"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

… Και νέα διάκριση! (“Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών”-δοκίμιο, 2024)

 

 

 

 

 

 

 

ΜΙΚΡΗ ΜΝΗΜΗ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ ΚΑΙ ΒΙΚΤΟΡΙΑΣ  ΘΕΟΔΩΡΟΥ

====================================================

[ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ  (έπαινος) που μας επιφύλαξε ο γνωστός , αλλά αυστηρός παλιός "Φιλολογικός

Σύλλογος-ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ" (2006), εφέτος, την 24-2-2024, είχαμε άλλη μια διάκριση (έπαινος), πάλι για το

δοκίμιο (Περι-διαβάζοντας, εφήμερος λόγος). Αυτή τη φορά από την ΠΕΛ  (=Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών)].

Τον Έπαινο  παρέλαβε ο γιος μου ΜΑΝΟΛΗΣ, τον οποίο ευχαριστώ κι από εδώ:

32b37008-db6a-444e-b1ed-02b8f717c8f0

 

==========================================================================================

Πιο κάτω ένα απόσπασμα από το διακριθέν έργο:

ΨΥΧΗΣ ΕΛΕΓΕΙΑΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΤΗΣ ΣΩΜΑ

 

“Ψυχής ελεγειακός μονόλογος

για το νεκρό της σώμα”. Μιλάει η ψ υ χ ή]:

 

(…) “ΜΟΝΟΝ εγώ, το alter ego σου, στέκω και σε θρηνώ όσο

θα είσαι ακόμη μια ορατή απουσία. Μόνος που θα σε κλαίει θα

είμαι εγώ, μέχρι να γίνεις «χωμάτινη» ανάμνηση ή στάχτη.

Θολή ανάμνηση για τους τωρινούς και αμυδρή για τους

κατοπινούς σου. Υπάρχει ένας λαός -ο Κρητικός- που σε ακολουθεί,

σώμα μου, με λόγια και μετά το θάνατο:

 

Στις τρεις του τρίζει το κορμί/ και στις εννιά διαλάται

Κι αν πεις για τα σαράντα του/ κορμί πια δε λογάται!”

 

 

ΜΟΝΟ ως μια ασπρόμαυρη φωτογραφία θα μείνεις στο μυαλό

των δικών σου… Ένα μετείκασμα φωτός που, όταν πια

περάσει η πρώτη οδυνηρή εμπειρία, και ξεθωριάσει

κι αυτή η αίσθηση της παρουσίας σου, θα χαθείς για πάντα.

Στα μνημόσυνα θα βλέπουν ένα πρόσωπο -το πρόσωπό σου- και

θα σταυροκοπιούνται όσοι βέβαια θα σε θυμούνται ακόμη.

Εσένα που μόλις πριν λίγο καιρό, έσφυζες από ζωή.

Πίστευες πως θα νικούσες τη μοίρα σου με την κράση και

την ορμή σου για ζωή! Καημένo μου, δεν πρόλαβες να

συνειδητοποιήσεις πως το ανθρώπινο σώμα αποτελείται

από δυο βασικά αντιμαχόμενα συστατικά: τα πολλά ξένα

ανθρωποβόρα μικροβιώματα, κι αυτό που λέμε “σώμα μου”

-το σώμα σου. Η διαμάχη των δυο περιστρέφεται στο ποιο

θα νικήσει το άλλο: η ζωή ή ο θάνατος.


Αλλά, κάθε τι που γεννιέται σ’ ένα σώμα, δεν σέρνει το θάνατο

και την ανάσταση του -κατά πως λένε οι θρησκείες των

ανθρώπων; Πολλαπλοί θάνατοι, πολλαπλές αναστάσεις (8).

