"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Ο Σταύρος Καλαϊτζόγλου, η «Φιλοξένεια» και «Τα παλιά Λαδάδικα» (Γράφει ο Κώστας ΔΗΜΟΥ, παλιός συμπαιδοπολίτης)

 

 

 

 

 

Παιδοπόλεις-ΚΩΣΤΑΣ Ι. ΔΗΜΟΥ

[Από το ενδιαφέρον βιβλίο του αγαπητού μου φίλου, συμπαιδοπολίτη και συγγραφέα ΚΩΣΤΑ ΔΗΜΟΥ που δυστυχώς δεν ζει πια!]

 

Ο Σταύρος Καλαϊτζόγλου, η «Φιλοξένεια» και «Τα παλιά Λαδάδικα»

 

Ο Σταύρος Καλαϊτζόγλου ήταν μια χρονιά μικρότερος στην τάξη και απόφοιτος αργότερα του Τμήματος Γαλλικών του Πανεπιστημίου Θεσσασλονίκης. Κατάγονταν από το Κιλκίς και είχε έρθει στην Παιδόπολη της Θεσσαλονίκης 1955 το από την Παιδόπολη της Καλής Παναγιάς Βέροιας (σ.σ. από την παιδόπολη του “Αγ. Ανδρέα”, Αττικής). Συνεχίζει μέχρι και σήμερα ν’ ασχολείται με το παλιό χόμπυ του, τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία στα Χανιά, όπου ζει μόνιμα με την οικογένειά του, ως συνταξιούχος καθηγητής των Γαλλικών. Είναι και εκδότης εφημερίδας στα Χανιά (σ.σ. συνεργάζεται με την εφημ. “Χανιώτικα νέα”) Έχει εκδώσει ως τώρα και δύο ποιητικές συλλογές με τίτλο «Ποιητική συλλογή» και«18 ποιήματα» με ψευδώνυμο (σ.σ. το ένα βιβλίο σε επιστολική μορφή είναι το “Δεκαοκτώ και κάτι”, η δε ποιητική συλλογή ονομάζεται “Η Άλλη Χώρα”).

 

Με τον Σταύρο συναντηθήκαμε, ύστερα από πολλά χρόνια, μόλις πρόσφατα σε ομαδική εκδρομή μου στην Κρήτη το καλοκαίρι του 2011 με το Σύλλογό μας «Μήνυμα» από τα Γιάννενα και με επικεφαλής τον φιλόλογο-θεολόγο συνταξιούχο καθηγητη Θανάση Ράπτη. Και τι δεν συζητήσαμε, μετά από τόσα χρόνια με τον Σταύρο! Σχολιάσαμε και το βιβλίο του συμμαθητή στην πρώτη τάξη Γυμνασίου (σ.σ. δεν υπήρξα συμμαθητής του Γ. Α. και του Κ. Δ., επειδή μπήκα στην Α΄τάξη Γυμνασίου το 1955-1956) στην Παιδόπολη Θεσσαλονίκης, Γιάννη Ατζακά, με τον τίτλο «Θολός βυθός», που παρά τις όποιες υπερβολές του, όπως και οι δυό μας παραδεχτήκαμε, ήταν καλογραμμένο.

 

Συζητήσαμε και για τα δύο ποιήματά του Σταύρου, με τους τίτλους «Θεσσαλονίκη» και «Κιλκίς», όπου το πρώτο ξεκάθαρα αναφέρεται και στον τότε «οίκο ανοχής», που βρίσκονταν απέναντι από την Παιδόπολή μας στο Βαρδάρη με το όνομα «Φιλοξένεια» και που ο Σταύρος μετά από τόσα χρόνια μου το έφερε πάλι μπροστά μου με την ποιητική συλλογή του. Ναι, το ξενοδοχείο «Φιλοξένεια» ήταν ακριβώς απέναντι από την Παιδόπολη στο Βαρδάρη, με τα παράθυρα ανοιχτά και τις βεράντες του προς το μέρος της Παιδόπολης, όπου μερικές φορές από μακρυά και φευγαλέα βλέπαμε και τις θολές γυνακείες μορφές και που, καθώς θυμάμαι, μερικά παιδιά από την Παιδόπολη εκεί πρωτόγιναν «άντρες», όπως και εγώ τον ίδιο καιρό στα «Παλιά Λαδάδικα» του τραγουδιού του Δημήτρη Μητροπάνου, με την όμορφη και πολύ ευαίσθητη Αρετή.

