"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Για τα “Κεραύνεια Όρη” του Χρ. Αθ. Βενέτη (από Αντώνη Β., και Αντιναύαρχο Κ. Γ. Καταγά ΠΝ εα) και τη Μουργκάνα του ανταρτοπολέμου

 

 

 

 

[Χαίρομαι ιδιαίτερα που το βιβλίο του αγαπητού ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΕΝΕΤΗ γίνεται αποδεκτό από περισσότερους. Αυτό σημαίνει πως ο στόχος του-η αποτύπωση μιας έντονα δραματικής περιόδου της νεότερης ιστορίας μας-εμπλουτίζεται από πρόσθετες μαρτυρίες . Στ.Γ.Κ.]

1.- Ιστορίες της Μουργκάνας…

Γράφει ο Αντώνης Βενέτης

“Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1948, οι αντάρτες του λεγόμενου Δ.Σ.Ε. που είχαν καταλάβει στρατιωτικά την περιοχή της Μουργκάνας στα τέλη Νοεμβρίου 1947, ηττήθηκαν από τον Εθνικό Στρατό, εγκατέλειψαν την περιοχή και μετέφεραν συλλήβδην και βιαίως, τους πληθυσμούς της Μουργκάνας, στην Αλβανία και μετά την πτώση του Γράμμου, τον Αύγουστο του 1949 και την λήξη της εμφύλιας διαμάχης, στη χώρα των Μαγυάρων.


Ένας από τους απαχθέντες υπήρξε κι ο υποσημειούμενος. Έτσι, τα χωριά της Μουργκάνας ερήμωσαν και οι συγγενείς των απαχθέντων, κυρίως άνδρες, που είχαν καταφύγει στους Φιλιάτες, έχασαν τις οικογένειές τους, γυναίκες και παιδιά, που βρέθηκαν από τα βουνά της Μουργκάνας στους κάμπους της Ουγγαρίας. Το τραγικό αυτό περιστατικό πέρασε μέσα στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου, σχεδόν απαρατήρητο.

Γι’ αυτό και ο Βαβουριώτης Δημ. Τσουγιόπουλος υπενθυμίζει οργισμένος τι συνέβη στους ανυποψίαστους χωρικούς της Μουργκάνας, με επιστολή του στο ΒΗΜΑ της 27.12.1949.


“Στην Ουγγαρία οι όμηροι της Μουργκάνας και άλλων παραμεθόριων περιοχών της Βορείου Ελλάδος, εγκαταστάθηκαν τελικά στο «Ελληνοχώρι», ένα νεόκτιστο χωριό 50 – 60 χλμ. από τη Βουδαπέστη, που κατασκευάστηκε ειδικά για τους Έλληνες.   Μετά την εκτέλεση στη Ελλάδα στις 30.3.1952 του «λαϊκού ήρωα» Ν. Μπελογιάννη, το χωριό μετονομάστηκε αυθαίρετα σε «Μπελογιάννης». Το Νοέμβριο του 1953 εκατοντάδες όμηροι των ανταρτών διαδήλωσαν στη Βουδαπέστη, μπροστά στο Ουγγρικό Κοινοβούλιο, και εξεδήλωσαν έτσι δυναμικά την επιθυμία τους να επιστρέψουν στην Ελλάδα.

Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1954 περίπου 1.300 άτομα, όμηροι των ανταρτών, επιστρέψαμε στην Ελλάδα, μέσω Βενετίας, στην οποία φτάσαμε σιδηροδρομικώς, από την Ουγγαρία.

Από την Βενετία με πλοία αποβιβαστήκαμε στην Ηγουμενίτσα. Μεταξύ αυτών και ο υποσημειούμενος αλλά και ο ομοχώριός μου από Λεια Φιλιατών,  δύο – τρία χρόνια μεγαλύτερός μου, Δημήτρης Βενέτης του Ανδρέα, ο οποίος όμως μαζί με την μητέρα του Όλγα Βενέτη, τον νεώτερο αδελφό του Γεώργιο Βενέτη, ήδη συνταξιούχο δικηγόρο, αποβιβάσθηκαν στον Πειραιά, γιατί ο πατέρας τους Ανδρέας Βενέτης ήταν εγκατεστημένος στην Αθήνα.