 

ΚΑΘΕ μέρα σε ζούσα. Αναρωτήθηκες το πώς και το γιατί της

κάθε στιγμής μας; Πως βρέθηκες μέσα στη κοιλιά της μάνας

σου, πώς έγινες έμβρυο, πώς πήρες το σχήμα του ανθρώπου

και τράφηκες για ένα διάστημα από το σώμα που σε φιλοξένησε

για εννέα μήνες; Αναρωτήθηκες ποτέ για ποιο σκοπό είδες

το φως της μέρας, μεγάλωσες, μορφώθηκες, εργάστηκες,

τιμήθηκες, μετάνιωσες, αρώστησες, εγχειρίστηκες, πέθανες;

 

ΘΥΜΑΣΑΙ που μαζί διαβάζαμε ένα υπέροχο ποίημα του

πρόωρα χαμένου Χανιώτη ποιητή Γιώργη Μανουσάκη (9),

εμπνευσμένο από τη ρήση του Μελεάγρου, “Γήρως γαρ

γείτων εγγύθεν Αΐδεω”; Θυμάσαι τον τραγικό σου διάλογο,

εσύ σώμα με το “εγώ” σου;


Αυτό το σώμα είναι δικό μου

Κάποιος μού τό ‘δωσε

μοναδικό, αναντικατάστατο.

Κάποτε διασκελούσε όλο τον κόσμο

ζητώντας να τον κατακτήσει.

Τώρα οι αρμοί του τρίζουν

λες κι άρχισε κιόλας η αποσύνδεση.

Στιγμές στιγμές μοιάζει να αιωρείται

ωσάν να δοκιμάζει να μ’ αφήσει.


Τί σχέση έχει αυτό με τον ημεροδείχτη

με την εναλλαγή των εποχών

με τις χρονολογίες της ιστορίας;


Ποιος τό’ μπλεξε έτσι καταχθόνια μ’ όλα τούτα;

Οι δυο μας είμαστε ένα.

Γιατί εκείνο φθείρεται κι αλλάζει

κι εγώ εξακολουθώ να μένω ανάλλαχτος;

Θέλουν να μας χωρίσουν

μα δεν τους τ’ αφήνω.


Δίχως του πού να πάω άστεγος

ζητιάνος που κανείς δε θα του ανοίγει;”




 

ΑΝΑΘΙΒΑΝΩ κάτι μικρές χαρές μας.

Πώς άστραφτε το βλέμμα σου κάθε που έβλεπες την ομορφιά

τριγύρω σου και πόσο το ευχαριστιόμουν κι εγώ κοντά σου!

Πώς γέλαγε όλη η φύση μ΄ένα τρανταχτό γέλιο σου, όταν σε

μια διασκέδαση με την παρέα τραγουδούσες ή βύθιζες τα μάτια

σου στα μάτια μιας πανέμορφης γυναίκας.

Λησμονιούνται τα ταξίδια στα βάθη της ψυχής σου

μέσα από τις σελίδες ενός συναρπαστικού

βιβλίου; Ή, όταν αντίκριζες με δέος μια απίθανη δύση,

ένα ανοιξιάτικο λουλούδι; Κι όταν οσφραινόσουν

το μεθυστικό θυμάρι του Αυγούστου στις χανιώτικες Μαδάρες,

όταν πρωτόβλεπες την άγρια ομορφιά των δεκαοχτάρικων κοριτσιών…;

 

ΘΥΜΗΣΟΥ πώς ένιωσες όταν πρωτάγγιξες το απαλό δέρμα του

νεογέννητου παιδιού σου, την άφατη χαρά σου όταν αργότερα

τα χειλάκια του σε πρωτοφίλησαν! Θυμήσου τον πρώτο έρωτά σου,

την ατέλειωτη “μάχη” των “εις γάμου κοινωνίαν” κορμιών,

του δικού σου και της πρώτης γνωριμίας σου. Το ανακουφιστικό

ζεστό μπάνιο ή την υπέροχη δροσιά της θάλασσας του καλοκαιριού…


Αλλά, θυμήσου και το ριπίδι του παγερού χειμωνιάτικου ανέμου,

το λεπτό σαν υφάδι χάδι της φθινοπωρινής βροχής· θυμήσου,

το καυτό χέρι του βαριά άρρωστου φίλου σου στο νοσοκομείο,

το ψυχρό παγωμένο μέτωπο της μάνας σου που έφυγε ξαφνικά,

το ατέλειωτο κρυφό δάκρυ σου και το ξέσπασμα των λυγμών,

όταν έμενες μόνος…

 

ΘΥΜΗΣΟΥ τις αμήχανες κινήσεις σου κάθε φορά που άλλα έλεγες

στην παρέα και άλλα πίστευες. Ήταν τότε που οι αλήθειες

οι δικές σου δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με το ψέμα της

γλώσσας σου, την υποκρισία του μυαλού σου, το φόβο

της απώλειας φίλων…

Θυμήσου τον ευτελισμό του σώματός σου από τις

κάθε είδους “εξουσίες”, τη λεκτική βία που κατέληγε

στον ακρωτηριασμό της προσωπικότητάς σου,

τον δεσποτισμό σου σε ασθενέστερα από το δικό σου σώματα.

