Η Κροστάνδη του Ν. Καρούζου και του Άρη Αλεξάνδρου
Posted on 19 Σεπ, 2025 in Κείμενα | 0 comments
[Η Κροστάνδη (ρωσικά: Кронштадт, γερμανικά: Kronstadt) είναι νησιωτική πόλη της βορειοδυτικής Ρωσίας. Τον Μάρτιο του 1921 ο στόλος της Κροστάνδης, από τις κύριες δυνάμεις που στήριξαν την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, αμφισβήτησε το καθεστώς που διαμορφώθηκε από αυτήν. Ναύτες, στρατιώτες και πολίτες της Κροστάνδης απαίτησαν, μεταξύ άλλων, περισσότερες πολιτικές ελευθερίες, ελευθερία δράσης για τα μικρότερα σοσιαλιστικά κόμματα και περιορισμό των μέτρων κατά της μικρής ατομικής ιδιοκτησίας. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 7 Μαρτίου, ο Κόκκινος Στρατός εισέβαλε στην πόλη.]
1.-Ο Νίκος Καρούζος για την ΚΡΟΣΤΑΝΔΗ
Νεολιθικὴ νυχτωδία στὴν Κρονστάνδη
“Τραυλίζοντας οἰκουμένη καθὼς
ἡ πραγματικότητα χωλαίνει κι ὅπως
ἀσπροφωλιάζει ἡ λευτεριὰ στὸν ἄστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τὴ σώτειρα τήξη.
(Νὰ ἰδοῦμε ἂν ἡ ἄνοιξη θὰ συνδράμει τὰ ὄνειρά μας.)
Ἕνας ναύτης: Τὸ μυαλὸ πῶς μαλακώνει στὰ Οὐράλια;
Ἕνας ἄλλος ναύτης: Τί θέλεις νὰ πεῖς; Δὲν κατάλαβα.
μουχλιάζει τὸ τηλέφωνο, εὐδαιμονία
…………..
Νοστάλγησα τὰ ὀρυχτὰ τὴν ἄφωνη
θηλαστική μου ἱερότητα
κι ἀνατρέχω στὸν ὕπνο ποὺ μὲ σῴζει
εἶναι ὁ πρόχειρος θάνατος
ἕνα κλούβιο ρολόι
χωρὶς τὰ πρὶν καὶ χωρὶς τὰ μετὰ
δὲν ἦρθα δὲ φεύγω θὰ σταματήσω.
- Ἡ ἐξουσία εἶναι τῆς Ἱστορίας ἡ εὐκοιλιότητα.
- Στὸ χωριό μου τὴ λένε γλεντοκώλα.
………….
- Φθέγγομαι τρόμο. Καὶ ἐπιτέλους τί νομίζεις πῶς εἶναι
τὰ ἰδανικά; Εἶναι ὅπως ἀλευρώνουμε τὰ ψάρια πρὶν
ἀπὸ τὸ τηγάνισμα.
………..
Δούλα τοῦ φωτὸς πεταλούδα, φτερὰ καὶ χνούδι
σὲ ἐξωφρένεια!
Ὁ ἔκλυτος Δίας κρατεῖ κεραυνοὺς ἀναφαίρετους
δίχως ἀκόμη πυροδότηση
χορταίνοντας ὅραση βλακείας
καθεζόμενος ὑπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κ᾿ ἡ μούρη τῶν ἀλόγων τοῦ Φαέθοντα ἔναντι τοῦ
κενοῦ με ἄφρη κοσμικῆς ὕλης.
Ἀσθενοφόρο γρήγορα γιὰ τὸν βασιλέα Λήρ!
Εὐωδιάζουμε ἀπὸ τρέλα.
Δὲν πιάνουν τὰ φρένα,
χανόμαστε στὴ διαιρετότητα τοῦ Ζήνωνα.
…………….
Ἡ Ἄννα (ποὺ πλησιάζει): Τί νέα ἔχουμε ἀπ᾿ τὴν πραγματικότητα;
……
Νικολάι: Φοβᾶμαι, σύντροφε. Καὶ ἡ ἐπίθεση ἐπίκειται.