Ο νεαρός όμως Δημήτριος Βενέτης «δεν έζησε το γήινο μερτικό του». Σε ηλικία 13 ετών έπεσε θύμα τροχαίου ατυχήματος στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας και το τραγικό αυτό περιστατικό περιγράφεται στο ΒΗΜΑ της 7.1.1955.

Σαν μνημόσυνο, ας του αφιερώσουμε τον στίχο του Καβάφη:

  • «Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν…».

 

 

2.- Η επιστολή του Δ. Τσουγιόπουλου στην εφημερίδα ΒΗΜΑ της 27.12.1949 είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική:

Η ΑΛΛΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

«Κύριε Διευθυντά,

Βλέπομεν να ανακινήται εις τον τύπον και να γίνεται αντικείμενον στεντορείας εθνικής εκδηλώσεως πένθους, το τραγικόν γεγονός της αρπαγής των παιδιών μας υπό των σλαβοκομμουνιστών και της παραδόσεως τούτων προς κομμουνιστοποίησιν εις τους συντρόφους των Σλάβους.

Κατάγομαι εξ Ηπείρου εκ της περιφερείας της Μουργκάνας και νιώθω βαθειά το δράμα αυτό, πλην όμως δεν μπορώ να μην διαμαρτυρηθώ δια την παράλειψιν ενός άλλου παραπλησίου εγκλήματος που δεν γνωρίζω διατί το αγνοούν η Κυβέρνησις, ο Ο.Η.Ε. και ο τόπος μας, ο οποίος μάλιστα δεν έφερε τούτο εις την δημοσιότητα, όχι μόνον ανάλογα με το μέγεθός του, αλλ’ ούτε καν ως απλούν σχόλιον ή είδησιν.

Και το παράπονον αυτό υποβάλλεται υπό όλων των πληγέντων κατοίκων της Ηπείρου.

Πρόκειται περί της αρπαγής απάντων των κατοίκων των χωριών της περιφέρειας Μουργκάνας, ως και άλλων του Πωγωνίου και Κονίτσης, οίτινες εσύρθησαν βιαίως 10 ημέρας προ της επιθέσεως του Στρατού μας, εις Σκόδραν της Αλβανίας και εκείθεν εις Ουγγαρίαν ή αλλαχού. Η αρπαγή αυτή εβύθισεν εις πένθος την περιφέρειάν μας, εις δε τα χωρία αυτά μετά τας γενομένας λεηλασίας απέμειναν τοίχοι γυμνοί και ερείπια.

Και παρατηρεί τις το τραγικόν γεγονός, πατέρες και αδελφοί που ευρίσκοντο μακράν της οικογενείας των κατά την συμμοριοκρατίαν, να κλαίνε απελπισμένοι την τύχην της οικογενείας των, αι δε εκείθεν του παραπετάσματος απαχθείσαι οικογένειας να αναμένουν την βοήθειάν μας άνευ ελπίδος.

Από την πρωτοβουλίαν του Μακαριωτάτου που είναι πλήρως κάτοχος του ζητήματος, αναμένωμεν όπως συσχετίση τούτο εις ίσην μοίραν εις τας ενεργείας του περί αποδόσεώς των.

Ίσως οι πέραν του Παραπετάσματος «Ανθρωπισταί και την ειρήνην ευαγγελιζόμενοι» τους θεωρήσουν αχρήστους και μη προσαρμοζομένους με τας νέας ιδέας των και μας τους αποδώσουν.


Μετά τιμής

ΔΗΜ. ΤΣΟΥΓΙΟΠΟΥΛΟΣ».

