"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Πρωτομαγιάτικες εικόνες

 

 

 

 

Πωτομαγιάτικες εικόνες:

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ πρωτομαγιάτικες εικόνες που έχω στο μυαλό είναι οι μετεμφυλιακές, εκεί στις υπώρειες του Βερμίου, όπου η μακεδονική φύση οργίαζε για τα καλά, το μήνα Μάη.

Οι κερασιές είχαν ανθίσει, οι πλαγιές της Παιδόπολης «Καλή Παναγιά» που μας “φιλοξενούσε” μετά τον μαύρο εμφύλιο, με τα δυο αλώνια-του πάνω συγκροτήματος- καταπρασίνιζαν χρωματίζοντας και την ψυχή μας.

Συνήθως ήταν μέρες Λαμπρής ή μεταπασχαλινή περίοδος και η φύση “γιόρταζε” με όλη την πλάση την Ανάσταση του Κυρίου.

Μα, πιο πολύ από όλα τα πλάσματα ήταν εκείνες οι κατακόκκινες βεροιώτικες παπαρούνες που αποτελούσαν μια αντίθεση στο πράσινο της πλαγιάς-το χρώμα της αισιοδοξίας.

Κι εμείς πρωτομαγιάτικά “κουβαλούσαμε” συνειρμικά πίσω μας πολύ αίμα-αίμα του εμφυλίου σπαραγμού από τα σπίτια μας.

“Μέρα Μαγιού” μου μίσεψαν και μένα, και μέρες μαγιάτικες ο πόνος ανακατωμένος με ευφρόσυνα αισθήματα, αισθήματα καταλλαγής από τη φύση-τη μόνη λυτρωτή κάθε πόνου.

Σχίνα και βάτα έπαιζαν με τα χρώματα της φύσης και το πλατάνι στο εικονοστάσι της “Ζωοδόχου Πηγής” ήδη είχε σχηματίσει το πυκνό πλατύφυλλο  φύλλωμά του.

… Συνήθως ξυπνούσαμε πρωί, και με το τραγουδάκι,

«Ο  Μάης μας επρόβαλε,/εμπρός βήμα ταχύ,

να τον προϋπαντήσουμε,/παιδιά στην εξοχή!»,

κάναμε τη βόλτα μας πάντα με συνοδεία κάποιας ομαδάρχισσας στο κατάμεστο βουνό από μαργαρίτες και παπαρούνες, μαζεύοντας αγριολούλουδα για το στεφάνι της ομάδας.

Κρεμούσαμε το στεφάνι “μας” στην πόρτα κάθε θαλάμου/ομάδας και αισθανόμασταν χαρά γιατί νιώθαμε πως είχαμε ρουφήξει μέσα μας όλη τη φύση… Καμαρώναμε το στεφάνι και το θεωρούσαμε το ωραιότερο από όλα τα άλλα!

Τότε, παιδιά  οκτώ-δέκα χρονών πού να σκεφτόμασταν απεργίες, κόμματα/αίματα, διπλές ή τριπλές συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις και συγκρούσεις… Μικρή ανάμνηση ερχόταν ο πόνος από τις τρομακτικές απώλειες των γονιών μας κι αυτό μας αρκούσε.

Αυτά-τα πολιτικά, τα σχετικά με το “καπέλωμα” της Πρωτομαγιάς- ήλθαν αργότερα, όταν καταλάβαμε ότι το ψωμί δεν είναι δεδομένο κι ότι για να το κερδίσει κανείς, καμιά φορά χρειάζεται και αίμα.

Γι αυτό και η λέξη «Κόκκινη Πρωτομαγιά» μας παρέπεμπε-όταν πια αρχίσαμε να εργαζόμαστε κανονικά- σε αιματοχυσίες που η ιστορία της εργατικής τάξης είχε να λέει… Αλλά εργατική τάξη δεν “η τάξη” που θέλει το ΚΚΕ. Είναι όλοι οι εργαζόμενοι.