Ὁ Λένιν ἔχει ἐμπλακεῖ στὴ μοῖρα.
- Πανάκριβα ραφτικά.
………….
- Οὐτοπία.
- Μὰ ὅμως ἀναιρέσαμε τὸ δάσος.
- Βροχὲς μανάδες … Ἄραχλε!
Νὰ καὶ ὁ τρισάθλιος ἥλιος. Μιὰ χλεμπόνα
στ᾿ οὐρανοῦ τὸ κατεστημένο.
…………..
- Μὲ σφίγγει μία ἀλήθεια, τῆς παραδίνομαι. Μὲ σφίγγει μία
ἄλλη, κι αὐτηνῆς τῆς παραδίνομαι. Διατρέχοντας τοῦ μυαλοῦ
τὴν ὠμότητα. Λέω αἷμα τοῦ ψύλλου κι ἀμέσως
ὀσφραίνομαι ρούμι.
- Παραδέρνεις. Ἀλλὰ ἐμένα τὰ μάτια μου διεκδικοῦσαν ἑνότητα
ὀπτικῆς, ἐκκένωση τραγῳδίας. Οὐδέποτε ὑπέφερα τὶς
ἀντιφάσεις. Ἀμφὶ καὶ ρέπω, ὄχι!
- Χρεμετίζεις φαντασία.
[Τὴν ἡμέρα ἐκείνη γεννήθηκα μόνος μου, δὲν εἶχα βιολογικὸ
προηγούμενο. Σούρθηκα στὴν τρώγλη τῆς ἁπλῆς ἀριθμητικῆς.
Ἐκεῖ διαλάμποντας ἐνωτίστηκα κόκαλα.]
Ὑπερφίαλο φῶς ἰσχνότητα τοῦ ἔρωτα!
Τί νᾶν τὰ λέμε. Αὐτοψυχίατρος εἶναι ὁ ποιητὴς
μὲ καθαρὸ οἰνόπνευμα.
Κυρίως θὰ λεγᾳ θεοσταγὴς καὶ προ-ἰοῦσα σφῆκα.
Θὰ γαλαζώσει πάλι.
- Μὰ εἶναι κι ὁ ἄλλος ἔρωτας, ὁ γενετήσιος.
- Τί νὰ σοῦ κάνει αὐτός. Ἂν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στὴ
μελαγχολία μου.
…………………
Εἴθε νὰ μὴν ὑπῆρχα
μαβὴς ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς, ἀλητεία.
Κι ἂν εἶπα τὶς προάλλες τὴ ζωὴ ἀντίρρηση τοῦ σκούληκα
δὲν ἔπαψε νὰ φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
ἡ ἀπελπισία.
Θὲς τὸ ζῷο θὲς ὁ ἅγιος τίμημα ἡ ἀπουσία.
Κορφόνυχα μὲς στὴ φωτιὰ σὲ ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου καὶ χρόνια
ἔκανα ῾γὼ τὸ μπόι μου βλαστοβολώντας ὕψος
χωρὶς νὰ συμβουλεύομαι
κακοὺς ὀνειροκρῖτες καὶ θολὰ μαντεῖα.
Δὲν ἀναμέτρησα κινδύνους, ἀποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στὰ χρυσάνθεμα ὁρκίστηκα στὴ χλόη
κι ὅπως ρεκάζει ἐπιστήθιος ἄνεμος ἀπὸ βροχερὰ
συμπεράσματα
στὰ ἐρυθρὰ χαλάσματα τοῦ ἥλιου ξαναφαίνομαι
κι ἀνιστορῶ τὰ ρόδινα νεφρά μου.
………………………….
Εἴτε στὸν ὕπνο (πὰξ) εἴτε στὴν ἐγρήγορση (κοὰξ) ὀνομάζομαι
γοργὰ μελλοθάνατος.
…………..
Θρομβώδη φυλλώματα, συνεσθίομαι
μαζὶ μὲ τ᾿ ἄνθη
διασχίζω τοὺς γάμους τῶν θάμνων
ἀναφλέγοντας τὸ γραφτό μου σὲ ἄναρθρους
ὄρθρους
κι ἀποτυχίζω τὴν ἀπόγνωση κατακείμενος
ὄρθιος.