——————-

Ακουλουθεί το ρεπορτάζ του ΒΗΜΑΤΟΣ της 7.1.1955 για τον θάνατο του νεαρού Δημ. Βενέτη, ενός απ’ τα παιδιά που απήχθησαν από την Μουργκάνα, βρέθηκαν στην Ουγγαρία κι επέστρεψαν στη χώρα μας:

«Συνελήφθη και απεστάλη εις την Εισαγγελίαν ο Θ. Χρήστου κρεοπώλης, ο οποίος την νύκτα της 3ης τρέχοντος, επιβαίνων του υπ’ αριθ. 11473 αυτοκινήτου παρέσυρε και διεμέλισε εις την Λεωφόρον Αλεξάνδρας τον Δ. Βενέτην, ετών 13, εν συνεχεία δε χωρίς να ενδιαφερθή διά το θύμα του ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα και εξηφανίσθη.[…]
Ήρχισαν νέαι έρευναι, αι οποίαι την φοράν ταύτην επέτυχον πλήρως. Ανευρέθη το υπ’ αρ. 11473 αυτοκίνητον μάρκας «Κράϊσλερ» ανήκον εις τον σωφέρ Δ. Παπαδάκην και εστάθμευε παρά το Μακρυγιάννη, ο Παπαδάκης εκλήθη εις ανάκρισιν και απεκάλυψον ότι είχεν ενοικιάσει το αυτ/τον του την 3ην τρέχοντος μηνός εις τον κρεοπώλην Θ. Χρήστου, διατηρούντα κατάστημα εις την οδόν Αγίου Μελετίου. Όργανα της Τροχαίας και του Ε’ τμήματος συνέλαβον τον Χρήστου, ο οποίος εξεταζόμενος ωμολόγησεν ότι πράγματι αυτός είναι ο δράστης του φόνου του Δ. Βενέτη.[…]

Δέον να σημειωθεί ότι ο Βενέτης, καταγόμενος εξ Ηπείρου, διέμενε μετά του πατρός του εις Αθήνας, μόλις δε προ μηνών η μητέρα του με τα δύο τέκνα της είχον επιστρέψει από την Ουγγαρίαν όπου είχαν μεταφερθή ως όμηροι κατά την διάρκειαν του συμμοριτοπολέμου υπό των κομμουνιστών».

ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΒΕΝΕΤΗΣ,

Μοναστηράκι Δωρίδος

 

————————————————————–

 

3.-ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΕΝΕΤΗΣ

 

(Το βιβλίο του Χρ. ΒΕΝΕΤΗ)

——————————— Χρήστου Αθ. Βενέτη, Κεραύνεια Όρη, (Εκδόσεις Ι. Σιδέρης)

 

«Φυσάει ακόμα ο Λίσβας

και φέρνει απ’ τις κορφές

της Μουργκάνας

δροσιές και χαιρετίσματα»

Σωτήρης Δημητρίου

 

Τα Κεραύνεια Όρη του τίτλου του βιβλίου είναι κυρίως το «διχασμένο βουνό» της σημερινής Μουργκάνας. Σημειώνω κάτι από την ιστορία τους. Το 167 π.Χ. οι ρωμαϊκές λεγεώνες του ύπατου Αιμίλιου Παύλου εδήωσαν και ελεηλάτησαν, σχεδόν ερήμωσαν την Ήπειρο, όπως βεβαίως και την περιοχή των Κεραυνείων Ορέων, τόσο ώστε ο αθάνατος Πλούταρχος να γράψει: «φρίξαι δε πάντας ανθρώπους το του πολέμου τέλος».

Λίγους αιώνες μετά, τον 4ο αιώνα μ.Χ. εδώ γεννήθηκε ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρίσκος ο Θεσπρωτός, ο μέντορας του αυτοκράτορα του πρώιμου Βυζαντίου, Ιουλιανού του Παραβάτη (361-363 μ.Χ.), τον οποίο συνόδευε στο Παρίσι ή στην μακρινή Ανατολή, στην μάταιη προσπάθειά του ν’ αλλάξει τον ρουν της Ιστορίας.