Κι ακόμη, θυμήσου τη λυσσώδη προσπάθεια της ύπαρξής σου

να αναδειχθείς στον περίγυρό σου ως ακαταμάχητος, να δηλώσεις

μια άλλη παρουσία με κάποιο εκκεντρικό ντύσιμό σου!

 

ΘΥΜΗΣΟΥ το πρόσωπο -face- που δημιούργησες στα “μέσα κοινωνικής

δικτύωσης”, με ψεύτικες φωτογραφίες προσώπου και σώματος, άσχετες

με το ποιος ήσουν πραγματικά. Θυμήσου τη φροντίδα που κατέβαλλες

συνεχώς να ελέγχεις τις κινήσεις σου, το τί αρώματα φορούσες για

να σαγηνεύσεις άλλα σώματα. Θυμήσου την ταλαιπωρία με τα τατουάζ

στα χέρια, τη μάχη με τη μόδα για την ανάδειξη ή την απόκρυψη

των σωματικών ελαττωμάτων σου.

Θυμήσου τη σκλαβιά σου από τους “κανόνες” της Εκπαίδευσης,

αλλά και της Θρησκείας.


Ήσουν άραγε, «ψυχής σήμα» κατά τον Πλάτωνα (“Γοργίας”, [493]α)

ή μήπως “ναός Θεού” κατά τον Απόστολο Παύλο (Α’ Κορ. 3:16);


ΘΥΜΗΣΟΥ τόσες και τόσες περιττές μα και πολύτιμες λέξεις.

Τα τόσα αντιφατικά σου συναισθήματα. Τα αδικαιλόγητα νεύρα

σου που φούσκωναν τις φλέβες στο λαιμό σου κοντεύοντας να

“σπάσουν” την καρδιά σου. Θυμήσου και την περηφάνεια σου,

σαν άκουγες το χειροκρότημα των οπαδών σου από κάτω…


Όλα τώρα πάγωσαν.

 

ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ φίλε μου, όταν οι δυο μας φύγουμε…; Ίσως

το μόνο που μπορούμε να θυμόμαστε, όταν σβήσουν όλα,

είναι αυτό που έλεγε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (10):

 

«Όταν το τέλος πλησιάζει, δεν μένουν πια αναμνήσεις εικόνων. Μένουν μόνο λέξεις.

Δεν είναι διόλου παράξενο ότι ο χρόνος έχει συγχύσει αυτές που κάποτε με

αντιπροσώπευαν με εκείνες που υπήρξαν σύμβολα της μοίρας του ανθρώπου που με

συνόδευσε τόσους αιώνες. Ήμουν ο Όμηρος. Σύντομα, θα΄ μαι ο Κανένας.

Όπως ο Οδυσσέας. Σύντομα, θα είμαι όλοι. Θα είμαι νεκρός».

 

ΠΟΙΑ μοναξιά σε καρτερεί από δω και πέρα;

Ποια περιπλάνηση εμένα; Και πού και πόσο χρόνο άραγε,

θ’ αναζητά ο ένας τον άλλο μέχρι να ξαναβρεθούμε;

Η εναγώνια ποίηση της Βικτορίας Θεοδώρου, μας το αποκαλύπτει:

 

Πού θα΄σαι όταν θα φεύγω,

όταν θα με καλεί ο βαρκάρης;

 

Πού θα’ μαι όταν θα με ζητάς

και θ΄αποκρίνεται το κύμα;


Στ’ Ακρωτηριού τις κουμαριές

θα βόσκει αχόρταγα η ψυχή μου

και σε θαλασσινή πηγή θα ξεδιψάει” (11)

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(…)

-(8) «Το μόνο που υπάρχει, έλεγε, είναι το σώμα μας, γεννημένο για να ζήσει και να πεθάνει υπό συνθήκες διαμορφωμένες από σώματα που έζησαν και πέθαναν πριν από μας…» (Φίλιπ Ροθ, «Καθένας», εκδ. Πόλις, σελ. 66, Αθήνα, 2006)

-(9) Γ. Μανουσάκη, «Το σώμα μου κι εγώ», Στ΄ακρωτήρια της ύπαρξης, εκδ. Γαβριηλίδης, 2003, σελ. 76)

-(10) Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899-1986), “Ο Αθάνατος”, μετφρ. Αχ. Κυριακίδης

-(11) Βικτορία Θεοδώρου (1925-2019), ποιήτρια. Από ανέκδοτη συλλογή, ευγενική παραχώρηση της κόρης της Ειρήνης Σπανουδάκη.


