"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Λαογραφικά της Δυτικής Κρήτης (Πρωτοχρονιά-Χ.ν., 1-1-21, Στ. Αποστολάκης)

 

 

 

 

Λαογραφικά των ημερών

[Ο συγγραφέας του κειμένου είναι ένας απ' τους πιο λαμπρούς και αγαπητούς ανθρώπους στα Χανιά και στην Κρήτη. Ο Σταμάτης Αποστολάκης τρέφει ένα απέραντο πάθος για τη λαογραφία της Κρήτης, ιδιαίτερα της Δυτικής.. Αγαπά το Σέλινο-την πατρίδα του, και έχει αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στη διάσωση, καταγραφή και έκδοση κάθε τι που έχει σχέση με την παράδοση. Τα "Ριζίτικά" του βραβεύτηκαν από την Ακαδημία Αθηνών.

Τυχαίνει να απολαμβάνω τη φιλία του και χαίρομαι κάθε φορά που θα συναντηθούν οι δρόμοι μας. Είναι πηγή αισιοδοξίας, χαράς και ευφροσύνης. Στ.Γ.Κ.]

————————————————————————————————

Τα λαογραφικά της Πρωτοχρονιάς, στον τόπο μας… (Δυτική Κρήτη)

(Στ. Αποστολάκης, Χ.ν., 1-1-21)

    ————–

Χρονιάρες μέρες

  • «Άγιος Βασίλης έφτασε, Καινούριος Χρόνος μπαίνει,/Θε μου, και φέρε την Υγειά, σ’ ούλη την Οικουμένη!»

Τα πρωτοχρονιάτικα έθιμα της Δυτ. Κρήτης, είναι πολλά και ωραία. Τα πιο χαρακτηριστικά είναι:

Tα κάλαντα: Όπως και σ’ όλη την Ελλάδα, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, ψάλλονται τα κρητικά κάλαντα από τις συντροφιές των καλαντιστάδων, με την ίδια προετοιμασία που περιγράψαμε πιο πριν για τα Χριστούγεννα. Kαλόδεκτα απ’ όλους, και πλούσια τα φιλοδωρήματα, για τα παιδιά, καμιά φορά και μεγάλους, που συνεχίζουν αιώνες τώρα να διαλαλούν στ’ αρχοντικό μας, πως: «Άγιος Βασίλης έρχεται, από την Καισαρεία…».

Λάδι στα ελαιοπαραγωγικά χωριά μας, οπωρικά, κάστανα φουρνιστά, καρύδια, πορτοκάλια και τα τελευταία χρόνια χρήματα, είναι τούτα τα φιλοδωρήματα. Κι όσο για τα λόγια των Κρητικών καλάντων, είναι συναρπαστικά: ποιημένα στο μέτρο του ομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου, μιλούν για τον ζευγολάτη Άι-Βασίλη και τη συνάντησή του με τον Κύριο. Δίνουν πλουσιοπάροχες ευχές στο νοικοκυριό και ξεχωριστά σε κάθε μέλος του σπιτιού. Εύχονται την “καλή μοίρα” στη θυγατέρα, πλούσια αποδώματα κι επιτυχίες στον υγιό, πλούτη και νοικοκυράτα στον κύρη, φιλοφρονήσεις εγκάρδιες στην χρυσοχέρα νοικοκυρά. Ενδιαφέρον είναι επίσης και το τελευταίο τμήμα των καλάντων, όπου μιλάει για τα φιλοδωρήματα που προτρέπει τη νοικοκυρά να δώσει στους καλαντιστάδες.

 

 


 

Τους θυμούμαστε με νοσταλγία αυτούς τους χρόνους στο πατρικό μας σπίτι. Χειμώνας βαρύς, στην καμινάδα να τριζοβολούν πρινοκούτσουρα, οι γονείς δουλειές ατέλειωτες σπιτίσιες, η γιαγιά ιστορίες συναρπαστικές, που τις διακόπτει για την ώρα, χτύπος στην εξώθυρα του σπιτιού μας. Ρωτά ο πιο καλλίφωνος και βροντόφωνος της συντροφιάς απ’ έξω:

– Να τα πούμε γή να μπούμε;

– Να τα ‘πείτε, απαντά η μητέρα ή ο πατέρας μας. Κι εκείνοι, πέντ’ έξι “καλαντιστάδες” μαζί και με τον λαγουτιέρη Ευτ. Εμμ. Μπουλταδάκη, αρχινούν κεφάτα και δυνατά:

«Ταχειά – ταχειά ν’ αρχιμενιά, ταχειά ν’ αρχή του χρόνου

ταχειά ν’ απού πορπάτηξε ο Κύριος του κόσμου

κι εβγήκε κι εχαιρέτηξε ούλους τσι ζευγολάτες.

