"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Πρωτοχρονιές (1950-1958) στις Παιδοπόλεις

 

 

 

 

Πρωτοχρονιές (1950-1958) στις Παιδοπόλεις

[“Καλή Παναγιά” (Βέροια), “Άγ. Δημήτριος” (Θεσσαλονίκη, Ωραιόκαστρο)]

ΜΕΓΑΛΟΙ, κάθε που φτάνουν χρονιάρες μέρες, οδηγούμαστε αυθόρμητα στα παιδικά μας χρόνια. Αυτό συμβαίνει δεκάνδες χρόνια τώρα και σε όλους. Δεν ξέρω τί ωθεί το νου, ώστε να καταφεύγει στα περασμένα. Πιθανόν η αιώνια τάση φυγής από το σήμερα, αφού ανέκαθεν η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή από το όνειρο. Ίσως πάλι, επειδή το μωρό, ο Ιησούς, που γεννιέται, αιώνες τώρα την ίδια πάντα μέρα, ενσαρκώνει την αθωότητα της παιδικής ηλικίας στην οποία επανερχόμαστε. Μπορεί να μας επηρεάζει και η φρούδα πεποίθηση της ειρωνικής ρήσης του Ουμπέρτο Έκο που, αναφερόμενος στον μεταπολεμικό πάμφτωχο αλλά “ηρωικό” κόσμο-τον κόσμο μας- με την ακαταπάπαυστη νοσταλγία, λέει, «τι ωραία που ήταν τότε, που όλα ήταν χειρότερα»!

Δεν ξέρουμε αν όλα ήταν χειρότερα στη δική μας παιδική ηλικία ή αν είναι τώρα.

Πιστεύουμε πως κάθε εποχή κουβαλάει τα καλύτερα και τα χειρότερα μέσα της, ενώ μεγάλοι πια θυμόμαστε μόνο τα καλύτερα!

 


ΚΙ ΑΥΤΕΣ τις μέρες, λοιπόν, ο νους «αλητεύει» σε λημέρια παιδικά. Ταξιδεύει στις υπώρειες του Βερμίου, στην παιδόπολη «Καλή Παναγιά» στην οποία μένουν για πάντα οι καλύτερες παιδικές αναμνήσεις μας (1950-1954): τέσσερα χρόνια, όσες και οι 4 τελευταίες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου που έπρεπε να τελειώσουμε. Η τοποθεσία “Καλή Παναγιά” (με την ιστορική Μονή Δοβρά και τον Τάσο Καρατάσο) υπήρξε περισσότερο μια μακροχρόνια “κατασκήνωση” και λιγότερο “Παιδόπολη-φυλακή” με την έννοια που αρέσει να δίνουν στον όρο “παιδόπολη” κάποιοι ανιστόρητοι αριστεροί γραφιάδες. Με τα δυο συγκροτήματα ομάδων (άνω και κάτω), με το τεράστιο γήπεδο και το σχολείο στο τέρμα του, με τις νεαρές ομαδάρχισσες, την “αρχηγό” (κα Άννα), την υπαρχηγό (κα Σοφία), το δευτερεύον προσωπικό, το αναρρωτήριο με τις νοσοκόμες, την ιματιοθήκη, το διοικητήριο (γραφείο αρχηγού), τους κοιτώνες των δασκάλων (Χρυσούλα, Σπύρο, Σοφία κ.ά), τον ξενώνα για τις Κυρίες των Τιμών κ.λπ.), τι άλλο να επιθυμήσουμε για να έχουμε ένα γήινο παράδεισο; Ποιος ξανάζησε τέτοια απλωσιά φύσης και πνεύματος, σφυρηλάτησης φιλίας και αλληλεγγύης; Ποιος απόλαυσε τη φύση για 4 χρόνια σε όλες τις εκφάνσεις της,  με εκείνες τις σταθερές στη διαδοχή τους εποχές και τις διακυμάνσεις των παιδικών μας συναισθημάτων;

—————-

… Οι περισσότερες εθνικές ή θρησκευτικές γιορτές γινόντουσαν στο σχολείο (φωτό, 1) που βρισκόταν στο τέρμα του μεγάλου γηπέδου (ή στη λέσχη στο πάνω συγκρότημα), όπου τα πρώτα χρόνια κάναμε την έπαρση και την υποστολή της σημαίας. Αργότερα έπαρση και υποστολή γίνονταν στο μεγάλο γήπεδο (φωτό, 2) στο οποίο παίζαμε μπάλα, τσιλίκ-τσομάκ, μπάσκετ, τσιλίκι, “κατρακύλα”, γκαζιές, “φτούκα” (κρυφτό) κ.ά.