====================================================

 

 

ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ ΒΡΑΒΕΥΣΗΣ:
[Ο πολυαγαπητός φίλος, συμμαθητής και συμφοιτητής στα ένδοξα χρόνια της δεκαετίας του 1960, χρόνια “διδάσκαλος” της τέχνης της ΣΟΦΙΑΣ των Αρχαίων Ελλήνων, ως καταξιωμένος Φιλόλογος στην Καβάλα, μαθαίνοντας ότι πήραμε μόνο έπαινο από την ΠΕΛ (Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών) για το δοκίμιό μας “Ψυχής ελεγειακός μονόλογος για το νεκρό σώμα της”-2024, ξ ε σ π ά θ ω σ ε: 
Αγαπητέ μου ΣΤΑΥΡΟ
Και μόνο που τολμάς να μιλήσεις γραπτά
για ένα τόσο δύσκολο, στενάχωρο,
επικίνδυνο και σχεδόν απροσπέλαστο θέμα,
και με τρόπο τόσο ήπιο, τρυφερό και
συγκρατημένα παραμυθητικό
σου αξίζει χρυσό μετάλλιο.
Τόλμη και λογισμός κι ευθύνη
χαρακτηρίζουν τον ποιητή
ό,τι ακριβώς χαρακτηρίζει και τον συγγραφέα
του φιλοσοφικού αυτού ποιήματος (ή ποιητικού δοκιμίου).
Φίλε μου
Μου δημιούργησες μια υποψία
που ίσως να ισχύει για όλους τους ποιητές...
Αναρωτιέμαι, αν η χαρούμενη ομορφιά,
τα ωραία της ζωής, γιατί δεν με συγκινούν,
ενώ τα «δυσάρεστα» όμορφα με συνταράζουν
και με κάνουν κομμάτια...
Ο πόνος γίνεται καλύτερη ποίηση από τη χαρά;
Μια ολόκληρη ενότητα με χαρούμενη ζωή δεν μια πιάνει,
ενώ «το καυτό χέρι, το ψυχρό παγωμένο μέτωπο,
όταν έμενες μόνος...» με σμπαραλιάζουν...
Κι εσύ, ο ποιητής, (το ίδιο συμβαίνει με όλους;)
δεν είσαι μόνο ψυχούλα,
μα και «τέρας»..., δεν πονάς; (αδύνατο!), κρύβεσαι;
δεν θες να φανείς αδύναμος; γιατί; συγγνώμη.
Πάντως τίποτε ανθρώπινο δεν αφήνεις ασχολίαστο.
και πόσο μ’ αρέσει «αυτή η λυσσώδης προσπάθεια...»!
Και με αφορμή τα λόγια του ΜΠΟΡΧΕΣ λέω
Ευτυχώς που άλλοι ξέρουν να κρίνουν
και να δίνουν ΝΟΜΠΕΛ– κι όχι επαίνους-.
Χαίρομαι που το έμαθα:
όλη η ανθρώπινη ζωή και πορεία ειπωμένη σε 2 σειρές
και μέσα από 2 επιρρήματα
«Ήμουν ο Όμηρος....θα είμαι νεκρός».
«Σύντομα θα είμαι ο ΚΑΝΕΝΑΣ, όπως ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ.
Σύντομα θα είμαι όλοι. Θα είμαι νεκρός.»
Δεν λέει την αλήθεια όπως όλοι τη λένε.
Τη λέει ποιητικά. Γι αυτό είναι μεγάλος ποιητής.
Και τι επίλογος είναι αυτός, θεέ μου;
Και πώς τον βρήκες και τον συνταίριαξες με τη
δική σου σκέψη «ΠΟΙΑ μοναξιά..., να ξαναβρεθούμε;»
Εγώ δεν είμαι ποιητής. Όχι δεν είμαι ποιητής.
Μα αγαπώ την ποίηση, κι ας γίνομαι κομμάτια.
Ποιητικό Δοκίμιο ή Φιλοσοφικό Ποίημα;
Όπως και να το ονομάσεις είναι σπουδαίο,
