Του νεκρού Αδελφού (η παλιά ωραία Παραλογή)
Posted on 30 Ιουλ, 2025 in Ποιηση | 0 comments
[Μια από τις ωραιότερες , ίσως και παλαιότερες ΠΑΡΑΛΟΓΕΣ της δημοτικής μας ποίσης,
που είναι διάχυτη σε όλα τα Βαλκάνια, παρουσιάζουμε. Όσες φορές και να τη διαβάσω, όσες φορές
κι αν τη δω σε θεατρικές απεικονίσεις, πάντα το μεταφυσικό, το ερώτημα του θανάτου και της
επιστροφής απόν Αδη, σ υ γ κ λ ο νί ζ ε ι.
Όταν μάλιστα είναι και τάμα από νεκρό πια γιο, στη χαροκαμένη μάνα, η οποία στον καημό της πάνω
δεν διστάζει να απαιτήσει την ανατροπή των νόμων της φύσης και του Θεού, είναι φυσικό στο τέλος
να επέμβει ο Θεός...
σημείωση Στ.ΓΚ.: Οι παραλογές είναι πολύστιχα συνήθως δημοτικά αφηγηματικά τραγούδια,
στα οποία επικό, δραματικό και λυρικό στοιχεί αλληλοεμπλέκονται.
Αφηγούνται δραματικές κυρίως περιπέτειες της ανθρώπινης ζωής με έντονη την παρουσία
υπερφυσικού, του μυθικού στοιχείου. ]
ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ
“Μάνα με τους εννιά τους γιούς και με τη μιά την κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κ’ ήλιος δε σου την είδε !
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε απο τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
- Μάνα μου, κι ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα.
Στα ξένα ‘κεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.
Κι’ αν μόρτη, γιέ μου, θάνατος, κι αν μόρτη, γιέ μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γη χαρά ποιός πάει να μου τη φέρει ;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχη κι έρτη θάνατος, αν τύχη κι έρτη αρρώστια,
αν τύχη πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω. >>
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες ωργισμένοι
κι έπεσε θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογειώταν,
στου Κωσταντή το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
- Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
όπου μου την εξώριζες την Αρετή στα ξένα !
Το τάξιμό που μου ‘ταξες πότε θα μου το κάμεις ;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή κι τους αγιούς, μαρτύρους,
αν τύχη πίκρα γη χαρά να πας να μου τη φέρης. >>
Απο το μυριανάθεμα και τη βαρειά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Απο μακριά τη χαιρετά κι απο κοντά της λέγει,
- ‘Αιντε αδερφή, να φύγουμε στη μάνα μας να πάμε.
- Αλίμονο αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα ;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.
- ‘Ελα Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως κι αν είσαι.
Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.
Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαϊδούσαν,
δεν κιλαϊδουσαν σαν πουλιά, μήτε σα χελιδόνια,
μον’ κιλαϊδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη ομιλία.
- Ποιός είδε κόρη νόμορφη να σέρνει ο πεθαμένος !
- ‘Ακουσες Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια ;
- Πουλάκια είναι κι ας κιλαϊδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε. >>
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε.
- Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο, μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους !
- ‘Ακουσες Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια,
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
- Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
- Φοβούμε σ’ αδερφάκι μου, και λιβανιαίς μυρίζεις.
- Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι. >>
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τους λένε.
- Για ‘δες θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος !
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι ερράγισε η καρδιά της.
<< ‘Ακουσες Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια ;
- ‘Αφησ’ Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι αν θελ’ ας λέγουν.
- Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι ;
- ‘Εχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου.
Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απο μπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βουίζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμμένα,
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
- Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι οχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
- Σήκω, μανούλα μου άνοιξε, σήκω, γλυκειά μου μάνα.
- Ποιός είν’ αυτός που μου χτυπά και με φωνάζει μάνα ;
- ‘Ανοιξε, μάνα μου άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου.
Κατέβηκε αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δυο.
=====================================
Στα Βαλκάνια οι λαϊκοί μύθοι και πολλά δημοτικά τραγούδια
δεν γνωρίζουν σύνορα (Βουλαγαρία, Ρουμανία, Αλβανία κ.λπ.).
Αντιπροσωπευτικό δείγμα, το ποίημα/ [παραλογή του «Νεκρού Αδερφού»,
που μόνο στην Ελλάδα παρουσιάζε πάμπολλες ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ.
Πολλοί λαϊκοί μύθοι (ευτυχώς) ενώνουν τους βαλκανικούς λαούς.
-===========================================
Πιο κάτω μια πολύ ωραία Ηπειρώτικη εκδοχή:
https://www.youtube.com/watch?v=xYLuxy5cdcA&t=85s (Του νεκρού αδελφού, Ήπειρος)