Τον πρώτ’ απού χαιρέτηξε ήταν ο Αϊ Βασίλης

Άγιε Βασίλη, Δέσποτα, καλό ζευγάριν έχεις;

Καλό το λες, αφέντη μου, καλό και βλοημένο,

απού το βλόγα η χάρι ντου με το δεξί ντου χέρι,

με το δεξί, με το ζερβό, με το μαλαματένιο

πευκένιο ‘ναι τ’ αλέτρι του, δαφνένιος ο ζυγός του

τ’ απανωζεύλια του ζυγού βασιλικού κλωνάρι.

Πες μου, να ζήσεις, Βασιλιέ, τι σπέρνεις την ημέρα;

Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε,

ταή και ρόδι δεκαοχτώ, κι από νωρίς στο στάβλο.

Μ’ αλήθεια, κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι

μουζούρι στάριν έσπειρα κι ένα πλατύ πινάκι.

Μα ‘κειά τ’ ανεριαστήκανε λαγούδια και περδίκια

και στένω την οξόβεργα να πιάσω τα περδίκια

μουδέ λαγούδια έπιασα μουδέ περδίκια είδα,

μα θέρισα κι αλώνεψα κι έκαμα χίλια μόδια,

και τ’ αποσκυβαλίδια μου χίλια και πεντακόσια.

Μα τ’ άλλα δεν εμέτρησα γιατ’ ο Χριστός επέρνα,

κι εκειά που στάθηκ’ ο Χριστός, ώρια πανώρια βρύση,

κι εκειά που παραστάθηκε, πανώριο κυπαρίσσι,

κι είχε στη ρίζα τζίντζεβρο και στην κορφή κανέλλα.

Κι απάνω – πάνω στα κλαδιά γράμματα ‘ναι γραμμένα

περνά παπάς διαβάζει τα, διάκος κι ανέγνωσέ ντα

κι οι άγγελοι του ουρανού καθίζουν γράφουνέ ντα.

Μ’ επά τον έχουν τον υγυιό το μοσχοκανακάρη

που λούζουν και χτενίζουν τον και στο σκολειό τον μπέμπουν

για να του μάθουν γράμματα, Γραμματικός να γίνει.

Μα ποιος θα μπει συργουλευτά για να τον-ε ξυπνήσει,

και θα του γύρει να πλυθεί, να τον καλοκαρδίσει;

Φέρτε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεφτοκάρυα,

και φέρτε και καλό κρασί να πιουν τα παλληκάρια.

Κι εγώ θα μπω σιργουλευτά και θα τον-ε ξυπνήσω

και θα του γείρω να πλυθεί, να τον καλοκαρδίσω

και να τον μπέψω στο σκολειό γράμματα για να μάθει.

Μα εξέπεσέν του το κερί κι έκαψε το χαρτί ντου

κι έκαψε και την πέτσαν του την πενταπλουμισμένη

απού την επλουμίζανε οι τρεις βασιλιοπούλες.

Η μια βάνει τον πόθο τζη, η γι άλλη την κεδιά τζη,

κι η τρίτη η καλύτερη βάνει την ομορφιά τζη.

Κι ο δάσκαλός του τόδειρε μ’ ένα χρυσό βιτσάλι,

το παίρνει το παράπονο, στη γίτσα – γίτσα πάει.

Στη στράτα τ’ απαντήξανε τρεις άρχοντες κι ετρώγαν:

Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κάτσε να τραγουδήσεις.

Μα μένα οι καλοί γονιοί τραγούδια δε μου μάθαν,

μόνο μου μάθαν γράμματα, κι εκείνα σας – ε λέω.

Μα σαν κατέεις γράμματα, πέ μας την αλφαβήτα.