Στον τόπο αυτό, στην ύπαιθρο, μέσα στο δάσος, γεννήθηκε ένα χιονισμένο πρωινό, στις αρχές της δεκαετίας του 1940, ο –καταξιωμένος σήμερα- καρδιολόγος Χρήστος Βενέτης, του οποίου η επαγγελματική ιδιότητα γιατρός και τα σύντομα διηγήματά του, μου θυμίζουν τον κορυφαίο Ρώσο διηγηματογράφο, επίσης γιατρό, Άντον Τσέχωφ (†1904).

Το κακό που βρήκε τα Κεραύνεια Όρη την δεκαετία του 1940, ιδίως την περίοδο της εμφύλιας διαμάχης, το διετύπωσε λιτά και επιγραμματικά ο Σωτήρης Δημητρίου, στο αφήγημά του «Σαν το λίγο το νερό», «Διάβηκαν μπροστά από τούτους Τούρκοι, Γερμανοί και Ιταλοί, έπαθε και έπαθε ο κόσμος, αλλά σαν τους αντάρτες δεν πέρασε άλλο βρωμασκέρι τέτοιο».

Έτσι τα περισσότερα διηγήματα του βιβλίου του Χρήστου Βενέτη έχουν για φόντο την δραματική δεκαετία του 1940, την ανείπωτη φτώχεια της πολυμελούς οικογενείας του Παπα-Θανάση Βενέτη, την γύφτισσα που τον βύζαξε, τον τρόμο που σκορπούσαν στους πεινασμένους χωρικούς οι επιδρομές των ανταρτών στα χωριά τους, η φυγή από το χωριό για το κεφαλοχώρι της περιοχής, το Φιλιάτι, για ν’ αποφύγουν το παιδομάζωμα, αλλά και την βίαιη επιστράτευση, από τους αντάρτες, ανδρών και γυναικών, και τέλος, οι σωτήριες παιδοπόλεις της Βασίλισσας Φρειδερίκης, όπου ο Χρήστος και τα περισσότερα αδέλφια του, βρήκαν ένα ανθρώπινο και φιλόξενο περιβάλλον και ήρθαν σ’ επαφή μ’ ένα τρόπο ζωής, τόσο διαφορετικό, από τη ζωή τους στο ορεινό Γαρδίκι της Μουργκάνας, όπου η ζωή ήταν σχεδόν παρόμοια μ’ εκείνη της εποχής του Ησίοδου.

Στις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης, στις οποίες κυριαρχούσαν οι αρχές της αριστείας, ο Χρήστος ευφυής και με ισχυρό χαρακτήρα, βρήκε το κατάλληλο περιβάλλον και όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει, εν τέλει, ένας διακεκριμένος γιατρός. Γιατί η κατεύθυνση και προτροπή που εδίδετο στους μικρούς τροφίμους –παιδιά φτωχών χωρικών- ήταν ότι κυρίως και προεχόντως πρέπει να υπολογίζουν μόνο στον εαυτό τους και τις δυνατότητές τους για να ξεφύγουν από την μιζέρια, για να κερδίσουν έτσι το στοίχημα της ζωής.

Έτσι η γραφή του Χρήστου είναι γεμάτη τρυφερότητα και νοσταλγία. Το ύφος του αποφεύγει τις μεγαλόστομες διατυπώσεις και η γραφή του δίδει την αίσθηση μιας ζωντανής πραγματικότητας. Δεν αποφεύγει να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, για όσα του προσέφεραν οι παιδοπόλεις γιατί, όπως σημειώνει, «οι θεοί αποστρέφονται τους επιλήσμονες και τους αγνώμονες».

 

ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΒΕΝΕΤΗΣ.

Μοναστηράκι Δωρίδος

Η παραπάνω βιβλιοπαρουσίαση στα “ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ”, 10-2-21

——————————————————————-

 

4.- ΚΕΡΑΥΝΕΙΑ ΟΡΗ, Του Υποναυάρχου (ΥΙ) Χρήστου Βενέτη

 

Όλοι οι συνάδελφοι της ηλικίας μου, αλλά και νεώτεροι και μέλη των οικογενειών μας έχουμε γνωρίσει τον Ιατρό Χρήστο Βενέτη και του οφείλουμε πολλά. Είναι ο καρδιολόγος που λειτούργησε την πρώτη Ηχοκαρδιογραφική μονάδα στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών (Η Αγγλική γλώσσα δεν μπορούσε να βρει άλλες λέξεις παρά μόνο Ελληνικές για να την πει Echo-cardio-graphy). Έκτοτε εν ενεργεία στο ΠΝ και εν αποστρατεία, ως Ιατρός πάντοτε και μέχρι σήμερα σε γνωστό Διαγνωστικό Κέντρο, έχει με τις εξετάσεις του, τις διαγνώσεις του, την Ιπποκράτεια σοφία του, σώσει πολλές καρδιές είτε με την σωστή αγωγή ή με τις οδηγίες του για έγκαιρες επεμβάσεις.

Τούτο το σημείωμα θα πει λίγα λόγια για ένα βιβλίο του φίλου μας του Χρήστου, ένα βιβλίο όχι λογοτεχνικό μυθιστόρημα. Θα μπορούσε ο Ιατρός να γράψει πολλά τέτοια και μάλιστα ιστορικά καθώς ο ίδιος έχει ασχοληθεί με την ιστορία μας και πιστεύει του Ευριπίδη το «Όλβιος όστις ιστορίης έσχε μάθησιν».

Αυτό το βιβλίο του με τον τίτλο «Κεραύνεια Όρη» είναι ιστορίες με αληθινά γεγονότα που τα έζησε ο ίδιος και τα θυμάται και τα καταγράφει τώρα μετά παρέλευση πάνω από μισό αιώνα όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογό του. Αυτά τα γεγονότα της παιδικής του ηλικίας δεν είναι απλώς μια ανάμνηση παιδικών χρόνων σε εποχές συνήθεις και ήρεμες. Είναι σε μια εποχή πολύ πιο πέτρινη από την κατοχή που οι παλαιότεροι έχουμε ζήσει ως παιδιά και οι νεώτεροι έχουν ακούσει (σαν παραμύθι). Είναι τα χρόνια του εμφυλίου δυο φορές πέτρινα από αυτά της κατοχής. Και ο Χρήστος τα έζησε εκεί στον τόπο του στην Ήπειρο, στα Κεραύνεια Όρη σε τόπους ιστορικούς της αρχαιότητος αλλά και ένδοξους σύγχρονους που γράφτηκε το έπος του 1940. Σε αυτά τα μέρη γράφτηκε και η πιο μελανή σελίδα της νεώτερης ιστορίας μας, αφού σε αυτήν έχει καταγραφεί το τρομερό και στην ακοή ακόμη: Το παιδομάζωμα!

Αυτό έζησε ο Χρήστος. Από αυτό γλίτωσε. Όλοι έτρεμαν στο άκουσμα πως έρχονται οι αντάρτες. Το χωριό του είναι το χωριό της Ελένης του Nicolas Gage που έγινε και κινηματογραφικό έργο. Η περιγραφή της δικής του παιδικής εμπειρίας (οι φοβερές εκείνες χειμωνιάτικες νύχτες που ξυπόλυτο παιδί κρυβόταν με την Μάνα του και άλλες Μανάδες και παιδιά σε ένα κρησφύγετο στο παγωμένο δάσος), δείχνει τι πέρασαν οι τόποι αυτοί από την πιο απάνθρωπη πράξη που θύμιζε τέτοια ανατριχιαστικά γεγονότα των πιο σκοτεινών αιώνων της Τουρκικής σκλαβιάς.

