"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Τροπάριο Κασσιανής…

 

 

 

 

 

 

 

 

Το τροπάριο της Κασσιανής της Μεγάλης Τρίτης

 

Σύμφωνα με τον βυζαντινό χρονογράφο Συμεών Μάγιστρο, η Ευφροσύνη, μητέρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου και κόρη του Κωνσταντίνου του ΣΤ’, στην προσπάθειά της να παντρέψει το γιο της, το έτος 830μ.Χ, διοργάνωσε στην μεγαλόπρεπη αίθουσα Τρικλίνιο των ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης, μεγάλη σύναξη από τις πιο όμορφες κοπέλες της Αυτοκρατορίας. Η προσέλευση υπήρξε μεγάλη από «καλλίστας παρθένους». Κι όταν παρατάχθηκαν στη σειρά, καθισμένες πάνω σε πολυτελή ανάκλιντρα, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος περιήλθε μπροστά τους να διαλέξει την μέλλουσα σύζυγό του και αυτοκράτειρα, δίνοντας σε όποια διάλεγε ένα χρυσό μήλο.

Η ομορφότερη ήταν η Κασσιανή, που η ομορφιά της θάμπωσε το νεαρό Θεόφιλο και σ’ αυτήν επρόκειτο να δώσει το μήλο, σύμβολο της προτίμησής του. Θέλοντας όμως να διαπιστώσει αν και η εξυπνάδα της ήταν ανάλογη με την ομορφιά της, της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» («Από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα»), υπονοώντας την Εύα. Η Κασσιανή όμως δεν ξαφνιάστηκε και θέλοντας να δείξει και την εξυπνάδα της απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» («Και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα»), υπονοώντας την Παναγία, που έφερε στον κόσμο το μεγαλύτερο αγαθό. Αυτή όμως η πράγματι έξυπνη απάντηση χαρακτηρίσθηκε από τον Θεόφιλο ότι περιείχε και κάποια προπέτεια και επιπολαιότητα, οπότε έδωσε το μήλο στην επίσης ωραία, αλλά και σεμνή Θεοδώρα.

Η Κασσιανή απογοητεύθηκε από την αποτυχία της και πήρε την απόφαση να αποτραβηχτεί από τον κόσμο και να μονάσει. Έκτισε με δικά της χρήματα ένα μοναστήρι, που πήρε αργότερα το όνομά της, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση, συνδυάζοντας έτσι τη βαθιά ευσέβεια και την κλίση της στα γράμματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την αποτυχία της είπε: «Επειδή δεν έγινα βασίλισσα του προσκαίρου τούτου κόσμου, θα γίνω υπήκοος της αιωνίας Βασιλείας του Χριστού».

Εκεί στο μοναστήρι εκδηλώθηκε και το έμφυτο καλλιτεχνικό της ταλέντο και το βαθύ θρησκευτικό της συναίσθημα συνθέτοντας εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια. Εκεί στην ήσυχη και υποβλητική ατμόσφαιρα του μοναστηριού συνέθεσε και το περίφημο Ιδιόμελο «Τροπάριο της Κασσιανής» από το όνομά της, που αργότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία το καθιέρωσε ως Δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης.

Βάσει παράδοσης, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος που ήταν ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να τη δει ξανά προτού πεθάνει και πήγε εκεί. Η Κασσιανή ήταν στο κελί γράφοντας το τροπάριο που διαβάζεται πλέον τη Μεγάλη Τρίτη όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά, πλέον, είχε αφιερώσει τη ζωή της στον Θεό γι’ αυτό και κρύφτηκε -«θάβοντας» μέσα της το πάθος και άφησε τον μισοτελειωμένο ύμνο στο τραπέζι. Ο Θεόφιλος μπήκε στο κελί αναζητώντας τη, αλλά μάταια: εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα όπου είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος έκλαψε μετανιωμένος που έχασε αυτή τη γυναίκα. Στο τραπέζι βρήκε τα χειρόγραφά της και τα διάβασε.