 

 

ΣΗΜΕΡΑ, πάλι βρισκόμαστε στο μεταίχμιο να χρειαστούν σκληροί αγώνες, όχι πια για τα κεκτημένα, αλλά γι αυτά που ολοένα χάνουμε, είτε από οικονομικές κρίσεις είτε από άλλες αιφνίδιες αιτίες.

Είτε εργαζόμενοι, είτε συνταξιούχοι είμαστε. Πιο πολύ στοιχίζει στους συνταξιούχους διότι αυτοί δούλεψαν σκληρά για πάνω από 35 χρόνια, πλήρωσαν κανονικά τις εισφορές τους- και νόμιμα τους έγιναν οι κρατήσεις για την ασφάλισή τους. Όμως οι περικοπές αρχίζουν πρώτα από αυτούς γιατί είναι η “μισητή τάξη που απολαμβάνει” χωρίς να προσφέρει!  Έτσι λένε…

Τώρα βλέπουν να κάνουν φτερά οι συντάξεις τους, από τα λαμόγια των διεφθαρμένων πολιτικών οι οποίοι μας περιγελούν κιόλας με τις λέξεις που χρησιμοποιούν (θυμηθείτε το αμίμητο του Ανδρέα”, περήφανα και τιμημένα γηρατειά”), ενώ και κανείς τους ακόμη δεν μπήκε φυλακή.

(Στ.Γ. Καλαϊτζόγλου)…

 

 

ΑΛΛΑ η ποίηση, είναι η καλύτερη ζωγραφική για την πρωτομαγιά-και σήμερα προσφέρουμε ένα πίνακα του Σπύρου Βασιλείου (πάνω αριστερά στη σελίδα), που μας θυμίζει εκείνη την παλιά ωραία εποχή της Πρωτομαγιάς των ανθέων και της φύσης.

Να είστε όλοι καλά (Στ.Γ.Κ.)

————————————-

 

ΠΟΙΗΣΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ:

1.-ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ (Διονύσιος Σολωμός):

«Του Μαγιού ροδοφαίνεται η μέρα ,

που ωραιότερη φύση ξυπνάει

και την κάνουν λαμπρά και γελάει

πρασινάδες , αχτίνες , νερά.

Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι ,

παιδιά κι άντρες , γυναίκες και γέροι.

Ασπροντύματα , γέλια , και κρότοι ,

όλοι δρόμοι γιομάτοι χαρά.

Ναι χαρείτε του χρόνου την νιότη ,

άντρες , γέροι , γυναίκες παιδιά.»

 

 

2.-”Le premier Mai c’est pas gai» (Ζορζ Μπρασένς)

«Je trime a dit le muguet,

Dix fois plus que d’habitude,

Regrettable servitude.

Muguet, sois pas chicaneur,

Car tu donnes du bonheur,

Pas cher à tout un chacun.

Brin d’ muguet, tu es quelqu’un.”

Discours des fleurs» (Paroles: Georges Brassens.)

 

 

3. Premier mai (Βικτόρ Ουγκό))

«Tout conjugue le verbe aimer. Voici les roses.

Je ne suis pas en train de parler d’autres choses.

Premier mai ! l’amour gai, triste, brûlant, jaloux,

Fait soupirer les bois, les nids, les fleurs, les loups ;

L’arbre où j’ai, l’autre automne, écrit une devise,

La redit pour son compte et croit qu’il l’improvise ;

Les vieux antres pensifs, dont rit le geai moqueur,

Clignent leurs gros sourcils et font la bouche en coeur ;

L’atmosphère, embaumée et tendre, semble pleine

Des déclarations qu’au Printemps fait la plaine,

Et que l’herbe amoureuse adresse au ciel charmant.

A chaque pas du jour dans le bleu firmament,

La campagne éperdue, et toujours plus éprise,

Prodigue les senteurs, et dans la tiède brise

Envoie au renouveau ses baisers odorants ;

Tous ses bouquets, azurs, carmins, pourpres, safrans,

Dont l’haleine s’envole en murmurant : Je t’aime !

Sur le ravin, l’étang, le pré, le sillon même,

Font des taches partout de toutes les couleurs ;

Et, donnant les parfums, elle a gardé les fleurs ;

Comme si ses soupirs et ses tendres missives

Au mois de mai, qui rit dans les branches lascives,

Et tous les billets doux de son amour bavard,

Avaient laissé leur trace aux pages du buvard !