 

Θυμάμαι καλά το όνομά της, η οποία –πέραν του επαγγέλματός της ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος με τις διαρκώς χρήσιμες συμβουλές στα χείλη της: «Να προσέχεις», μου έλεγε. «Να διαβάζεις», «να μην μπλέξεις», «μη κοιτάς τι κάνω εγώ» και άλλα τέτοια. Και το αποκορύφωμα της γενναιοδωρίας της: «Να έρχεσαι κάθε Τετάρτη το απόγευμα που δεν έχω και πολλή δουλειά· από τις δύο φορές, θα πληρώνεις μόνο τη μία». Ναι, έτσι μου έλεγε η Αρετή. Και εύλογη η απορία μου τότε: Μα, πώς ήταν δυνατόν, η εξαιρετική και καλοσυνάτη αυτή γυναίκα και ένας τέτοιος άνθρωπος, να βρίσκεται εδώ στα«Λαδάδικα»;

 

Και πόσο στενοχωρέθηκα, όταν λίγα χρόνια μετά και όντας πια φοιτητής της Γεωπονικής, διάβασα στις αρχές της δεκαετίας του ’60 σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης τη δυσάρεστη είδηση, πως η Αρετή (η εφημερίδα έγραφε και το επίθετό της, το οποίο πολύ καλά θυμάμαι), εδάρη άγρια την προηγούμενη μέρα από τον «προστάτη» της. Την επομένη, από ενδιαφέρον και μόνο, πήγα και την επισκέφτηκα, βλέποντάς την με τα μάτια μελανιασμένα και με μώλωπες στο πρόσωπο από τον ξυλοδαρμό της. Με θυμήθηκε η Αρετή Α. και έκδηλη ήταν η συγκίνησή της από το ενδιαφέρον μου. Με ρώτησε και πάλι πώς πηγαίνω με τις φοιτητικές σπουδές μου, «Να προσέχεις» μου είπε ξανά, όπως και τότε. «Να προσέχεις!». Και στην Αρετή αυτή πηγαίνει ο νούς μου, όταν κάθε φορά ακούω το θαυμάσιο τραγούδι του Δημήτρη Μητροπάνου σε μουσική Μάριου Τόκα. Στην Αρετή του τέλους της δεκαετίας του ’50 και των αρχών της δεκαετίας του ’60, στα «Παλιά Λαδάδικα» της Θεσσαλονίκης.

 

«Ω μητέρα γλυκειά Φρειδερίκη…»

 

Με το που πρωτοπήγαμε στη Θεσσαλονίκη το 1954, βεβαίως και ακούγονταν συχνά στην Παιδόπολη το τραγούδι «Ω μητέρα γλυκειά Φρειδερί κη», που στις αρχές της δεκαετίας του ’50 το είχαν φέρει στον «Άγιο Δημήτριο» τα παιδιά από την Παιδόπολη του Βόλου, σε στίχους και μουσι- κή του εκεί παιδοπολίτη Γρηγόρη Λάφα από τη Ρεπετίστη Ιωαννίνων. Όμως με τον καιρό το τραγούδι αυτό ατόνησε, γρήγορα ξεχάστηκε και έπαψε πια να τραγουδιέται από τα παιδιά μέσα στην Παιδόπολη. Θυμάμαι μόνο την πρώτη στροφή:

 

Ω μητέρα γλυκειά Φρειδερίκη,

θείο φως στη βαρειά συννεφιά,

συ επρόβαλες μέσα στη φρίκη

και γοργά άνοιξες ζέστα φτερά…”

 

Αυτά για το τραγούδι. Υπήρχαν και ένας ή δύο στίχοι ακόμα, τους οποίους σχεδόν έχω ξεχάσει. Από το 1954 που πήγαμε στη Θεσσαλονίκη, θυμάμαι και τις διάφορες εφημερίδες που τα μεγαλύτερα κυρίως παιδιά ή και εμείς οι μικρότεροι στην ηλικία αγοράζαμε έξω στην πόλη και τις οποίες με μεγάλο ενδιαφέρον διαβάζαμε. Οι ίδιοι ψαχνόμασταν και πλάθαμε τους εαυτούς μας. Άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, όλοι ήμασταν ενήμεροι των πολιτικών πραγμάτων της εποχής εκείνης, εντός και εκτός της χώρας, και διαμορφώνοντας ο καθένας ελεύθερα το χαρακτήρα και την πολιτική συνείδησή του στο χώρο που ζούσαμε. Μερικά από τα περιστατικά αυτά κατα- γράφονται και στο προσωπικό ημερολόγιό…”

 


Σχολιάστε