Κι εις το ραβδί ντου κούμπησε να την καλαναρχίσει,

και το ραβδί ‘τονε ξερό, χλωρούς βλαστούς επέτα,

κι απάνω – πάνω στσοι βλαστούς πέρδικες κακαρίζαν.

Κακάριζε, κακάριζε, κι αν κελαηδείς, κελάηδε.

Κατέβηκεν η πέρδικα να βρέξει το φτερό τζη

κι έβρεξε τον αφέντη μας τον πολυχρονισμένο.

Είπαμ’ εδά του γιούκα μας, ας πούμε και τ’ αφέντη

Αφέντη, αφέντη ολάφεντε, πέντε φορές αφέντη,

πέντε βαστούνε τ’ άτι σου, δέκα το χαλινάρι,

και δεκαπέντε σε βαστούν να βγει ο καβαλάρης.

Εσένα πρέπει, αφέντη μου, καράβια ν’ αρματώνεις

και στην Κωνσταντινούπολη μονημερίς να σώνεις.

Εσένα πρέπει, αφέντη μου, φλουριά να κουλαντρίζεις,

με τόνα χέρι να σκορπάς με τ’ άλλο να δανείζεις.

Μα πάλι ξαναπρέπει σου να τρως κουλούργι’ αφράτα

τση κιτρολεμονιάς τσ’ αθούς να γεύγεσαι σαλάτα.

Και πάλι ξαναπρέπει σου καθέκλα καρυδένια

ν’ αντικουμπίζουν τα νεφρά τα μαργαριταρένια.

Μα πάλι ξαναπρέπει σου θρόνος για να καθίζεις

και μια κοπέλα όμορφη να την-ε κανακίζεις.

Είπαμ’ εδά τ’ αφέντη μας, ας πούμε τση κεράς μας:

Κερά ψηλή, κερά λιγνή, κερά καμαροφρύδα

κερά μαρμαροτράχυλη και φεγγαρομαγούλα

όντε λουστείς και χτενιστείς και βάλεις τα καλά σου

τα μάρμαρα ραΐζουνε από την ομορφιά σου.

Κερά ‘κλησιά θε να γενείς με δεκοχτώ καμάρες

κάθε καμάρα και κερί και κάθε τρεις το διώμα

και κάθε τρεις και τέσσερις, ώρια πανώρια βρύση

να τρέχουν τα κρύγια νερά να πιούνε οι διαβάτες

κι όσοι διαβάτες κι αν περνούν, διαβάτες και διαβαίνουν

να πίνουν τα κρυγιά νερά, τον Κύριο να δοξάζουν.

Κερά τη θυγατέρα σου γραμματικός τη θέλει

μ’ αν είναι και γραμματικός, πολλά προυκιά γυρεύγει.

Γυρεύγει Κάστρα, πρόβατα, τον ουρανό σεντόνια,

τον ήλιο τον λαμπρότατο, αμπέλια και περβόλια.

Γυρεύγει μύλους δώδεκα και με τσοι μυλωνάδες

Γυρεύγει βόδια είκοσι και με τσι ζευγολάτες

τάξε κερά μου, τάξε του, τάξε και μην του δώσεις.

Είπαμ’ εδά και τση κεράς ας πούμε και τση βάγιας:

Άψε, βαγίτσα το κερί, άψε και το λυχνάρι

και έμπα και εις την κάμερα να δεις τι θα μας βγάλεις,

γι’ απάκι γή λουκάνικο γή αβγά καθαρισμένα,

κι απού το γεροβάρελο να πιούμε μια γεμάτη

κι αν είναι περισσότερο, βαστούμε και τ’ ασκάκι

κι απού το γεροπίθαρο ένα κουρούπι λάδι

κι απού την ορνιθόκοτα κιανένα πουλαδάκι

κι απού το τυροκούρουπο ένα ζηλοκουμπάκι

κι απού το ασπροσάκουλο κιανένα μετζητάκι.

Κι ακόμης δεν τον ηύρηκες το μάνταλο ν’ ανοίξεις,

να μας -ε δώσεις τίβοτσι κι ύστερα να σφαλίξεις.

Κι αν είναι με το θέλημα, άσπρη μου περιστέρα,

ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε καλή σπέρα».

