"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Παρουσίαση βιβλίου “ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΜΝΗΜΕΣ”, του Λεύκα Περικλή σε Ιωάννινα και Θεσσαλονίκη

 

 

 

 

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΛΕΥΚΑ,

 

“ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΜΝΗΜΕΣ”, εκδ. Ελκυστής, Θεσσαλονίκη 2019

 

Ιωάννινα, 27. 10. 2019 και Θεσσαλονίκη 31. 10. 19

 


Η  παρουσίαση του βιβλίου έγινε από την κα ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΛΕΥΚΑ

(κόρη του συγγραφέα Περικλή ΛΕΥΚΑ – αγαπητού συμπαιδοπολίτη  στον”Άγιο Δημήτριο” Θεσσαλονίκης)

—————————————

Κυρίες, κύριοι, αγαπητοί φίλοι

 

Πρώτα από όλα θα ήθελα να ευχαριστήσω την παλιά συμμαθήτρια, τωρινή συνάδελφο και πάντα αγαπημένη φίλη κυρία Μαρία Γιαννακού, που τόσο πρόθυμα δέχτηκε να προλογίσει την παρουσίασή μας.

Έπειτα, ένα μεγάλο ευχαριστώ στους εκδότες μας του ΕΛΚΥΣΤΗ Κατερίνα και Αχιλλέα Τριαντόγλου για την θαυμάσια διοργάνωση της βραδιάς αυτής.

Και βέβαια θα ήθελα να απευθύνω και σε σας τις ευχαριστίες μου, που μας κάνατε την τιμή να είστε μαζί μας απόψε .

Δεν είναι σύνηθες φυσικά να βρίσκονται δύο μέλη της ίδιας οικογένειας να παρουσιάζουν μαζί τα βιβλία που εξέδωσαν στον ίδιο οίκο.

Αλλά αν διαβάσετε τις ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΜΝΗΜΕΣ του Περικλή Λεύκα, θα καταλάβετε νομίζω πως μάλλον το δύσκολο για μας είναι να βαδίσουμε πεπατημένες οδούς!

Ίσως να έπαιξε σε αυτό και κάποιον ρόλο και ο τόπος καταγωγής, η Μελιά Δωδώνης, μια αετοφωλιά μέσα σε κακοτράχαλα βράχια που πρέπει να τα σκαρφαλώσεις επἀξια για να φτάσεις στις βουνοκορφές.

Καθώς ο συγγραφέας του βιβλίου το οποίο θα παρουσιάσω με συντομία κι εγώ είναι ο πατέρας μου, υπάρχει κίνδυνος να σκεφτείτε βεβαίως πως όσα θα πω είναι απλώς υποκειμενικά, εμπνευσμένα από την αγάπη που καθένας έχει για τους δικούς του.

Ωστόσο, πιστεύω ειλικρινά πως αν δεν είχα την τύχη και την τιμή να είμαι κόρη του Περικλή Λεύκα και γνώριζα απλώς την πορεία της ζωής του, έτσι όπως την εκθέτει, έστω αποσπασματικά, σε αυτά τα απομνημονεύματα, θα τον εκτιμούσα και θα τον θαύμαζα ως άνθρωπο που αντιμετώπισε με θάρρος, επιμονή, υπομονή, ευσυνειδησία, ευαισθησία, ιδεαλισμό και αξιοπρέπεια, αφάνταστες δυσκολίες για μας σήμερα – αλλά συνήθεις για όσους πέρασαν από εκείνα τα τρομερά χρόνια των πολέμων, της κατοχής και των διχασμών. Το έργο του, που συνέθεσε αρχικά για μας τους πιο κοντινούς του ανθρώπους και στην μνήμη του αδελφού μου σαν μια πολύτιμη κληρονομιά προσωπική και οικογενειακή, μου φάνηκε αμέσως όταν το πρωτοδιάβασα πως ξεπερνούσε κατά πολύ αυτά τα στενά όρια.