Από την αρπαγή σώθηκε στην προσφυγιά πρώτα και από εκεί με αίτηση των γονέων του φιλοξενήθηκε μαζί με άλλα παιδιά του τόπου του στην παιδόπολη της Κέρκυρας που λειτούργησε όπως και οι άλλες σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας με τις φροντίδες της Βασίλισσας Φρειδερίκης και μάλιστα στην αρχή στο παλάτι του Αχιλλείου για την Κέρκυρα. Από εκεί ο Χρήστος και τα άλλα παιδιά ακολούθησαν σε ηρεμώτερες καταστάσεις πλέον τις σταδιοδρομίες τους. Ο Χρήστος με την αριστεία του δεν δυσκολεύτηκε να μπει στην Στρατιωτική Ιατρική στην Θεσσαλονίκη, να επιλέξει μετά την αποφοίτησή του το ΠΝ και εν συνεχεία να ειδικευθεί και σε Γαλλικό Πανεπιστήμιο.

Στο βιβλίο δεν ιστορεί γεγονότα αυτής της ιατρικής του υπηρεσίας και μεγάλης προσφοράς στο Ναυτικό και τους ασθενείς του παρά μόνο αυτά που, στα συχνά προσκυνήματα στον τόπο του, ανακαλύπτει να συνδέονται με εκείνη την παιδική του εμπειρία με τα φοβερά γεγονότα απανθρωπιάς.

Ένα από τα πιο συγκινητικά γεγονότα που ζει σε κάποιο προσκύνημα του τόπου του είναι αυτό που περιγράφει στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του: Είναι μια Μεγάλη Παρασκευή που ο Χρήστος προσκυνητής του χωριού του παρακολουθεί τον Επιτάφιο σε ένα εκκλησάκι του τόπου του, όπου γίνεται προσκλητήριο των νεκρών. Κλείνει το τελευταίο αυτό κεφάλαιο -και το βιβλίο- με τα λόγια:

«Οι ικεσίες και το προσκλητήριο των νεκρών του Παπούλη ήταν για όλους τους τεθνεώτας, είτε ήταν απλοί χωρικοί, αντάρτες ή στρατιώτες Γι’ αυτό μου μένει ανεξίτηλο στην μνήμη μου ο φοβερός αυτός Επιτάφιος στα Κεραύνεια Όρη και το αναπάντεχο προσκλητήριο των τεθνεώτων από ένα απλό Ιερέα που είχε ζήσει τα γεγονότα σε μια ετοιμόρροπη εκκλησιά που την συντάραζαν οι κεραυνοί μιας ανοιξιάτικής καταιγίδας».

Αυτό το γλαφυρό γράψιμο το βλέπει κανείς και σε άλλα μέρη του βιβλίου. Επιβεβαιώνει έτσι ο φίλος μου ο Χρήστος αυτό που λένε για τους γιατρούς πως επειδή ασχολούνται με την Ιατρική που απαιτεί γλώσσα λιτή και κάθετη είναι από επιθυμία λάτρες της λογοτεχνίας. Αυτήν την επιβεβαίωση εγώ ως φίλος την γνωρίζω και την χαίρομαι από παληά και διπλά χαίρομαι που την βλέπω σε ένα βιβλίο που μιλάει για εκείνα τα δύσκολα, τα παιδικά του χρόνια.

Είναι γνωστό πως είναι δύσκολο να καταλάβουν οι νέοι τι ζήσαμε εμείς που είμαστε παιδιά στην κατοχή και τον εμφύλιο. Πολύ πιο δύσκολο όσοι νέοι γνωρίζουν τον ιατρό Χρήστο Βενέτη, τον ήρεμο και έμπειρο και αποφασιστικό καρδιολόγο να φαντασθούν τι έχει ζήσει στα παιδικά του χρόνια και πως σταδιοδρόμησε στην Επιστήμη που αγάπησε και αφοσιώθηκε.

Αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο από παληούς γνωστούς και φίλους αλλά και από νέους που τον έχουν γνωρίσει ή ακούσει ως ιατρό και δάσκαλο. Είναι βιβλίο του παλαιού Εκδ. Οίκου «Ι. Σιδέρης»

Με την Εκτίμησή μου για τον Φίλο, τον Γιατρό και τον Άνθρωπο.

Αντιναύαρχος Κ. Γ. Καταγάς ΠΝ εα

 

 

 

 


Σχολιάστε