…………
Λέω συχνὰ τὰ νεφρά μου θὰ ὑπερισχύσουν.
Ἐν τούτοις μαθητεύω πιὰ συνέχεια σὲ τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πὼς ὄχι
δὲ θὰ ξυπνήσω
κάθε πρωὶ ξεριζώνω φλέγματα ὑποφέροντας
μίαν ἄγρια ναυτία ποὺ δὲν ἐξελίσσεται ὁλότελα
κι ἀνατριχιάζω
κάτι νύχτες μὲ ἐθελούσιο μαῦρο κάτι νύχτες
ἀπὸ τεράστια αἱμοχαρῆ φεγγάρια
γιὰ νὰ διαλευκάνω ἐπιτέλους τὰ ἄσπρα μου
μαλλιὰ ὡς τὴ συντέλεια.
Δὲ θυμᾶμαι θυμάρι ποὺ νὰ μὴν ἀνάδωσε πάντοτε
τὴν εὐωδιά του
μὲ ἥλιους ὀρεινοὺς ἀναφωνήματα στὴ μνημοσύνη.
Δὲν ξέρω τί κάνει τὸ συκῶτι μου δὲν ξέρω
τί κάνει ἡ καρδιά μου
μαστίζομαι ἀπὸ ἔνοχη θέαση κι ἀνωφερῆ
ἀχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα καὶ ἐκφέρω φωνήεντα φρίκης.
- Θρησκευτικὴ ὑπόθεση. Κι ὁ χρόνος τώρα δὲν εἶναι
μαγνητοταινία τῆς αἰωνιότητας. Ἀνακρούεται ἐπιστήμη,
κουκιὰ μετρημένα. Μὰ εἶναι ἀμπόρετο νὰ τσιμπήσει κανεὶς
τὴ θάλασσα.
Ἡ Ἱστορία τελικὰ συναναστρέφεται ἀγάλματα.
……………
- Τί ἐστὶ λάμψη;
- Ποιὸς ἀποφάσισε τὰ πτώματά μας;
——————–
- Ξέχειλα τὰ ὁράματά μας. Ἐμπλουτισμένοι ἀθανασία.
- Νυμφίοι τῆς ἐλπίδας ἀρουραῖοι.
[Λάμπουμε ὅλοι στὴν Κρονστάνδη. Στὴν πιὸ περήφανη γεωγραφία]
………………..
Σὲ βοερὰ μνημόσυνα βορᾶς κι ἀθῴας βαρβαρότητας
μὲ πετεινῶν ἀθλήματα στοὺς χαμηλόκορμους οὐρανοὺς
ὡσότου πιάσουν ἕνα γῦρο οἱ βροχάδες τὰ πρωτόνερα
ὥσπου νὰ ἀνοίξει τῆς χυνοπωριᾶς τὸ κατουροβάρελο.
Θά ῾τανε πέρσι.
Ρεμβώδη νοήματα, τυραγνία τοῦ βῆχα, σκελετὸς ἀπὸ μέσα …..
………..
[Βραδυάζει στὸ κείμενο.
Ἡ κατακρήμνιση τοῦ ἀπογεύματος: ὡριμότητα.]
- Ἂν ἕλιωνε ὁ πάγος, ἂν τοὺς προλάβαινε ἡ Ἄνοιξη …
……..δὲν ἔχει ὅρια ἡ εὐφράδεια τῆς Σταύρωσης
οὔτε τὸ πορτοκαλὶ ποὺ μὲ τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μὰ ἐγὼ τὴ γλῶσσα τὴν ἀποκλήρωσα
δὲ μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω τὴν ἀγριότητα
οἱ καιόμενες πορφυρὲς δεκαετίες
ἀπὸ ὑδρόγεια νόηση
καὶ ἀναπηδᾷ στὴ χύτρα τοῦ πεπρωμένου
ὁ χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ᾿ ἀσπράδι.