 


 

Μετά τα φιλοδωρήματα, “την πλερωμή τους” δηλαδή, σήκωσαν τ’ ασκί με το λαδί στη ράχη και βγαίνοντας έξ’ απ’ την πόρτα ανοιχτόκαρδα τραγούδησαν τούτα τα επιλογικά στιχάκια:

«Επά που καλαντίσαμε καλά μας επλερώσαν

καλά νάναι τα έχη των και τ’ αποδόματά των

κι αν έχουν σερνικό παιδί στη σέλα καβαλάρης

να σιέται, να λυγίζεται να πέφτει το λογάρι

να το μαζώνου οι γι’ άρχοντες να κάνουν δαχτυλίδια

κι αν έχουν θηλυκό παιδί χρουσή μοίρα να λάβει

του Ρε ντ’ Εσπάνιο τον υγυιόν άντρα να τον-ε πάρει».

Κι ευχήθηκαν: «Και σε Χρόνια Πολλά».

Ξαναγυρίζοντας τώρα στον χώρο των εθίμων, παραμονή Πρωτοχρονιάς, στη Δυτική Κρήτη, σημειώνουμε:

Από νωρίς, στέλνουμε τα δώρα στους φιλιότσους μας (τους βαφτισιμιούς μας) κι ετοιμάζουμε τα δώρα για τους ανθρώπους του σπιτιού.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, τ’ απόγευμα, πηγαίνουμε στις εκκλησίες το εικόνισμα του σπιτιού μας, σκεπασμένο μ’ άσπρη υφαντή πετσέτα, για να μείνει εκεί και να λειτουργηθεί, για το ποδαρικό, αύριο πρωί – πρωί.

Ας σημειώσουμε τη μεταφορά του εθίμου και στην πόλη. Στην εκκλησία του Αγ. Κων/νου Νέας Χώρας των Χανίων γεμίζουν και τα δυο κλίτη με εικονίσματα από τα σπίτια. Ο νεοκόρος τα κατατάσσει με αλφαβητική σειρά, για να μην έχει τι επόμενο πρωί μπερδέματα. Ασφαλώς, το ίδιο γίνεται σ’ όλες τις ενορίες!

Επίσης, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι νοικοκυρές “αναπίζουνε” τους λουκουμάδες με προζύμι. Τους αφήνουν “ν’ ανεβούνε”, όπως λένε, κι όταν τους ζυμώνουν, με τη ζύμη που συγκρατείται στα δάκτυλα, σημειώνουν σταυρό πίσ’ από την πόρτα της κουζίνας για να μη μπουν μέσα στο σπίτι οι κατσικαντίληδες, όπως λένε στα χωριά του Δυτ. Σελίνου, τους καλικάντζαρους.

Από τα ιδιαίτερα γλυκά των ημερών είναι κι οι σαμουσάδες, γλύκισμα παρόμοιο με τον μπακλαβά, και γίνονται για το καλό του χρόνου. Δεν παραλείπουν, βέβαια, να κάνουν και τα πατροπαράδοτα ξεροτήγανα, αλλά και τους λουκουμάδες, που είπαμε και πιο πάνω. Τα μεσάνυχτα που τα περιμένει όλος ο κόσμος με ευχάριστη διάθεση, σβήνονται τα φώτα κι ανάβονται ξανά. Το γεγονός συνοδεύεται από ντουφεκιές, ευχές εγκάρδιες και φιλιά με πλούσιο κέφι.

Με το άνοιγμα των δώρων και το κόψιμο της βασιλόπιτας, έθιμο που απλώθηκε και στα χωριά μας τα τελευταία χρόνια καθώς και στους διάφορους συλλόγους.

 


Γνωστή η ιεροτελεστία του νοικοκύρη κατά το κόψιμό της. Την σταυρώνει, εύχεται, κι αρχίζει με το κομμάτι του Χριστού, τ’ Άι Βασίλη, του σπιτιού, του νοικοκύρη, της νοικοκυράς και με τη σειρά όλων των μελών της οικογένειας, ξενιτεμένων, φιλοξενουμένων κ.λπ. Η αγωνία όλων κορυφώνεται ως ότου δουν τίνος έχει πέσει το φλουρί. Ποιος θα είναι ο τυχερός της χρονιάς. Την ίδια ώρα η νοικοκυρά “τρατέρνει” τα γλύκισματά της, που τα ετοίμαζε τις δύο τελευταίες ημέρες, μελομακάρουνα, φοινίκια, κουραμπιέδες κ.λπ.

