"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Γιορτάζουν και οι μεγαλοπατέρες; (Χ.ν., 22-6-21)

 

 

 

 

ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΠΑΤΕΡΑΔΕΣ…; *

  • Αν οι άνθρωποι αρχίσουν να σου λένε πόσο νέος φαίνεσαι, σημαίνει ότι έχεις αρχίσει να γερνάς”! (Ανώνυμος)

ΟΙ ΠΙΟ κλασικές φιλοφρονήσεις ανάμεσα σε “σόκαιρους” ηλικιωμένους, όταν συναντιούνται μετά από χρόνια συνήθως είναι: “-Ρε σύ, δεν άλλαξες καθόλου! Είσαι όπως σε θυμάμαι στα φοιτητικά μας χρόνια!” Ή, όταν κοιτάζουν παλιές φωτογραφίες: “-Εσύ δείχνεις πιο μικρός από όλους μας!” Αν, μάλιστα, υπάρχει και αυθορμητισμός, μπορεί να ακούσεις: “-Μωρέ, καλά “μας” βλέπω! Μάλλον, καλοπεράσαμε στη ζωή μας, έ…;

 


 

ΠΙΟ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΣ απέναντι στους ηλικιωμένους εκπαιδευτικούς είναι οι παλιοί μαθητές τους: επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους σε ό,τι έμεινε από τη “συνάντηση/πέρασμά” τους από τα σχολεία. Δεν ενδιαφέρονται για ηλικίες αλλά γι’ αυτό που μετά από τόσα χρόνια θυμούνται έντονα απ’ “το Δάσκαλο”-πνευματικό τους “πατέρα”.

ΠΟΛΛΑ μπορεί να αγοράσει ο άνθρωπος, αλλά όχι και χρόνο. Πολλά μπορούμε να αντιστρέψουμε, όχι όμως το χρόνο που κυλάει σαν ποτάμι ανεπίστροφο. Έτσι, κανένα νόημα δεν έχει κάθε “τεχνητή” προσπάθεια αντιστροφής του χρόνου (ψευδομακιγιάζ, ψιμυθιάσματα, αρώματα, ενδυμασία)! Ο χρόνος κάποια στιγμή θα μας εκδικηθεί, μάλιστα γελοιοποιώντας μας: αργά ή γρήγορα αποκαλύπτει την πραγματική ηλικία μας! Μόνη μας παρηγοριά, τα λόγια των κάπως μεγαλύτερών μας που όταν τους πεις το πόσο είσαι, σου απαντούν αφοπλιστικά: “-Έ, εσύ, είσαι μικρός ακόμη!”

… ΜΕΤΑ από μια δεκαετή οικονομική κρίση και βιώνοντας τη θανατηφόρα πανδημία που έπληξε ειδικά τους ηλικιωμένους με “υποκείμενα νοσήματα”, αυτό που αναδείχθηκε έμμεσα είναι ότι, αν οικοινωνίες μας επιβιώνουν ακόμη, κατά ένα μεγάλο ποσοστό οφείλεται στους γέροντες συνταξιούχους γονείς. Οι οποίοι σε καιρούς αλλεπάλληλων “εγκλωβισμών” (lockdown) και υψηλής ανεργίας, τηλεργασίας, τηλεκπαίδευσης κ.λπ., με την έστω πενιχρή τους σύνταξη, συμπαραστάθηκαν αγόγγιστα σε παιδιά και εγγόνια. Βοήθησαν ουσιαστικά άλλες δυο γενιές!

ΓΕΡΑ ΣΚΑΡΙΑ οι περισσότεροι εργάζονται σαν “έφηβοι”. Δικαιολογημένα λένε πως οι σημερινοί 80ρηδες είναι οι παλιοί 60ρηδες! “Σκληρά καρύδια”, δεν το βάζουν κάτω. Προσωπικά θαυμάζω τους ακούραστους, άοκνους, ανήσυχους, πνευματώδεις ηλικωμένους Χανιώτες που, μολονότι διανύουν την ένατη δεκαετία της ζωής (Σταμάτης Απ., Αντώνης Πλ., Κανάκης Ιερ., Δημήτρης Κ., μαζί με πολλούς πολλούς άλλους) δεν παύουν να είναι παρόντες στο πνευματικό γίγνεσθαι της πόλης και του νησιού.

ΒΕΒΑΙΑ, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Αυτή των θλιβερών, πολλές θανατηφόρων περιστατικών με θύματα υπερήλικα κι ανυπεράσπιστα άτομα. Αλλά και η παράλλη της “γενιάς” των γερόντων πολιτικών οι οποίοι κυρίως μεταπολιτευτικά ταλαιπώρησαν τη χώρα. Αυτούς ο Νίκος Γκάτσος (1) ειρωνεύεται καυστικά (τότε δεν υπήρχε ο Μπάιντεν!):

«Μ΄ένα μάτι, μ΄ένα δόντι/ με βαμμένα τα μαλλιά

σκαρφαλώσαν οι γερόντοι/ στης πατρίδας τα σκαλιά

Καθώς παν για τα ογδόντα/ ίδιοι και παράλληλοι

το πολύ για καμιά τσόντα/ είναι πια κατάλληλοι…”

ΣΟΒΑΡΟΛΟΓΩΝΤΑΣ διαπιστώνουμε πως η εν γένει περιθωριοποίηση των μεγαλοπατέρων γερόντων γονιών, τους οδηγεί σε έντονη αδυναμία και μελαγχολία. Αισθάνονται ακόμη πιο αποξενωμένοι, ιδιαίτερα με την επιτάχυνση της τεχνολογίας και με τα παιδιά μακριά τους: η κοινωνία τούς “πετά έξω” (δείτε τί γίνεται με τις τράπεζες, τα e-banking και τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας!) Επιπλέον, καμιά κυβέρνηση δεν λαμβάνει κανένα ευεργετικό μέτρο για τους γέροντες “στυλοβάτες” της κοινωνίας. Τουλάχιστον για όσους μένουν μόνοι.