…………………
Ἐγὼ λοιπὸν ἔκπληχτος ἀπὸ χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ἀνατείνομαι ὄνειρος
ἀποβάλλοντας τὸ πραγματικὸ κι ἀναθυμούμενος μόλις
ἐκείνη τὴν ἀρτηρία τοῦ ἀόρατου
τὴν πλεξούδα τοῦ καπνοῦ σὲ ἀνώδυνο ὕψος .
Ἐδῶ ἐπιμένουμε ὅλοι.
- Ἄννα, τί συμβαίνει;
- Ἄρχισε ἡ ἐπίθεση.
- Ἄννα, ἔχε γειά, θὰ πεθάνουμε.
- Νικολάι, σ᾿ ἀγαποῦσα ὁλόκληρη.
- Μίαν ἄλλη φορά, θὰ ξαναγίνει, Ἄννα
……………………………
διεδίδοτο δὲ ἐκάστῳ καθότι ἂν τὶς χρείαν εἶχεν -
KRONSTADT
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikos_karoyzos_poems.htm
2.- Ο Άρης Αλεξάνδρου για την Κροστάνδη (παρουσίαση βιβλίου)
“Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. … Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων.”
―Άρης Αλεξάνδρου
Το βιβλίο αυτό για την Εξέγερση της Κροστάνδης το ζήτησε από τον Άρη Αλεξάνδρου ο εκδότης Χ. Φυτράκης για να το εντάξει σε μία σειρά βιβλίων που κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του 1970 με τον τίτλο «Τα φοβερά ντοκουμέντα». Με τη γνωστή του ευσυνειδησία, ο Αλεξάνδρου δεν έκανε μια δουλειά απλώς διεκπεραιωτική, αλλά έγραψε ένα από τα καλύτερα βιβλία διεθνώς επί του θέματος.
Μολονότι στην αφήγηση του Αλεξάνδρου είναι εμφανής η συμπάθειά του για τους εξεγερμένους της Κρονστάνδης, η παροιμιώδης πνευματική του εντιμότητα έχει ως αποτέλεσμα να παρουσιάζονται λεπτομερώς όλες οι απόψεις, ώστε να σχηματίσει ο κάθε αναγνώστης ιδίαν άποψη.
Το βιβλίο, που στην πρώτη έκδοση δεν αναγράφει καν στο εξώφυλλο το όνομα του Αλεξάνδρου, αλλά μόνο στη σελίδα τίτλου, κυκλοφόρησε στα τέλη του 1975. Δυστυχώς, ο τότε εκδότης είχε κάνει κάποιες αυθαίρετες “διορθώσεις” στη γλώσσα του συγγραφέα, που είχαν σαν αποτέλεσμα μια επιστολή διαμαρτυρίας (ενδεικτική κι αυτή του ήθους και της ευγένειας του Αλεξάνδρου ακόμα και όταν τον έθιγαν), την οποία παραθέτουμε ως παράρτημα. Με βάση αυτή την επιστολή, αποκαταστήσαμε -κατά το δυνατόν- το κείμενο, εκσυγχρονίζοντας απλώς μερικούς ορθογραφικούς τύπους που θα ξένιζαν τον σημερινό αναγνώστη.
Ό,τι και να γράψω για την τιμή που μου έκανε η Καίτη Δρόσου, με την ευγενική της άδεια να επανεκδώσω έπειτα από 40 χρόνια το λησμονημένο και εν πολλοίς άγνωστο αυτό βιβλίο, θα είναι λίγο. Το να βυθιστεί κανείς στο ιστορικό νόημα εκείνης της εξέγερσης οδηγημένος από τις λέξεις του Άρη Αλεξάνδρου, είναι δώρο ζωής.
Για το Πανοπτικόν, δεν θα μπορούσα να φανταστώ μεγαλύτερη τιμή, και για εμένα μεγαλύτερη συγκίνηση. Τούτη η δεύτερη έκδοση λοιπόν, ας είναι αφιερωμένη στην “γιαγιά-Καίτη”.
(μικρό απόσπασμα)
Ο «στρατάρχης» Τρότσκι απειλεί την επαναστατημένη και λεύτερη Κρονστάνδη, που εξεγέρθηκε ενάντια στην απολυταρχική εξουσία των μπολσεβίκων και των κομμισαρίων τους.