Απ’ αυτήν την ώρα, παρατηρούμε: τα πρωτακούσματα, το πρώτο τηλέφωνο, τα πρωταντικρίσματα και λοιπά παρατηρήματα, με τα οποία ερμηνεύομε την καλή ή κακή έκβαση της χρονιάς. Δεισιδαιμονίες και προλήψεις, που δυστυχώς υπάρχουν ακόμη τόσο έντονες, ώστε π.χ. σε χωριά του Πελεκάνου – Σελίνου δεν ανταλλάσσουν επισκέψεις στα σπίτια την ημέρα της Πρωτοχρονιάς.

Θα μιλήσουμε όμως πιο κάτω γι’ αυτά.

Είπαμε πρωτύτερα πως το εικόνισμα του σπιτιού μας είναι στην Εκκλησία. Μετά την πρωτοχρονιάτικη Θεία λειτουργία το επιστρέφουμε στο σπίτι και «κάνει το ποδαρικό»…

Ο ποδαρικατζής είναι το παιδί που διαλέξαμε από μέρες, και το έχουμε ειδοποιήσει, για να μπει πρώτο στο σπίτι μας, με τον νέο χρόνο. Είναι πρόσχαρο, ζουν οι γονείς του, είναι αρσενικό, καλότροπο, γεμάτο χάρες.

Στα χωριά ξέρουν ποιοι είναι οι πιο τυχεροί για το ποδαρικό και συνεννοούνται αποβραδίς για τα παραπέρα.

Κι εκείνοι, κρατώντας μια σιδερόπετρα, περίπου ενός κιλού, φτάνουν πρωί – πρωί Πρωτοχρονιάς στο σπίτι μας πρόσχαροι και γελαστοί, καθαροί και καθίζουν στην πέτρα που κρατούν, στη μέση του δωματίου και εύχονται:

«Του βάρους της, το μάλαμα, να μπει στο σπιτικό σας.

Καλή χρονιά με υγεία.

Καλές σοδειές.

Αρνιά και ρίφια θηλυκά, και τα κοπέλια ‘σερνικά».

κ.α.π.

Εμείς τους φιλοδωρούμε πλούσια και φεύγουν μετά τα κεράσματα και τα καλοχερίδια.

Κάποια παιδιά κρατούν ασκελετούρες και τις πηγαίνουν στα σπίτια για γούρι. Τούτα τ’ αγριοκρέμμυδα, ως γνωστόν, βλασταίνουν όπου και να τ’ αφήσεις και προοιωνίζουν πως το σπίτι θα πάει καλά τούτη τη χρονιά.

Σε κάποια χωριά ορεινά το ποδαρικό το κάνει αρνί από τα πρώιμα οικόσιτα του σπιτιού.

Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς είναι καλό ν’ αρχίσουμε κάποια εργασία, από την οποία επιζητούμε όφελος, προκοπή, όπως είναι: η μελέτη για μαθητές, σπουδαστές, κάποια χειρωνακτική εργασία για τις προκομμένες και άλλες.

Καλό είναι να μη στενοχωρήσουμε και να μη στεναχωρηθούμε, χρονιάρα μέρα, γιατί της δίδονται προεκτάσεις που βαστούν σ’ όλην τη διάρκεια του χρόνου.

Τα ανύπαντρα κορίτσια παρακολουθούν ποιο θα είναι το πρώτο όνομα που θ’ ακούσουν, ο πρώτος που θα δουν κ.λπ. και κάνουν διασυνδέσεις για τον μέλλοντα σύζυγό τους. Εξάλλου από τα μεσάνυχτα το έχουν σιγοψιθυρίσει:

  • «Καλώς τον που μας έφτασε και ο καινούργιος χρόνος,

που θα μας φέρει τον γαμπρόν να μας περάσει ο πόνος!»

Οι γεροντότεροι ρίχνουν στην αθρακιά του τζακιού σαλιωμένο λιόφυλλο με την ευχή:

  • «Ανέν πηδήξει θα ζιώ του χρόνου,κι ανέν καεί, όχι!» ή
  • «Ανέν πηδήξει θα γίνει τούτο,

κι ανέν καεί, όχι!»

κι άλλοι αγωνίζονται να θυμηθούν στο ακέραιο, το χθεσινοβραδινό όνειρό τους, πρώτο της χρονιάς και να το εξηγήσουν.