Η αγάπη του για το χωριό του τον οδήγησε σε μια σοβαρή εθνογραφική μελέτη για το ιδιωματικό λεξιλόγιο, τις πλευρές της καθημερινότητας, τις δραστηριότητες, τα ήθη, τα έθιμα, τους θρύλους, την ιστορία των ανθρώπων του, και για να την πραγματοποιήσει ανασκάλεψε τις δικές του αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, αλλά και δεν δίστασε να ζητήσει συνεντεύξεις από τους πιο ηλικιωμένους. Το τελικό αποτέλεσμα είναι νομίζω μια ζωντανή απεικόνιση του τρόπου ζωής των κατοίκων πολλών ορεινών κι απρόσιτων περιοχών της πατρίδας μας ήδη πριν τον Β᾽ παγκόσμιο πόλεμο, κατά την κατοχή και τον εμφύλιο αλλά και για αρκετό καιρό μετά. Για όσους ανήκουν σε αυτή την γενιά, πρόκειται σίγουρα για μια αναβίωση και των δικών τους εμπειριών. Για τους πιο νέους, η ιστορική μνήμη των παλαιότερων έρχεται να βοηθήσει στην καλύτερη συνειδητοποίηση των αγώνων που χρειάστηκαν για να απολαμβάνουν όσα έχουν σήμερα θεωρώντας τα δεδομένα, όπως η ελευθερία, η δημοκρατία, η ασφάλεια, η καθημερινή τροφή, η στέγη, η δυνατότητα περίθαλψης σε περίπτωση ασθένειας, η απρόσκοπτη πρόσβαση στην εκπαίδευση…

Ο Περικλής Λεύκας έδωσε αδιάκοπες, πεισματικές μάχες χωρίς ανακωχή από παιδί για να κερδίσει για εκείνον και την οικογένειά του όλα αυτά, χωρίς ποτέ να χάσει την βαθιά του ανθρωπιά και την έγνοια του να αγαθοεργεί προς όλα τα όντα που τον προσεγγίζουν: από τα άδολα ζώα ως τους φίλους, συμμαθητές, δασκάλους, συναδέλφους, μαθητές, συμπατριώτες, αλλά και ολόκληρη την

Ελλάδα όταν το καλούσε η περίπτωση. Η άσβεστη δίψα του για γνώση (που είναι πάντα εμφανής, ακόμη και σήμερα) και για ό,τι καλύτερο τον ωθεί να προσπαθεί να μάθει γράμματα μόνος του στην αρχή ενώ βόσκει τα γίδια του, παιδάκι πάνω στα ηπειρώτικα βουνά και μέσα στη φωτιά του πολέμου. Από εκεί θα τον σπρώξει να βγάλει το δημοτικό και να μάθει την τέχνη του τσαγκάρη, να τελειώσει το γυμνάσιο και να στραφεί και στις ξένες γλώσσες, να πετύχει στις εισαγωγικές εξετάσεις στην Ακαδημία και στο Πανεπιστήμιο. Κατόπιν παίρνει με άριστα δύο πανεπιστημιακά πτυχία, γίνεται ο ίδιος εκπαιδευτικός πάντα έτοιμος να ξεκινήσει νέες μετεκπαιδεύσεις εντός και εκτός των συνόρων, για να ολοκληρώσει την σταδιοδρομία του ως γυμνασιάρχης και υποδιευθυντής σε Ευρωπαϊκό σχολείο στην Αγγλία… Σε αυτή την Οδύσσεια άφησε πίσω του για όσους τον συναναστράφηκαν την εικόνα ενός ανθρώπου που στάθηκε έντιμος και ακέραιος στις αρχές του, που πήγαινε πάντα πολύ παραπέρα σε όσα πρόσφερε στα πλαίσια της δουλειάς του από αυτά που τυπικά θα ήταν αρκετά, που φάνηκε πάντα ανοιχτός στο διάλογο και στην κατανόηση των άλλων, με μια ζεστασιά άμεση και μοναδική, αλλά ακόμη και με πολύπλευρες καλλιτεχνικές ευαισθησίες και δημιουργίες. Πιστεύω πως η εξαιρετική σεμνότητά του δεν τον αφήνει ακόμη να δει ότι αποτελεί φωτεινό και απαράμιλλο πρότυπο για όλους μας… Και βέβαια για εμάς που είμαστε παιδιά του, τα πράγματα δεν είναι απλά! Το έχουμε από καιρό πάρει απόφαση πως είναι αξεπέραστος! Θα ήθελα εδώ να σας διαβάσω μερικά χαρακτηριστικά απόσπασματα από τις ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΜΝΗΜΕΣ.

 

 

 

Ας αρχίσουμε με μια περιγραφή του χωριού και της ιστορίας του: σελ. 28:

«Αφού αναπνεύσουμε καθαρό αέρα και θαυμάσουμε αυτό το μεγαλείο της φύσης από το Ραϊδιό, συνεχίζουμε τον ανηφορικό δρόμο για το χωριό. Τα σπίτια, λιγοστά και αραιά, είναι χωμένα μέσα σε πυκνόφυλλα πανύψηλα πουρνάρια. Μπαίνοντας στο χωριό, βρισκόμαστε μπροστά στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Νικόλα με ένα αιωνόβιο, θεόρατο πουρνάρι δίπλα, που θέλει τρεις ανθρώπους να αγκαλιάσουν τον κορμό του. Αγωνίζεται να κρατήσει τα γέρικα κλαδιά του αλώβητα από το χρόνο. Στολίδι της εκκλησίας μια μεγάλη και όμορφη πλατεία, που τα ξενιτεμένα παιδιά του χωριού με ζήλο και πολλή αγάπη φροντίζουν να την καλλωπίζουν. Εδώ είναι και το μικρό καφενεδάκι του χωριού και το μοναδικό. Το είχε παλιά ο μπαρμπα-Γιώργος, μα όταν εκείνος χάθηκε, έμεινε στο πόδι του η κόρη του, η Βαγγελή, που σου φέρνει τον καφέ στο τραπέζι με το παλιό, παραδοσιακό και μικρό καφόμπρικο. Εδώ, μεταξύ ούζου, τσίπουρου και κολτσίνας, γίνονταν και γίνονται και σήμερα ομηρικοί καυγάδες για τα πολιτικά και τα χωριανικά. Καθόμαστε λίγο να πιούμε ένα καφεδάκι και να ξαποστάσουμε. Δίπλα στο πουρνάρι μια πινακίδα τραβάει την προσοχή μας και φέρνει στο μυαλό μας τα πικρά χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. «ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ». Εδώ στην πλατεία είναι και το λιθάρι, που μολογάν πως κάθισε ο Μπότσαρης με το πρωτοπαλλήκαρό του όταν έκανε σύναξη στο χωριό να κουβεντιάσουν πώς να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους. Τούτοι οι άνθρωποι εδώ δεν έσκυβαν εύκολα κεφάλι στον τουρκικό ζυγό γι’ αυτό και διάλεξαν να κάνουν τα σπίτια τους αετοφωλιές, πάνω σε ψηλά κι απάτητα βουνά. Ήθελαν να αναπνέουν ελεύθερον αέρα. Το Σούλι δεν πατήθηκε από τούρκικο ποδάρι παρά λίγο πριν από την Επανάσταση, οπότε οι Σουλιώτες το εγκατέλειψαν… Θυμάμαι εδώ ένα περιστατικό, που διηγείται ο πατέρας μου για έναν γείτονά μας, το Γιαννακη-Τσακίρη. Μια μέρα, καθώς γύριζε από τα Γιάννενα στο άλογο καβάλα, αντάμωσε έναν Τούρκο καβαλάρη κοντά στο Μπιζάνι. Εκεί τον σταμάτησε ο Τούρκος και του ζήτησε το λόγο, γιατί δεν ξεπέζεψε να τον προσκυνήσει, γιατί απαγορευόταν, βλέπεις, στους Γκιαούρηδες να περνάν καβάλα μπροστά σε Τούρκο. Δε χάνει καιρό ο Γιαννάκης, αδράχνει την γκλίτσα, του κοπανάει μια στο κεφάλι και τον γκρεμίζει από το άλογο. Ώσπου να συνέλθει εκείνος και να ειδοποιήσει το απόσπασμα να τον κυνηγήσει, ο Γιαννάκης δίνει βιτσιά στο Γρίβα του και γίνεται καπνός. Είναι χαρακτηριστικό του Έλληνα να ορθώνει το κεφάλι. Το έχει μέσα στο αίμα του. Η ελευθερία είναι το οξυγόνο της ζωής του και χωρίς αυτό το οξυγόνο χάνει την αναπνοή του, πνίγεται».

 

Και μια εικόνα πιο βουκολική και λυρική: σελ. 40 :