Το καθένα από τα δυο συγκροτήματα είχε δική του λέσχη με μεγάλη βιβλιοθή και καπλαντισμένα βιβλία από εμάς. Το κάθε βιβλίο είχε μια ετικέτα τετρδίου, με τον τίτλο και το όνομα του συγγραφέα! Η λέσχη ήταν ταυτόχρονα και αναγνωστήριο. Το πάνω συγκρότημα είχε τέσσερις ομάδες, σε αντίθεση με το κάτω -το δικό μας- που είχε πέντε. Η ομάδα μας ήταν η μεγαλύτερη και ονομαζόταν «Μακεδονία». Όλες είχαν ελληνικά τοπωνύμια: Γράμμος, Βίτσι, Νάουσα, Έδεσσα κ.ά, ώστε η ιστορία να είναι συνεχώς παρούσα στη ζωή μας.

Όταν σίμωναν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά, με τις ομαδάρχισσες και τα άλλα παιδιά της ομάδας μας -μικρά, 9 ή 10 ετών- στολίζαμε στο τέλος του διαδρόμου του θαλάμου μας το μικρό δέντρο. Συνήθως ήταν κάποιο κλαδί πεύκου και σπάνια έλατου. Με βαμβάκι φτιάχναμε το χιόνι, με ζελατινόκολες τυλίγαμε φρούτα, καρύδια ή ξηρούς καρπούς. Τα κρεμούσαμε στα κλαδιά, βάζαμε χάρτινα αστεράκια που τα καλύπταμε με χρυσόκολα. Το πιο μεγάλο αστέρι το τοποθετούσαμε στην κορυφή του δέντρου. Κάτω βάζαμε πάνινους αηβασίληδες ή αγγελάκια και ψευτοδωράκια.

 


Στη μεγάλη Πρωτοχρονιάτικη γιορτή στο σχολείο, είχαμε θεατρικές παραστάσεις του νέου και του παλιού χρόνου, διανθισμένες από ποιήματα και πολλά τραγούδια. Όταν σήμαινε 12 η ώρα μεσάνυχτα, τραγουδούσαμε:

«Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά,

και του χωρισμού ο πόνος, ας κοιμάται στην καρδιά…».

Ενώ περιμέναμε να… διώξουμε και επίσημα τον παλιό χρόνο:

«Γέρε χρόνε, φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά,

ήρθε νέος με τα δώρα, με τραγούδια, με χαρά,

- Καλή χρονιά, χρόνια πολλά…»

Το τραγούδι που μας άρεσε, για το σκερτσόζικο μοτίβο του, ήταν του Στέλιου Σπεράντσα:

«Στη γωνιά μας κόκκινο, τ’ αναμμένο τζάκι,

τούφες χιόνι πέφτουνε, στο παραθυράκι…»

Μας άρεσε γιατί τις περισσότερες φορές αυτό συνέβαινε και στην πραγματικότητα: να πέφτει πυκνό πανέμορφο χιόνι έξω δίνοντας στη γιορτή ένα φυσικό φόντο σπάνιο στην κατοπινή μας ζωή… Με τον καινούργιο χρόνο, μάς μοίραζαν τα δώρα και ένα κομμάτι βασιλόπιτας… Ευχόμασταν σε όλο το προσωπικό «Καλή Χρονιά», λέγαμε καληνύχτα και πηγαίναμε για ύπνο, ονειρευόμενοι να είναι η επόμενη χρονιά καλύτερη και το παιχνίδι περισσότερο, κάτι που δεν χορταίναμε ποτέ…