Από τα πιο άσχημα θεωρούνται: Να μας ζητήσουν παραμονή Πρωτοχρονιάς δανεική φωτιά, στάχτη, χρήματα, εργαλεία.

Για το κυνήγι της τύχης, στα χαρτιά ή το κουμάρι όπως λένε, δεν το συζητούμε. Θυμίζουμε μόνο τη γνωμική μαντινάδα του τόπου μας, που τα λέει ξεκάθαρα:

  • «Του χαρτοπαίκτη, του ψαρά, του κυνηγού το πιάτο,

εφτά φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο!»

και πως Πρωτοχρονιάτικα, πολλά σπίτια καταστρέφονται κι ύστερα λένε:

«Έκαψέ με ο άι – Βασίλης», αντί να πουν: «το μυαλό τους!»

Μέρα γεμάτη όπως λέμε κι η Πρωτοχρονιά, με εκκλησιασμό το πρωί, πλούσιο τραπέζι το μεσημέρι, επισκέψεις, κεράσματα και φιλοφρονήσεις στα συγγενικά και γειτονικά σπίτια, θα κλείσει τ’ απόβραδο με τις καθιερωμένες γιορτές στα νοικοκυριά των Βασίληδων και της Βασιλικής. Εδώ το γλέντι θ’ αποκορυφωθεί. Πλούσιοι οι μεζέδες, π’ από το γουρουνόπουλο που σφάχτηκε τα Χριστούγεννα υπάρχουν ακόμη με τη μέθοδο του δανεικού, χειμώνας είναι και τραβιέται το κρασί “να ζεσταθούμε” και λίγο το θέλει ακόμη η συντροφιά από το ν’ αρχίσει τα ριζίτικα και τις μαντινάδες.

  • «Μια μαντινάδα θα να πω, απάνω στο βραχιόλι,να ζήσ’ ο Βασιλάκης μας και η παρέα όλη».

    «Και πάλι θα την ξαναπώ, απάνω στο κεράσι,

    να ζήσει κι παρέα μας, να ζήσει να γεράσει».

κι άλλες, κι άλλες μαντινάδες ατέλειωτες, ώσπου νάρθει η ώρα του ριζίτικου:

  • «Απόψε κρύος έπιασε και τα πουλάκια εργάσαν

κι εγώ ‘μεινα περιγιαλιάς, γυμνός και δεν ε, ήργου

και γιάντα δεν εήργουνα και γιάντα δεν εήργου

λιγνό κορμάκι αγκάλιαζα…» (Κριάρη, σελ. 259) – (Παπαγρ. σελ. 39) – (Αποστολάκης Στ. σελ. 14)

ή τούτου, που μας θυμίζει, πάνω στη στιγμή, τη ματαιότητα αυτού του κόσμου, και μας καλεί να τον γλεντίζουμε τουλάχιστο όσο μπορούμε:

  • «Κόσμε χρυσέ, κόσμε αργυρέ, κόσμε μαλαματένιε,

κόσμε και ποιος σε χάρηκε και ποιος θα σε κερδίσει

Μα εγώ Κόσμε, σε χάρηκα, μα δε θα σε κερδίσω,

πεζός περπάτουν τα βουνά…» (Κριάρη, σελ. 308) – (Αποστολάκης Στ. Σελ. 435) επισφραγίζοντας με την ανάλογη μαντινάδα:

  • «Γλεντίζετέ τα τα κορμιά και χαίρεστε τα νιάτα

πριχού τα φάει η μαύρη γης και τα σκεπάσ’ η πλάκα!»

ΥΠΟΣΗΜ.: Συμφωνούν, έξυπνα οι γείτονες, να σφάξουν οι μισοί το γουρουνόπουλό τους παραμονή Χριστουγέννων και να δώσουν δανεικό χοιρινό στους υπόλοιπους, κι εκείνοι πάλι, να σφάξουν παραμονή Πρωτοχρονιάς και να επιστρέψουν το δανεικό κρέας. Έτσι θα ‘χουν όλο το Δωδεκαήμερο φρέσκο (νωπό) κρέας, όλοι!

ΣΗΜ.: Πρώτη δημοσίευση: εφ. “Χανιώτικα νέα” της 31/12/1985.

 

 


Σχολιάστε