Απειλεί να μακελέψει τον άμαχο πληθυσμό της Κρονστάνδης, κανονιοβολώντας τον, επειδή οι εργάτες τινάξανε από πάνω τους το ζυγό της δικτατορίας του Κόμματος.
Όταν ξεσηκώθηκε ο λαός το 1905, ο στρατηγός Τρέποβ ανέλαβε να «επιβάλει την τάξη» με τα όπλα.
«Μην κάνετε οικονομία στις σφαίρες!» διέταξε τότε ο Τρέποβ στα στρατεύματά του.
Την ίδια διαταγή δίνει τώρα κι ο Τρότσκι στα δικά του στρατεύματα. Έχει μπόλικες σφαίρες ο Τρότσκι όταν είναι να χτυπήσει τους ναύτες, τους εργάτες και τους κόκκινους φαντάρους.
Γιατί αυτός, ο δικτάτορας της σοβιετικής Ρωσίας, δε δίνει πεντάρα αν θα σκοτωθούνε οι εργαζόμενες μάζες. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κρατηθεί το κόμμα στην εξουσία.
Έχει το θράσος να μιλάει στο όνομα της μαρτυρικής σοβιετικής Ρωσίας και να υπόσχεται πως θα μας δώσει χάρη!
Αυτός, ο ματοβαμένος Τρότσκι, ο αρχηγός της μπολσεβίκικης οχράνας και των «κοζάκων» της, που χύνουν αλύπητα ποταμούς αίματος για να σταθεί στα πόδια της η απολυταρχία του Κόμματος, αυτός που πνίγει κάθε ελεύθερη σκέψη, τολμάει και μιλάει έτσι δα στους κρονστανδιώτες, που κρατάνε ψηλά και σταθερά την κόκκινη σημαία της Επανάστασης.
Οι μπολσεβίκοι ελπίζουν να ξαναεπιβάλουν τον απολυταρχισμό τους, σκοτώνοντας τους εργαζόμενους και φυλακίζοντας τις οικογένειές τους. Σκοπός τους είναι να αναγκάσουνε τους ναύτες, τους εργάτες και τους κόκκινους φαντάρους να σκύψουν το κεφάλι, ώστε να ξανακάτσουνε αυτοί στο σβέρκο τους.
Ονειρεύονται μάλιστα να καλοκάτσουν και να συνεχίσουν την εξοντωτική πολιτική τους, που οδήγησε την εργαζόμενη Ρωσία στον γκρεμό και την έριξε στο χάος, στο λιμό και στη μιζέρια.
Ως εδώ και μη παρέκει!
Μπολσεβίκοι, οι ελπίδες σας είναι μάταιες και οι απειλές σας γελοίες.
Σηκώθηκε πια και προχωράει το νέο κύμα της Επανάστασης των Εργαζομένων. Κατακλύζοντας όλη τη χώρα των Σοβιέτ, το κύμα αυτό θα καθαρίσει τον τόπο απ’ όλους τους σφετεριστές και τους αναίσχυντους συκοφάντες.
Όσο για την επιείκειά σας, κύριε Τρότσκι, σας τη χαρίζουμε.
