"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Αγαπημένη μου Κρήτη! (Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, 1898-1977)

 

 

 

[Από τις επιδραστικότερες παρουσίες στα παιδικά μας χρόνια στις Παιδοπόλεις. Τα κείμενά της στο περιοδικό "Η ΠΑΙΔΟΠΟΛΙΣ", έπειτα "ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ", μας συνόδεψαν σε όλη τη ενηλικίωσή μας. Τη θυμόμαστε με τρυφερότητα. Σ.Γ.Κ.]

===================================================

1.- Κρήτη

Νησί του μαρτυρίου και της θυσίας,/της λευτεριάς εικόνα εσύ ακριβή,

στην πιο ψηλή κορφή της Ιστορίας,/η νέα σου δόξα σ’ έστησε λαμπρή.

Μόνο με των παιδιών σου τ’ άγιο το αίμα/παλεύεις πάντα αδούλωτη κι ορθή.

Κι απ’ τα Ιμαλάια πιο τρανός στο βλέμμα/ο Ψηλορείτης σου έχει στηλωθεί.

Στ’ άγγιγμα της σκλαβιάς σαν Ερινύα/ορθώνεσαι και δίχως να μετράς

πόσοι και ποιοι, χτυπάς την τυραννία,/ματώνεσαι, σπαράζεις, μα νικάς.

 

Νησί του μαρτυρίου και της θυσίας/χρυσάχτινο ήλιο σ’ έχει η Λευτεριά

στην πιο ψηλή κορφή της Ιστορίας/να ρίχνεις φως στου κόσμου τη νυχτιά.

 

[Μάρτιος 1945, “Της Νιότης και της Λευτεριάς”, Θεμέλιο 1978]

====================================================

2.-Κρήτης Αγωνία

Μες στον αιθέρα, στέμμα πορφυρό/το νέο σου αίμα σμίγει το παλιό,

Κρήτη μου εσύ, που στέκεσαι κορώνα/στου δίκιου το γιγάντιο αυτόν αγώνα.

 

Μ’ αγκάθια είναι πλεγμένο και με κρίνα/το μέτωπό σου, αγκάθι κ’ ηλιαχτίνα.

Κ’ έχει χυτή, στους ώμους σου πλημμύρα,/η νέα σου δόξα βάλει την πορφύρα.

 

Μικρή μες στους λαούς, μα και μεγάλη,/στο βάθρο που οι αιώνες σούχουν βάλει,

ως σε κοιτάζω ορθή μες στα πελάγη/λέω : Ο Θεός, νησί μου, ας σε φυλάγει,

 

γιατί απ’ αυτά τ’ αγκάθια και τα κρίνα/θα βγει της λευτεριάς η πρώτη αχτίνα.

 

[Μάϊος 1941, “Της Νιότης και της Λευτεριάς”, Θεμέλιο 1978]

====================================================

3.-Κρήτη

Κι αν μέσα μου δε σ’ ένιωθα φωτιά,/κρασί μεθυστικό κι αψύ, θα σ’ αγαπούσα,

και μόνο απ’ του Κορνάρου σου τη Μούσα,/αρχοντοπούλα της Αγάπης, Αρετούσα..

 

Κι αν ένα ακοίμητο σκουλήκι, για καρδιά,/δεν είχες βάλει να με τρώει, θα σ’ αγαπούσα

και μόνο από του Γκρέκο σου τη Μούσα,/Κυρά του Πάθους, Παναγιά Μαυροματούσα !

 

Θα σ’ αγαπούσα μόνο απ’ τον πυρσό,/που έστησε πάνω απ’ τη ζωή το Αρκάδι,

Δασκαλογιάννενα, μητέρα κι αδερφή,/θεών κι ηρώων, φλόγα στο σκοτάδι !

 

Θα σ’ αγαπούσα για το θάμα του Μαγιού,/που άστραψες ήλιο κι έδωκες μονάχη,

σε γη κι αιθέρα, την ασύγκριτή σου «Μάχη», εσύ μικρή, με τους Τιτάνες του κακού !

 

Και μ’ απλωμένο τ’ άλικο μαντήλι σου,/κάλεσες τους λαούς, μέσα απ’ τα σκότη,

στις δίπλες του Πυρίχιου της Αντίστασης,/που, τόσο τραγικά κι ωραία, έσυρες πρώτη !