«Από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο ήταν πιο εύκολα και πιο ευχάριστα τα πράγματα. Το Μάη οι βουνοπλαγιές ντύνονταν με ένα χρώμα κιτρινωπό και κοκκινωπό, καθώς η σκάρπα έβγαζε καινούριο κλαρί και χαιρόσουν να βλέπεις ολούθε τα γίδια σκαρφαλωμένα να κόβουν τρυφερά βλαστάρια και ν’ ακούς τον απαλό ήχο από τα κυπριά και τα κουδούνια. Οι άνθρωποι ήταν μερακλήδες. Μολονότι δεν είχαν σχέση με νότες και μουσική, έβρισκαν μόνοι τους την αρμονία, γιατί την κουβαλούσαν μέσα τους. Έτσι φρόντιζαν να κάνουν δικούς τους συνδυασμούς. Στο κοπάδι θα κρεμούσαν δυο-τρία μεγάλα κουδούνια, το ένα λίγο μεγαλύτερο από το άλλο για να διαφέρει ο ήχος, και δυο-τρία μεγάλα κυπριά με δυο γλωσσίδια. Αυτά ήταν κρεμασμένα κυρίως στα δυνατά τραγιά και ο πιο μεγάλος και πιο βαρύς κύπρος στο γκεσέμι που το καμάρωνε ως αρχηγός του κοπαδιού και πήγαινε πάντα μπροστά. Μετά ακολουθούσαν μικρότερα κυπριά με ένα γλωσσίδι, πάλι όμως με μια διαφορά στο μέγεθος μεταξύ τους, έτσι ώστε να έχουμε μια αρμονική κλίμακα από το μικρότερο προς το μεγαλύτερο. Στα κατσίκια έβαζαν μικρά κουδουνάκια, τα χαρχαλίδια, σαν αυτά που κρέμονται στο θυμιατήρι. Όλα αυτά ήταν κρεμασμένα σε στεφάνια από πυξάρι, που τα έφτιαχναν μόνοι τους με πολύ μεράκι, και γιόμιζαν τον αέρα με μια γλυκιά μουσική αρμονία. Τις φεγγαρόλουστες καλοκαιρινές βραδιές, που τα γίδια δεν έμπαιναν στο μαντρί, ήταν πραγματική μαγεία ν’ ακούς αυτήν την αρμονία, που τη συμπλήρωναν τα τριζόνια, ο γκιόνης και κάποια απαλή μελωδία φλογέρας. Και πριν τα ξημερώματα, σαν σκάριζαν τα γίδια για βοσκή, η αρμονία συμπληρώνονταν με τη μελωδία των αηδονιών, που κελαηδούσαν χωμένα στα λακκώματα ».

 

Μερικά πιο προσωπικά βιώματα μέσα στις φλόγες του πολέμου: σελ. 100:

«Πέρα από τις συμπλοκές είχαμε και το παιδομάζωμα. Όπου περνούσαν οι ΕΑΜίτες και μπορούσαν, έπαιρναν μαζί τους όσα μικρά παιδιά έβρισκαν είτε με τη θέληση των γονιών τους είτε και χωρίς τη θέλησή τους. Τα παιδιά αυτά τα προωθούσαν από την περιοχή της Ηπείρου στην Αλβανία και από κει μεταφέρονταν και διασκορπίζονταν σε διάφορες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που ήταν γνωστή τότε ως «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Είκοσι οκτώ χιλιάδες παιδιά είχαν ξεριζωθεί τότε από τα σπίτια τους και την πατρίδα τους. Η δικαιολογία γι’ αυτό το σκληρό παιδομάζωμα ήταν απλή και εύκολη. Μάζευαν, έλεγαν οι ΕΑΜίτες, τα παιδιά για να τα σώσουν από τον πόλεμο, να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών, που μπορεί να τα σφάξουν ή να τα κλείσουν σε Ιδρύματα και να τα κάνουν φασίστες. Είναι αλήθεια πως μέσα σ’ αυτή τη λαίλαπα του πολέμου η τότε Βασίλισσα Φρειδερίκη πήρε την πρωτοβουλία για την ίδρυση της Πρόνοιας Βορείων Επαρχιών. Έγιναν τότε πενήντα δύο Παιδοπόλεις σε όλη την Ελλάδα, παρέχοντας καταφύγιο σωτηρίας σε πενήντα χιλιάδες παιδιά. Η εισαγωγή στην Παιδόπολη όχι μόνο δεν ήταν αναγκαστική, όπως ισχυρίστηκαν μερικοί, αλλά ήταν και πολύ δύσκολη και ασφαλώς δε γινόταν καμιά διάκριση ανάμεσα στα παιδιά γονιών που βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ξέρω από προσωπική εμπειρία πως παιδιά ΕΑΜιτών, ΕΛΑΣιτών, ΕΔΕΣιτών κοιμόμασταν δίπλα δίπλα, παίζαμε μαζί, διαβάζαμε μαζί και ποτέ δεν ακούσαμε όχι μόνον κάποια μονόπλευρη προπαγάνδα, αλλά ούτε νύξη για τον πόλεμο και τα δεινά του. Αντίθετα θα έλεγα πως ήμασταν περιορισμένοι και απομονωμένοι από τον έξω κόσμο για να μην ξέρουμε τι γίνεται κι έτσι να πληγώνεται πλιότερο η παιδική ψυχή μας. Από τη μια η εμπόλεμη κατάσταση και ιδιαίτερα ο φόβος του παιδομαζώματος, που μ’ έκανε πολλές φορές να παίρνω το καπί και να κοιμάμαι έξω, κρυμμένος σε κάποια σκαρπαριά ή το χειμώνα σε κάποιον αχυρώνα, κι από την άλλη η ανέχεια, η αρρώστια του πατέρα, οι οικονομικές δυσκολίες, έκαναν τον πατέρα μου να κάνει αίτηση να μπούμε στην Παιδόπολη εγώ και ο αδερφός μου, ο Κλέανδρος».