ΕΤΣΙ, επίκαιρος και διαχρονικός ο λόγος των Αρχαίων. Να, τι μας λέει ο Σοφοκλής (1) σε ενα χορικό του από τον “Οιδίποδα στον Κολωνό”:

Όποιος ορέγεται να ζήσει/ κι άλλο, κι άλλο, και δεν του φτάνει/ η μετρημένη του ζωή,

αυτόν εγώ, μα την αλήθεια,/ τον έχω για πολύ μωρό.

Γιατί οι πολλές ημέρες που μακραίνουν/ φέρνουν τις λύπες πιο κοντά·

χαρές δεν πρόκειται να δεις/ όπου η ζωή τραβάει σε μάκρος,

πέρα από το θεμιτό της μέτρο.

Λυτρωτικός, μ᾽ όλους ισότιμος,/ όταν σημάνει η ώρα του Άδη,

προβάλλει ο θάνατος,/ και γράφει τέλος σε γάμους,

μουσικές, χορούς.

Το να μην έχεις γεννηθεί,/ αυτό είναι το καλύτερο·

το δεύτερο καλό, αν έχεις/ γεννηθεί, να πας το γρηγορότερο

εκεί απ᾽ όπου βγήκες.

Γιατί, μόλις περάσει η πρώτη νιότη,/ με την ανέμελή της αφροσύνη,

ποιος, πες μου, ποιος μόχθος απέξω μένει;/ ποιος κάματος δεν μπαίνει στη ζωή μας;

Φθόνος και στάσεις, μαλώματα και μάχες,/ φόνοι, και τελευταίο εκείνο το επονείδιστο,

τα γηρατειά· άνευρα, άφιλα, ασυντρόφευτα,/ όπου του κόσμου τα χειρότερα/ κακά συγκατοικούν.

Μοίρα κι αυτού του δύστυχου/ τα γηρατειά, όχι δική μου μόνο!

Πώς βορινό ακρωτήρι, ανεμικές/ και κύματα από παντού το δέρνουν,/ έτσι κι αυτόν, αδιάκοπες/ οι φοβερές του συμφορές,

τον συγκλονίζουν κυματόπληκτες/ και κατακόρυφες.

Άλλες από τη δύση, άλλες/ απ᾽ την ανατολή, άλλες από τον νότο,

κι άλλες απ᾽ τα Ριπαία όρη κατεβαίνουν/ του βορρά”. (2)

 


 

ΣΤΟΥΣ παραπάνω στίχους βρίσκεται η τραγική ουσία της ύπαρξής μας: το εφήμερο της ζωής, η δραματικότητα των γηρατειών. Εξάλλου, τα γεράματα αποτελούν ολόκληρη υπαρξιακή φιλοσοφία, εκφρασμένη τόσο με ποίηση (Μπόρχες, Καβάφης, Σεφέρης, Γέητς, Δημουλά κ.ά.) όσο και με πεζό λόγο (Σοφοκλης, Ευριπίδης, Αισχύλος, Νορμπέρτο Μόμπιο κ.ά.). Όμως τα ίδια λόγια του Σοφοκλή αποτελούν και την παραμυθία μας, αφού γηρατειά και θάνατος είναι η “στενή πύλη” από την οποία περνούν όλοι: φτωχοί και πλούσιοι, βασιλιάδες και ταπεινοί, καταφρονεμένοι και υπερόπτες, ελεύθεροι ή σκλάβοι…

… ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ, άραγε οι γέροντες πατέρες; Υποθέτουμε πως σιωπηρά ναι! Όμως, χωρίς αίνους, διθυράμβους, ύμνους και τραγούδια της χαράς. Ελεγείες μάλλον τους ταιριάζουν, για τις τόσες θυσίες στους “Μεγάλους Βωμούς” των καιρών μας! Ωδές, λοιπόν, για όσους “έφυγαν” και χαμηλόφωνο ύφος για όσους έμειναν, για όσους έχουν ακόμη τη δύναμη να χαρίζουν παρηγοριά και “ευτυχία” σε όλους (3). (Στ.Γ.Κ., 18-6-21)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) «Τα Γερόντια», ποίημα του Ν. Γκάτσου, σε μουσική Στ. Ξαρχάκου (στο “Κατά Μάρκον”) με το Γ. Νταλάρα (1991)

-(2) «Οιδίπους Επί Κολωνώ» (Τρίτο Στάσιμο, στίχοι 1211-1248): ο χορός θρηνεί τα γεράματα. (Η απόδοση στα νεοελληνικά είναι από τον Δ.Ν.Μαρωνίτη).

-(3) Τα γηρατειά, όπως τ’ αποκαλούν οι άλλοι/ Μπορεί και νά’ ναι ο καιρός της ευτυχίας μας…” (Μπόρχες, στο “Εγκώμιο της σκιάς”, μτφρ. Δ. Καλοκύρης, εκδ. Ύψιλον)

——-

* Το κείμενο, με αφορμή τη “Διεθνή Ημέρα του-κάθε- Πατέρα” που γιορτάζεται την τρίτη Κυριακή του Ιούνη, ως αντίβαρο στη γιορτή της Μητέρας.

 


Σχολιάστε