 

Θα σ’ αγαπούσα ακόμα για τα κρίνα,/τους κρόκους, τα κοχύλια, τα πουλιά,

που, πριν χαράξει αυγή στην οικουμένη,/ζωγράφισες, στον άνθρωπο χαρά,

κόρη του Μίνωα, με τα στήθη τα γυμνά !

 

θα σ’ αγαπούσα…. Τώρα τι να πω ;/Βλαστάρι απ’ τον κορμό το θεϊκό,

που της Αμάλθειας γάλα έχω βυζάξει στην αυλή σου ;

Κρήτη, Θεά, Μητρίδα, σ’ αγαπώ κι αναρριγώ/πως να φανώ παιδί σου !

[Λουλούδι της Τέφρας, Μαυρίδης 1966]

=================================

4.-Η μάνα του Χανς Κέρχε

Ποιος φταίει, γιε μου Χανς, αγόρι μου,/της σάρκας μου λουλούδι ;

και μπήκε λίθος στης καρδιάς τη θέση/στ’ αγγελόμορφο κορμί σου ;

 

Κι είναι ο πατέρας,/απ’ το χέρι του παιδιού του, εκτελεσμένος

κι εσείσθη η γης κι ο ήλιος εσκοτίσθη/και σκίστηκε το καταπέτασμα του αιθέρα

και τα ποτάμια στρέψαν τη ροή/προς τις πηγές τους ;

 

«Ω, κάντε μου τη χάρη,/υπέρτατη τιμή σας το ζητώ,

έναν εχθρό του Φύρερ, κι ας με γέννησε,/με το δικό μου βόλι ν’ αφανίσω».

 

Ποιος φταίει, Χανς, που σάλεψαν ο νους μου/κι έπνιξα τρια ανήλικα αδερφάκια σου,

μη μεγαλώσουν και σου μοιάσουν ;

* * * * * * * * * * * * *

Και λέει …. και λέει η μάνα του Χανς Κέρχε.

Ω, μη γυρέψετε σειρά κι ειρμό,/σε παραλήρημα του νου, που σπαρταράει

σε νύχια γερακιού, σαν περιστέρι …

 

«Τσιγγάνους !

Στείλτε όσο πιο πολλούς τσιγγάνους !

Μελαχροινοί όπως είναι,

στο χιόνι πάνω που τους αμολάμε

και τρέχουν, σαν ζαρκάδια αλαφιασμένα,

γίνονται στόχοι για σκοποβολή θαυμάσιοι

κι οι άντρες μας ασκούνται,

- κρίμα μόνο που πεθαίνουν τόσο γρήγορα -

για το σκοπό τον ιερό του Γ’ Ράιχ.

13000 τέτοιους στόχους χρησιμοποιήσαμε ….

Ω, στείλτε κι άλλους, στ’ όνομα του Φύρερ,

Στείλτε κι άλλους».

 

Ποιος φταίει, γιε μου, που σε κατασπάραξαν

σα λάφι, με τα νύχια τους,

προτού καλά καλά σημάνει η σάλπιγγα,

λιοντάρια ανήμερα, τα θύματά σου,

να μην προφτάσει η Λευτεριά,

να μην προφτάσει ο Νόμος,

από το δίκαιο μίσος τους να σε λυτρώσει ;

 

Ο λίθος της καρδιάς σου, γιε μου Χανς,

τι νάγινεν,

σαν ήχησε η Συντέλεια και για σένα

κι είδες τ’ αδέρφια, τον πατέρα σου,

της άβυσσος την πύλη να σου ανοίγουν ;

Ποιος φταίει, γιέ μου Χανς, αγόρι μου,

της σάρκας μου λουλούδι ;

 

Εκεί τη βρίσκει το ξημέρωμα,

εκεί το μεσημέρι και το δείλι,

να γυροφέρνει τα συρματοπλέγματα,

να σκίζεται στ’ αγκάθια, να τρυπιέται

και να πετά, σ’ ανθρώπους και θεούς,

αρά, βλαστήμια, αστραποκέραυνο,

εκείνο τ’ αναπάντητο : Ποιος φταίει ;

[Λουλούδι της Τέφρας, Μαυρίδης 1966]

 


Σχολιάστε