Η Κασσιανή εμπνεύστηκε από τα λόγια των Ευαγγελιστών, που δεν αναφέρονται στη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά στην ανώνυμη αμαρτωλή γυναίκα, τη μοιχαλίδα, που ο Χριστός έσωσε από βέβαιο λιθοβολισμό του έξαλλου πλήθους των Φαρισαίων για το ηθικό της παράπτωμα, με εκείνα τα λόγια Του: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν». Και όταν αργότερα ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου του λεπρού, η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα αισθάνεται την ανάγκη να πάει να εκφράσει την ευγνωμοσύνη και αφοσίωσή της στον Σωτήρα Χριστό. Αγοράζει αρώματα, ντύνεται ταπεινά και σεμνά και ταπεινωμένη και συντετριμμένη, με δάκρυα στα μάτια, έρχεται και πλένει τα πόδια του Ιησού και τα σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της. Τα δάκρυά της εκείνα ήταν δάκρυα ελέους και συντριβής και κλαίει με πάθος να την ευσπλαχνιστή ο Θεός της αγάπης και της συγχώρεσης.

Αρχικά οι μυθιστοριογράφοι θεωρούσαν ότι η Κασσιανή περιέγραφε τον εαυτό της κάτι όμως που δεν ισχύει.

 

 

Το τροπάριο της Κασσιανής
Το τροπάριο της Κασσιανής που ψάλλεται τη Μεγάλη Τρίτη είναι το εξής:
Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
τήν σήν αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
οδυρομένη, μύρα σοι, πρό τού ενταφιασμού κομίζει.

και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
Οίμοι! λέγουσα, ότι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη

ζοφώδης τε καί ασέληνος έρως τής αμαρτίας.

και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δέξαι μου τάς πηγάς τών δακρύων,
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων τής θαλάσσης τό ύδωρ
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.

κάμφθητί μοι πρός τούς στεναγμούς τής καρδίας,
Λύγισε στ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
ο κλίνας τούς ουρανούς τή αφάτω σου κενώσει.

εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Καταφιλήσω τούς αχράντους σου πόδας,
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
αποσμήξω τούτους δέ πάλιν τοίς τής κεφαλής μου βοστρύχοις
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·

ών εν τώ παραδείσω Εύα τό δειλινόν,
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
κρότον τοίς ωσίν ηχηθείσα, τώ φόβω εκρύβη.

τ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.

Αμαρτιών μου τά πλήθη καί κριμάτων σου αβύσσους

Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
τίς εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;

ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μή με τήν σήν δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων τό έλεος.

Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ αμέτρητο έλεος

———————————————————————
Κτά Μίκη Θεοδωράκη

https://www.youtube.com/watch?v=0DhjGcakJlE

 

 

=====================================

«Το ιδιόμελο τροπάριο της μοναχής Κασσιανής»

από: diastixo.gr, 09 Απριλίου 2014

ΤΟ ΙΔΙΟΜΕΛΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗ

Σε μετάφραση: Ελένη Χωρεάνθη

“Κύριε, η γυναίκα

που σε πολλές αμαρτίες είχε περιπέσει,

όταν τη θεότητά σου ένιωσε,

μύρα πολύτιμα αγοράζοντας

και γοερά θρηνώντας

σου τα προσφέρει πριν από τον ενταφιασμό σου.

Αλίμονό μου, λέγοντας,

για μένα είναι νύχτα,

οίστρος ακολασίας κατασκότεινος

κι ασέληνος της αμαρτίας ο έρωτας.

Δέξου τις πηγές των δακρύων μου,

εσύ που μεταβάλλεις

το νερό της θαλάσσης σε νέφη.

Λύγισε κι άκου τους

στεναγμούς της καρδιάς μου,

εσύ που έστρεψες τους ουρανούς προς τη γη

με το να ξοδευτείς για το καλό του κόσμου.

Θα τα καταφιλήσω

τα άχραντά σου τα πόδια

και πάλι θα σου τα σκουπίσω

με τα σγουρά μου τα μαλλιά

(τα πόδια αυτά που,

όταν η Εύα το δειλινό στον παράδεισο

τον ήχο τους άκουσε,

από το φόβο της κρύφτηκε).

Τα πλήθη των αμαρτιών

και των κριμάτων μου τις αβύσσους

ποιος θα εξιχνιάσει,

της ψυχής μου Σωτήρα;

Μην παραβλέψεις κι εμένα τη δούλη σου,

εσύ, που το έλεός σου είναι αμέτρητο.”

 

 

 


Σχολιάστε