Les oiseaux dans les bois, molles voix étouffées,

Chantent des triolets et des rondeaux aux fées ;

Tout semble confier à l’ombre un doux secret ;

Tout aime, et tout l’avoue à voix basse ; on dirait

Qu’au nord, au sud brûlant, au couchant, à l’aurore,

La haie en fleur, le lierre et la source sonore,

Les monts, les champs, les lacs et les chênes mouvants,

Répètent un quatrain fait par les quatre vents.» (   Victor HUGO, 1802-1885)

—————————————————-

4.- «Πρωτομαγιά 1944» Ηλίας Σιμόπουλος.

“Διακόσια παλικάρια τραγουδήσαν σαν σήμερα τον ερχομό του Μάη.
Το τραγούδι τους πυρπόλησε τους ορίζοντες της Καισαριανής.
Τ’ ακούσαν οι γερόντισσες και στήσαν όλες το χορό
κι ανάστησαν το Ζάλογγο κι αγκάλιασαν τον κόσμον όλο.
Τ’ ακούσανε και οι δήμιοι και πισωπάτησαν
τρομαγμένοι με μια πελώρια σιωπή στο στόμα.
Διακόσια παλικάρια  τραγούδησαν σήμερα τον ερχομό του Μάη!
Σταθείτε ολόρθοι, σύντροφοι. Συντρόφισσες στο πόδι.
Στις πολιτείες, στα χωριά, στους κάμπους, στ’ ακροβούνια,
συντρόφοι και συντρόφισσες, σταθείτε ορθοί. Και στρέψετε
το βλέμμα σας προς την Καισαριανή ”
τη λεβεντιά για ν’ ανταμώσει.
Διακόσια παλικάρια τραγουδήσαν σήμερα….
Στο πλατύ μέτωπο και στα μαλλιά
και στα μεγάλα εκφραστικά τους μάτια
διαβάσαμε το μήνυμα: Η άνοιξη πως φτάνει!
Χαρά σε σας, τιμή στα παλικάρια μας, χαρά στον κόσμον όλο.
Δέστε σφιχτά- σφιχτά τα χέρια σας
και πλέχτε μιαν απέραντη αλυσίδα,
να πιάνει απ’ την Κρήτη, το Μωριά
κι από τη Ρούμελη κι από τη Θεσσαλία
ίσαμε κει ψηλά στην Ήπειρος, ίσαμε κει μακριά στη Θράκη
ν’ αρχίσουν τον Καλαματιανό και να χορέψουνε τον τσάμικο,
που να τραντάξει όλη η γη και να καεί το πελεκούδι.
Μα προσοχή συντρόφοι, ουτ’ ένα δάκρυ.
Όπως εκείνοι μας αποχαιρέτησαν περήφανοι
όμοια κι εμείς περήφανοι να τους ξεπροβοδίσουμε ταιριάζει.
Μα προσοχή, συντρόφοι, ουτ’ ένας στεναγμός,
να μη λερώσουμε τη μνήμη των ηρώων.
Όπως εκείνοι δε φοβήθηκαν το θάνατο,
πρέπει κι εμείς να μην τον φοβηθούμε.
Διακόσια παλικάρια τραγούδησαν σήμερα.
Διακόσια παλικάρια τραγουδήσαν, διακόσια παλικάρια…
5.-Νίκος    Γκάτσος
την ποιητική συλλογή του Ξένα (2001)

Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.
Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχέςΠαράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.

Πρωτομαγιά
με το σουγιά
χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά
σαν τα θεριά
σε πήραν απ’ το σπίτι.
Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια να περνά και το φονιά
γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω
μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.
Νυν και αεί
μες στη ζωή
σε είχα αραξοβόλι
μα μιαν αυγή
στη μαύρη γη
σε σώριασε το βόλι.
Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια το ληστή και το φονιά
του `χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά
και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.
—————————————

 

 

 


Σχολιάστε