"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Κάρολος Παπούλιας: Εμφύλιος, η κρυφή ντροπή της ελληνικής κοινωνίας

 

 

 

 

 

Κάρολος Παπούλιας: Εμφύλιος, η κρυφή ντροπή της ελληνικής κοινωνίας

Γράφει ο Βαγγέλης Στεργιόπουλος,

4 Ιουνίου 2022,

Η Ελλάδα αντιμέτωπη με τις μαύρες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της

===============================================

 

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 εκδόθηκε στην Ελλάδα το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη,

προκλήθηκε θύελλα αντιδράσεων στην άλλη όχθη του ποταμού, που θεώρησε ότι πρόκειται για

μια μονόπλευρη καταγραφή της ιστορίας του εμφυλίου, με τελικό σκοπό την ενοχοποίηση και τη

συκοφάντηση της Αριστεράς της εποχής.

Η επανέκδοση της «Ελένης» σήμερα από τις Εκδόσεις Κέρκυρα βρίσκει την ελληνική κοινωνία σε

μια ωριμότητα που πιστεύω θα επιτρέψει πιο ψύχραιμη προσέγγιση και περισσότερο νηφάλιες, δεύτερες σκέψεις.

 

Μας χωρίζει ήδη περισσότερο από μισός αιώνας από τα γεγονότα του εμφυλίου.

Για άλλο ένα τέταρτο του αιώνα η σκιά αυτού του ολοκληρωτικού και αιματηρού πολέμου έπεφτε

βαριά πάνω από την Ελλάδα, καθορίζοντας το συλλογικό υποσυνείδητο.

Το τέλος της σιωπής, δηλαδή η άρση των άμεσων κληροδοτημάτων του εμφυλίου, ήρθε το 1974

όταν άνοιξε ο κύκλος της μεταπολίτευσης, που σήμερα έχει κλείσει πια.

Με άλλα λόγια, η δυνατότητα δημόσιας αναφοράς στο γεγονός έχει ζωή μόλις τριάντα χρόνων, κάτι που

είχε σοβαρές συνέπειες στην πορεία αυτογνωσίας της σύγχρονης Ελλάδας.

 

Ο εμφύλιος ήταν για πολλά χρόνια ένα σημείο σκοτεινό και κλειστό.

Το μεγάλο εθνικό ταμπού. Το μυστικό της ιστορίας.

Για τις γενιές που μεγάλωσαν σ’ αυτή την περίοδο, τα πέτρινα χρόνια του εμφυλίου υπήρξαν ο απαγορευμένος

καρπός της ιστορικής γνώσης, η κρυφή ντροπή της ελληνικής κοινωνίας.

Ένας κόσμος φαντασμάτων που στοίχειωσε την πορεία της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Όσοι έσπασαν το φράγμα της σιωπής, όσοι συνέβαλαν στο να ’ρθει στο φως αυτός ο κόσμος των φαντασμάτων

δικαιούνται σεβασμό.

Και ο Νίκος Γκατζογιάννης είναι ένας απ’ αυτούς που δεν φοβήθηκαν να καταθέσουν τη δική τους ιστορική αλήθεια

και να την εκθέσουν στην κρίση του αναγνώστη.

Η σύγχρονη Ελλάδα είναι, επιτέλους, έτοιμη μετά από την κατασίγαση των παθών, από τη μαθητεία στη δημοκρατία

και τη νέα ευρωπαϊκή ποιότητα, να αντιμετωπίσει τις μαύρες σελίδες της ιστορίας της.

Κι αυτό αποτελεί την εγγύηση ότι τα τραύματα της περιόδου 1946-1949 δεν μετατρέπονται σε απωθημένα,

αλλά σε δημιουργική δύναμη για τη μεγάλη υπέρβαση των διαιρέσεων και των διχασμών του παρελθόντος.

 

Το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη έχει μεταφραστεί σε είκοσι έξι γλώσσες.

Έχει γυριστεί σε ταινία, έχει γνωρίσει λαμπρές κριτικές σε πλήθος περιοδικών και εφημερίδων σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Η λογοτεχνική του αξία είναι, λοιπόν, αναμφισβήτητη. Αναμφισβήτητη είναι και η αξία του βιβλίου ως ντοκουμέντου.

Η Ελένη είναι πράγματι μια μάνα που εκτελέστηκε, γιατί οργάνωσε τη διαφυγή των παιδιών της στην ασφαλή τότε Αμερική.