(Η απάντηση των εξεγερμένων ναυτών της Κρονστάνδης στο τελεσίγραφο του Τρότσκι, 7-3-1921)
=========================
Αλεξάνδρου, Άρης (βιογραφικά)
Συγγραφέας
ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (1922-1978). Ο Άρης Αλεξάνδρου (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αριστοτέλη Βασιλειάδη) γεννήθηκε στο Λένινγκραντ, γιος του Βασίλη Βασιλειάδη που καταγόταν από την Τραπεζούντα και της εσθονικής καταγωγής ρωσίδας Πολίνα Άντοβνα Βίλγκεμσον. Η οικογενειακή του γλώσσα ήταν τα ρωσικά. Μετά από δύο χρόνια παραμονής στη Θεσσαλονίκη (1928-1930) εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα και έμεινε σε μια προσφυγική πολυκατοικία. Στην Αθήνα έμαθε ελληνικά στο δημοτικό σχολείο και το 1933 γράφτηκε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Αντρέα Φραγκιά. Οι δυο φίλοι μαζί με τους Γεράσιμο Σταύρου, Χρίστο Θεοδωρόπουλο και Λεωνίδα Τζεφρώνη δημιούργησαν μια μυστική ομάδα μαρξιστικού προσανατολισμού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, στα πλαίσια της οποίας συνέχισαν να δρουν και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Το 1940 ο Άρης έδωσε εξετάσεις στο Πολυτεχνείο και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών χωρίς επιτυχία, πέτυχε όμως στις εξετάσεις της ΑΣΟΕΕ, στις οποίες πήρε μέρος λίγο αργότερα. Το 1941 προσχώρησε μαζί με τους συντρόφους του σε κομμουνιστική οργάνωση από μέλη της πρώην ΟΚΝΕ, από την οποία αποχώρησε ένα χρόνο αργότερα. Μετά την επανέναρξη των μαθημάτων στις πανεπιστημιακές σχολές επέστρεψε στην Ανωτάτη Εμπορική, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του λίγους μήνες αργότερα και ξεκίνησε τη μακροχρόνια μεταφραστική του εργασία στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη, στα πλαίσια της οποίας πρωτοχρησιμοποίησε το όνομα Άρης Αλεξάνδρου. Παράλληλα πήρε μέρος σε αντιφασιστικές εκδηλώσεις παραμένοντας εκτός οργανώσεων. Το 1944 τον συνέλαβαν τα αγγλικά στρατεύματα κατά τα Δεκεμβριανά και στάλθηκε στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα στη Βόρειο Αφρική, από όπου επέστρεψε το 1945. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου εξορίστηκε στο Μούδρο (1948-1949), τη Μακρόνησο (1949), τον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Ως το 1958 έζησε στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου μετά από καταδίκη του Στρατοδικείου Αθηνών για ανυποταξία. Το 1959 παντρεύτηκε την Καίτη Δρόσου. Αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου έφυγε για το Παρίσι, όπου έκανε διάφορες χειρονακτικές δουλειές ενώ εργάστηκε επίσης ως συντάκτης στο λεξικό Robert ως το 1974, οπότε ξανάρχισαν οι αναθέσεις μεταφράσεων από έλληνες εκδότες.
Ο Άρης Αλεξάνδρου πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1978 από αλλεπάλληλα καρδιακά εμφράγματα σε ηλικία 56 χρόνων. Ως μεταφραστής συνεργάστηκε και με άλλους έλληνες εκδότες, καθώς επίσης με τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα (1946) και Εποχές (1963) · κείμενά του δημοσίευσε στα περιοδικά Καλλιτεχνικά Νέα, Καινούρια Εποχή , Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Η συνέχεια. Το 1946 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Ακόμα τούτη η Άνοιξη. Ακολούθησαν οι συλλογές Άγονος γραμμή (1952) και Ευθύτης οδών (1959). Τιμήθηκε με το βραβείο ειρήνης στο φεστιβάλ της Μόσχας του 1962. Το έργο του Άρη Αλεξάνδρου τοποθετείται στο χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας. Με το ποιητικό του έργο διέγραψε την πορεία από τον στρατευμένο υπέρ του κομμουνισμού λόγο στην έκφραση της απογοήτευσης για το μάταιο των αγώνων και στην ειρωνεία. Ως σταθμός ωστόσο στην ιστορία της νεώτερης λογοτεχνίας μας θεωρήθηκε το μυθιστόρημά του Το Κιβώτιο, που ολοκληρώθηκε το 1972 μετά από εφτά χρόνια συγγραφής και εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1975.
Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Άρη Αλεξάνδρου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Άρης Αλεξάνδρου», Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.328-330. Αθήνα, Σοκόλης, 1982, Αργυρίου Αλεξ., «Αλεξάνδρου Άρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983, Αργυρίου Αλεξ., «Άρης Αλεξάνδρου», Η μεταπολεμική πεζογραφία· Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ‘67 Β’, σ.136-160. Αθήνα, Σοκόλης, 1988 και Αργυρίου Αλεξ., «Χρονολόγιο Άρη Αλεξάνδρου», Διαβάζω 212, 29/3/1989, σ.20 – 24.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).