Αν η παιδική ηλικία είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό στη μετέπειτα ζωή μας ή είναι μια “άλλη χώρα” άβατη στους αμύητους…, τότε οι θρησκευτικές και εθνικές γιορτές που γιορτάζαμε στις παιδοπόλεις της Βασιλικής Πρόνοιας, με το δικό μας ανυπέρβλητο τρόπο,  καθώς και μερικές άλλες εκδηλώσεις παραμένουν ιερό απόσταγμα εκείνων των χρόνων…

 


Θυμάμαι, και θα το θυμούνται οι συμπαιδοπολίτες μου- ο Κρίτωνας (Αμερική), ο Παντελής (Αθήνα), ο Θωμάς (Αυστραλία), ο Στέφανος (Καναδάς), ο Μιχάλης κι ο Σάββας (Γερμανία) αλλά και οι πολλοί άλλοι σε όλα τα σημεία της Ελλάδας (ο Λέων, ο Γιάννης, ο Παναγιώτης, ο Χρυσόστομος στη Θεσσαλονίκη), πως, στην Παιδόπολη «Άγιος Δημήτριος» ( Θεσσαλονίκη, αργότερα Ωραιόκαστρο) τα Χριστούγεννα πάντα ήταν τσουχτερά με τα κρύσταλλα του μακεδονίτικου -του παγερού Βαρδάρη- χιονιού να κρέμονται στα περβάζια των μεγάλων παραθύρων των δυο τεράστιων θαλάμων, σαν σπαθιά. Ή, στις πετρόκτιστες ομάδες μας στο Ωραιόκαστρο-λίγο έξω από την πόλη, να σχηματίζουν ένα παραμυθένιο κινηματογραφικό σκηνικό. Ποιος ξεχνάει τις γλίστρες στο τσιμεντένιο κατηφορικό δρόμο στο Ωραιόκαστρο; Ποιος λησμονεί τα χουχουλιάσματα των χεριών μας στο μικρό “παράδεισο” με το παγκάκι και τις ψάθες γύρω γύρω (Θεσσαλονίκη), δίπλα στον ιστό της σημαίας, αλλά και τις τούμπες κατεβαίνοντας τις σκάλες από τις ομάδες του μεγάλου παραλληλόγραμμου κτηρίου, δίπλα στο παλιό βυζαντινό κάστρο;

Περιμέναμε πως και πως τις χριστουγεννιάτικες διακοπές για να ξεκουραστούμε ή να κάνουμε τις εργασίες που μας έβαζε (εθελοντικά πάντα, αλλά εμείς το θεωρούσαμε “ηθική υποχρέωση” να τις κάνουμε) ο αγαπημένος μας φιλόλογος των μεσαίων γυμνασιακών τάξεων, ο κ. Στρατής Βούλγαρης: άλλοι να γράψουν ποιήματα, άλλοι διηγήματα, άλλοι εργασίες με θέμα τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά ή τα Φώτα. Εργασίες που τις γράφαμε με πολύ αγάπη και… σινική μελάνη! Τις καλλιγραφούσαμε και τις ζωγραφίζαμε με ιδιαίτερη επιμέλεια και είχαμε την απέραντη ικανοποίηση, όταν μας έλεγε έπειτα ο καθηγητής να τις διαβάσουμε μέσα στην τάξη. Πόσο καμαρώναμε για το κατόρθωμά μας!

Α, η γνώση τότε είχε άλλες μυστικές πηγές: την αναζήτηση, την έρευνα, τη δημιουργία, το κτίσιμο ενός μύθου με λέξεις… Ακόμη θυμάμαι την περισπούδαστη-που ζήλευα- εργασία του Πρόδρομου (Μάκη) που ήταν… ερωτευμένος με τον Παπαδιαμάντη: μια ιδιόχειρη καλλιγραφημένη και δεμένη σε ένα και μόνο αντίτυπο! Την εργασία του θα την ζήλευε κάθε τελειόφοιτος φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής! Τόσο καλογραμμένη ήταν. Θυμάμαι και τον Χρήστο Βενέτη, όπως και τους Παπαδόπουλο Γιώργο και Αντ. Γούλα, αλλά και τον Κρίτωνα και τον Ζαρογιάννη, τους καλλιτέχνες του περιοδικού-τοίχου που βγάζαμε στις διακοπές, αφού τότε είχαμε χρόνο να κάνουμε το κέφι μας. Τί Κινέζοι και άλλοι αντικαθεστωτικοί διαμαρτυρόμενοι; Εμείς πρωτοπορούσαμε και εκεί: το ανατρεπτικό χιούμορ για τα στελέχη της Παιδόπολης εμφανιζόταν ελεύθερα στη μονοσέλιδη χειρόγραφη εφημερίδα μας, χωρίς καμια λογοκρισία!