πανέμορφο· πώς η φιλοσοφία
γίνεται ποίημα και το ποίημα φιλοσοφία.
Τι έμπνευση, τι σύλληψη, πόση «φιλανθρωπία»
η συνομιλία ψυχής και σώματος, όπου
η ψυχή μιλάει και για τους δύο...
Και το σώμα ακούει και βουβά αποκρίνεται. Το νιώθω!
(Κι αυτό πρέπει να είναι του ποιητή γνώρισμα:
η πρωτοτυπία στη σύλληψη και στην έκφραση.)
Κι ύστερα ο φιλόσοφος λέει τις αλήθειες του
με λόγια απλά, ποιητικά, καυτές αλήθειες...
Κι ενώ εγώ τρελαίνομαι και χάνω τον εαυτό μου
κι είμαι έτοιμος να φωνάξω, να βρίσω, να κλάψω...
εσύ σταυραετέ μου περιγράφεις,
με πόνο ανεκδήλωτο, βουβό, τα πάντα..
τα λες όλα, για όλους μέσα από διαπιστώσεις απλές
που όμως σπάζουν κόκαλα, και σπάνια τις κάνουμε...
και πώς χώρεσε όλη η ανθρώπινη ζωή και πορεία
μέσα σε 8 ρήματα (μεγάλωσες, μορφώθηκες..., πέθανες);
κι ύστερα ο διάλογος του σώματος με το εγώ του
ειπωμένος από την ψυχή...
Πόσο φυσικά, πόσο ανθρώπινα...
σαν να περπατάνε σώμα κι εγώ
σε κήπους καταπράσινους πιασμένα χέρι–χέρι,
σταματούν στην απλή αλλά ανομολόγητη αλήθεια:
θέλουν να μας χωρίσουν, μα δεν τους τ’ αφήνω...
Και σπαράζει για μια στιγμή μονάχα
Δίχως του που να πάω άστεγος...δε θα του ανοίγει”.
===================================
Του ποιητή κι άλλα γνωρίσματα.
Διαβάζω τον τίτλο «κομματιασμένο»
κι ακούω το ρυθμικό του προχώρημα
ΨΥΧΗΣ
ΕΛΕΓΕΙΑΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ
ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΤΗΣ ΣΩΜΑ”.
Και βλέπω: όλα τα ουσιαστικά συνοδεία επιθέτου
επιλεγμένου μετά κόπου και γνώσεως
και μόνον η ψυχή χωρίς επίθετο,
κυρίαρχη, ζωντανή, μονολογεί
και κλαίει βουβά για το νεκρό της σώμα.
Πόσο θα έχανε ο «μονόλογος»
αν συνοδευόταν από το «θρηνητικός»
(άλλο του ποιητή γνώρισμα
ο μέγας και ποικίλος γνωστικός πλούτος
κι ο κόπος ο πολύς
και το χάρισμα της επιλογής της σωστής
και πρέπουσας όμορφης λέξης.)
Παρένθεση: εσύ, καλέ μου φίλε,
ξεπέρασες τους Κρητικούς,
Σε γέννησε, σε μεγάλωσε και σ’ αντρείεψε η ΚΡΗΤΗ.
Το δείχνουν οι στίχοι για τα τριήμερα,
τα εννιάμερα και τα σαράντα”.
============================
Μου χρωστάς και σου χρωστάω
Αγαπητέ μου Σταύρο
Μου χρωστάς έξι ώρες βραδινού ύπνου
και σου χρωστάω καζάνια ευγνωμοσύνης
και τόνους «ευχαριστώ».
Γιατί με τα γραπτά σου κρατάς το μυαλό μου ξύπνιο
και τα μάτια της ψυχής μου ανοιχτά...
Με κάνεις να σκέφτομαι και να αισθάνομαι «αλλιώτικα».
Σίγουρα καλύτερα.
Σ’ ευχαριστώ.

Σχολιάστε