποιο κάτω από την τότε Νομαρχία. Το σχολείο μας ήταν υποβαθμισμένο, αφού έπαιρνε μαθητές από τη φτωχή περιβαρδάρεια περιοχή. Όμως, ήταν αυτό που είχε τους περισσότερους αριστούχους (εξαιτίας των παιδοπολιτών), συνεπώς και τους πιο πολλούς εισακτέους στο ΑΠΘ. Επίσης, ήταν το σχολείο με τις καλύτερες αθλητικές επιδόσεις στις “γυμναστικές επιδείξεις” των σχολείων της πόλης. Όσο για το τριήμερο του Αγίου, ήταν το πιο υπέροχό μας “διάλειμμα”. (24-10-2025)

————————————–

 

[Από τη φιλόλογο και ιστορικό της Κρήτης κα Στέλλα ΑΛΙΓΙΖΑΚΗ]:

“Τα χρόνια της αθωότητας, οι αναμνήσεις της πρώτης νιότης …

μια άλλη διάσταση της ζωής στα πέτρινα χρόνια !

Αναστοχασμός και νοσταλγία !

 

Ευχαριστούμε για το ταξίδι και την περιδιάβαση !

 

 


2 Σχόλια

  1. Σταυρουλα

    Οσες φορές και να το διαβάσω η ίδια συγκίνηση και νοσταλγία !
    Πόσοι κοινοί τόποι δίπλα στο γυμνάσιο, τα σχολεία όπου δίδασκαν οι γονείς μου, δάσκαλοι, (γνωστά ως συγκρότημα), η παρακολούθηση της λιτανείας της ιεράς εικόνας του Αγίου από το μπαλκόνι των θείων μου επί της ομωνύμου οδού και της δοξολογίας με την παρουσία των Βασιλέων , της οικογενείας τους , του Πρβθυπουργού , της Κυβέρνησης , στα παιδικα μάτια μάτια μου όλα φάνταζαν παραμυθένια!

  2. Σταυρούλα μου,
    Οι μνήμες εκείνες, πλην του ότι εκφράζουν μια οδυνηρή-αλλά δημιουργική πραγματικότητα, είναι
    και ι σ τ ο ρ ί α της πιο αγαπημένης μας πόλης; αυτής των παιδικών μας χρόνων…
    Ευχαριστώ για το σχόλιό σου

Σχολιάστε