Ήταν περιζήτητη η εφημερίδα μας (“Νεανικόι Αντίλαλοι”). Πρώτος καλλιτέχνης -και όχι μόνο- ο Γ. Παπαδόπουλος. Αλλά αυτοί που ήταν αξιοι συνεχιστές, επιδέξιοι και ικανοί στις γραμμές και τα χρώματα ( Βενέτης -σπουδαίος καρδιολόγος στην Αθήνα σήμερα-,  Γούλας, Κρίτων και Ζαρογιάννης με την εκλεπτυσμένη του γραμμή στη σινική μελάνη…) Εκείνα τα χρώματα με τις ξυλομπογιές/νερομπογιές πάνω στο χαρτόνι μπρίστολ, ή τα γραφόμενα με τη μελάνη κείμενα και ποιήματα, προσέδιδαν ιδιαίτερη λάμψη στη μίζερη εποχή των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του 1950, αφού ό,τι κάναμε ήταν «ιστορικής» σημασίας… Όσο για το περιεχόμενό της, έ, αυτό το αναλάμβαναν οι “μεγάλοι” που ετοίμαζαν την ύλη.

 

(Κάνοντας κλικ στις δυο παραπάνω εικόνες, βλέπετε τον συγγραφέα-αδελφικό και αιώνιο φίλο Θωμά Ηλιόπουλο,  αρχείο Λ.Γ.)

—————————————————————

Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, όντας πια “μεγάλοι”, στολίζαμε με τις ομαδάρχισσές μας, στην πολύ μεγάλη τραπεζαρία της παιδόπολης “Άγιος Δημήτριος” το μεγάλο δέντρο που έτσι φάνταζε στα μάτια μας μεγαλύτερο. Και τη μεγάλη βραδιά της Πρωτοχρονιάς, αφού κάναμε τη μεγάλη γιορτή μας (θέατρο, ποιήματα, τραγούδια), παίρναμε τα δώρα που ήταν κάτω από το δέντρο παρουσία και του προέδρου της παιδόπολης του κ. Πανόπουλου, διευθυντή της ΤτΕ. Θεσσαλονίκης. Φωνάζανε ένα-ένα όνομα κατά τάξη και ηλικια κι ό,τι του τύχαινε του καθενός! Ή, άλλες φορές, τα ονόματα ήταν γραμμένα πάνω στο δώρο, όταν ήταν κάτι που το επιθυμούσαμε και δηλώναμε εκ των προτέρων πως αυτό θέλαμε. Όπως, ας πούμε, βιβλία… Για τα δώρα φρόντιζαν κι εδώ οι κυρίες των Τιμών ή εμείς οι μεγάλοι πια, λέγοντας τα κάλαντα. Να μη λείψουν από κανένα. Με κρυφή λαχτάρα και προσμονή τα ανοίγαμε με την παρέα σε κάποια γωνιά, λέγοντας ο ένας στον άλλο, «εσένα τι σου έτυχε;», και χαμογελούσαμε γιατί κανένας δεν έμενε παραπονούμενος…

Άλλα χρόνια, άλλοι καιροί, άλλες συγκινήσεις. Ίσως πολύ πιο φτωχικές, όμως πιο ανθρώπινες…

Έξω βέβαια το κρύο κι ο Βαρδάρης έτσουζαν, περόνιαζε το κόκκαλο η υγρασία. Όμως, μας θέρμαινε η απίθανη ομορφιά που βρίσκαμε στη συντροφικότητα της πρωτοχρονιάτικης νύχτας, στην αλληλεγγύη και τη φιλία.

Η συλλογική μας “ιστορία παθών” εύρισκε, έστω και παροδικά, τη γαλήνη-την καταλλαγή της, στην κοινή προσπάθεια για αλλαγή της μοίρας μας μέσα από το όνειρο (Στ.Γ.Κ., 2021).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Σχολιάστε