Η Ελένη υπήρξε θύμα του εμφύλιου σπαραγμού και θυσιάστηκε για να εξασφαλίσει στα παιδιά της μια καλύτερη ζωή.

Η Ελένη, ασφαλώς, δικαιούται μνήμης και τιμής.

Τη μεγαλύτερη τιμή την είχε από το γιο της· που έκανε τη ζωή της βιβλίο μ’ έναν τρόπο λυτρωτικό.

Το να συγκινηθεί κανείς από την ιστορία της Ελένης δεν σημαίνει ότι δεν συγκλονίζεται από τα ανθρώπινα

δράματα της άλλης πλευράς.

Δεν σημαίνει ότι βλέπει μόνο τη μια όψη της βαρβαρότητας και ότι χωρίζει τους πρωταγωνιστές της περιόδου

σε αγγέλους και δαίμονες.

 

Η σημερινή Ελλάδα δεν φοβάται τον καθρέφτη της.

Δεν μισεί και δεν σπαράσσει.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θέλω να πιστεύω ότι είμαστε πια σε θέση να διαβάζουμε την ιστορία χωρίς έτοιμα από πριν συμπεράσματα. Και χωρίς επιλεκτική μέθεξη στις τυφλές πορείες του ανθρώπινου πεπρωμένου.”

 

Όσα διαβάσατε ανωτέρω συνθέτουν το κείμενο της ομιλίας που είχε εκφωνήσει ο αείμνηστος πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας στην παρουσίαση της α’ έκδοσης του βιβλίου του Νίκου Γκατζογιάννη «Ελένη» (εκδόσεις «Κέρκυρα») στα Ιωάννινα, στις 24 Μαΐου 2004.

Ο γεννημένος στις 4 Ιουνίου 1929 Παπούλιας προσεγγίζει τον Εμφύλιο, το μεγάλο εθνικό ταμπού, με ωριμότητα και νηφαλιότητα, χωρίς να καθαγιάζει και χωρίς να δαιμονοποιεί τους μεν ή τους δε.

Τιμά –ειλικρινώς και ανυστερόβουλα– τον Γκατζογιάννη, που τολμά να αναμετρηθεί με τον κόσμο των φαντασμάτων, με τις μαύρες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Ο Κάρολος Παπούλιας, που έφυγε από τη ζωή στις 26 Δεκεμβρίου 2021, κατορθώνει όντως να διαβάζει την ιστορία μας χωρίς έτοιμα από πριν συμπεράσματα, χωρίς επιλεκτική μέθεξη στις τυφλές πορείες του ανθρώπινου πεπρωμένου.

==============

ΟΤΑΝ ΠΡΩΤΟΔΙΑΒΑΣΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ του Ν. Γκατζογιάννη, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, εκτός από  το ότι εκλαιγα μέρες συγκλονισμένος γιατί είχα ανάλογες δραματικές εικόνες στα χωριά μας στη Μακεδονία. Έφερα στο νου μου και μια άλλη Ελένη,  τη δική μας την Ελενη, πρόσωπο καταλυτικό για το ξεκλήρισμα της οικογένειάς μας. Ήταν μια Ελένη της “άλλης” πλευράς κιας ήταν αδελφή της μάνας μου… (Στ.Γ.Κ.)

Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορά.

«Στις 28 Αυγούστου 1948, μια ζεστή αποπνιχτική μέρα, γύρω στις δωδεκάμισι, μερικές χωριάτισσες ζαλωμένες ξύλα κατέβαιναν ένα απόκρημνο μονοπάτι πάνω από το χωριό Λια, έναν οικισμό με σταχτιά λιθόχτιστα σπίτια σε μια βουνοπλαγιά κάτω ακριβώς από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όπως οι γυναίκες αντίκρισαν το χωριό στα πόδια τους, απάντησαν μια φριχτή συνοδεία.

Μπροστά και πίσω, κρατώντας τουφέκια, ήσαν κάμποσοι από τους κομμουνιστές αντάρτες, που κατείχαν το χωριό τους τελευταίους εννιά μήνες —ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα συνεχιζόταν. Φρουρούσαν δεκατρείς δεσμώτες, που βάδιζαν για εκτέλεση ξυπόλυτοι, τα πόδια τους μαύρα και πρησμένα από το φάλαγγα. Κάποιος, ανήμπορος από το ξύλο να βαδίσει ή έστω ν’ ανακαθίσει, ήταν δεμένος πάνω σ’ ένα μουλάρι.

Ανάμεσα στους κατάδικους ήσαν και πέντε χωριανοί του Λια: Τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η πιο ηλικιωμένη σκουντούφλαγε με το χαμένο βλέμμα της τρέλας. Ήταν η θεία μου Αλέξω Γκατζογιάννη, πενήντα έξι χρονών. Η νεότερη, με καστανωπά μαλλιά, γαλανά μάτια και ξεσκισμένο λουλακί φουστάνι, έπιασε το βλέμμα από τις συγχωριανές της και κούνησε το κεφάλι της. Ήταν η μάνα μου, Ελένη Γκατζογιάννη, σαράντα ενός χρονών…».

———————————–

ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

 

«Στις 28 Αυγούστου 1948, μια ζεστή αποπνιχτική μέρα, γύρω στις δωδεκάμισι, μερικές χωριάτισσες ζαλωμένες ξύλα κατέβαιναν ένα απόκρημνο μονοπάτι πάνω από το χωριό Λια, έναν οικισμό με σταχτιά λιθόχτιστα σπίτια σε μια βουνοπλαγιά κάτω ακριβώς από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όπως οι γυναίκες αντίκρισαν το χωριό στα πόδια τους, απάντησαν μια φριχτή συνοδεία.

Μπροστά και πίσω, κρατώντας τουφέκια, ήσαν κάμποσοι από τους κομμουνιστές αντάρτες, που κατείχαν το χωριό τους τελευταίους εννιά μήνες —ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα συνεχιζόταν. Φρουρούσαν δεκατρείς δεσμώτες, που βάδιζαν για εκτέλεση ξυπόλυτοι, τα πόδια τους μαύρα και πρησμένα από το φάλαγγα. Κάποιος, ανήμπορος από το ξύλο να βαδίσει ή έστω ν’ ανακαθίσει, ήταν δεμένος πάνω σ’ ένα μουλάρι.

Ανάμεσα στους κατάδικους ήσαν και πέντε χωριανοί του Λια: Τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η πιο ηλικιωμένη σκουντούφλαγε με το χαμένο βλέμμα της τρέλας. Ήταν η θεία μου Αλέξω Γκατζογιάννη, πενήντα έξι χρονών. Η νεότερη, με καστανωπά μαλλιά, γαλανά μάτια και ξεσκισμένο λουλακί φουστάνι, έπιασε το βλέμμα από τις συγχωριανές της και κούνησε το κεφάλι της. Ήταν η μάνα μου, Ελένη Γκατζογιάννη, σαράντα ενός χρονών…».


Απόσπασμα από το βιβλίο «Ελένη»

«Είχα τρεις στόχους που έγραψα αυτό το βιβλίο. Ήθελα να γράψω για τα γεγονότα των πέτρινων χρόνων, ήθελα επίσης να περιγράψω τη ζωή του ελληνικού χωριού τότε. Ο σημαντικότερος όμως λόγος που το έγραψα ήταν για την οικογένειά μου, για τις αδελφές μου, για τα παιδιά μου, για τ’ ανίψια μου. Για να γνωρίζουν ποια ήταν η Ελένη Γκατζογιάννη. Η έρευνα που έκανα με πλήγωσε πολύ, αλλά μου χάρισε και πολλές ανταμοιβές…».
Νίκος Γκατζογιάννης, συγγραφέας-δημοσιογράφος

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ελένη»

«Είχα τρεις στόχους που έγραψα αυτό το βιβλίο. Ήθελα να γράψω για τα γεγονότα των πέτρινων χρόνων, ήθελα επίσης να περιγράψω τη ζωή του ελληνικού χωριού τότε. Ο σημαντικότερος όμως λόγος που το έγραψα ήταν για την οικογένειά μου, για τις αδελφές μου, για τα παιδιά μου, για τ’ ανίψια μου. Για να γνωρίζουν ποια ήταν η Ελένη Γκατζογιάννη. Η έρευνα που έκανα με πλήγωσε πολύ, αλλά μου χάρισε και πολλές ανταμοιβές…».
Νίκος Γκατζογιάννης, συγγραφέας-δημοσιογράφος

 

 


Σχολιάστε