 

Η συνέχεια στα επόμενα χρόνια:

σελ. 141 : «Εδώ βέβαια ήμασταν στην καρδιά της πόλης, της όμορφης Θεσσαλονίκης, της νύφης του Θερμαϊκού, με το Λευκό της Πύργο, την όμορφη παραλία και τα Βυζαντινά Κάστρα. Εδώ βρήκα και το φίλο μου, το Χαράλαμπο, και κάναμε μεγάλη χαρά που ανταμώσαμε πάλι, καθώς και άλλους παλιούς συμμαθητές. Πηγαίναμε στο Έκτο Γυμνάσιο, που χάρη στους Παιδοπολίτες έπαιρνε τα πιο πολλά βραβεία και αριστεία, αφού έπρεπε να έχουμε βαθμολογία πάνω από 17 για να συνεχίσουμε. Κάθε χρόνο όλο και θα επαναπατρίζονταν μερικοί που έπεφταν κάτω από 17, αλλά ήταν πολύ λίγοι. Τα πράγματα ήταν πιο ευχάριστα για μένα αλλά μέσα μου σφιγγόταν η ψυχή μου γιατί ένιωθα σαν προστάτης μιας οικογένειας που δεν μπορούσα να προσφέρω καμιά βοήθεια και ο δρόμος μπροστά ήταν πολύ μακρύς.

Έγραψα λοιπόν στον πατέρα εκφράζοντας την αγωνία μου και τις ανησυχίες μου κι εκείνος μου απάντησε προσπαθώντας να τονώσει το ηθικό μου και να μου δώσει μερικές πατρικές συμβουλές:

 

Εν Μελιά τη 17 Σεπτεμβρίου 1953

…έλαβον σήμερον τας γλυκάς σου επιστολάς τας οποίας είχες μία από τας Αθήνας και μία από την νέαν εγκατάστασιν την Θεσαλονίκην και ίδα να μου γράφης όλες τις λεπτομέριες. Ίδα να στενοχορίσε διά εμάς. Δια εμάς όπως σου έγραψα και στο προηγούμενο γράμα το οποίον δεν το έλαβες διότι επίγε εις τον Άγιον Ανδρέαν και εσύ έφυγες διά τη Θεσαλονίκη σου έγραψα να μην στενοχορίσθε καθόλου διά εμάς. Εμείς το πήραμε απόφαση επειδή εβρέθης εις αυτόν τον καλόν τον δρόμον να προχορίσης και εμείς όπως θα υποφέρομαι θα υποφέρομαι διά να σωθής εσύ καμιά φορά και γίνης κανένας καλός άνθρωπος. Τότε θα ξεχαστούν όλες οι ταλεπορίες οι δικές μας.να παρα καλής τον Θεόν να είμαι εν Ζωή μέχρι να τελειώσεις αυτό το μεγάλο έργο το οποίον ανέλαβες και τότε ας πεθάνω ευχαριστιμένος διά να μην πεθάνω πρωτού εσύ τελειώσεις την σπουδήν και μείνει η μητέρα σου εις την πλάτυ την δική σου. Τότε είσαι άσχημα. Έως εγώ ευρίσκομαι εν Ζωή να μην στενοχορίσαι καθόλου διά εμάς εδώ. Εσύ να προσέχεις να διαβάζεις να βγένης πρότος στα μαθήματα. Επειδή το Γυμνασιον θα είναι φαντάζομαι στην πόλη και θα πηγένεις από την παιδόπολη εις το γυμνάσιον να έχεις το νου σου από τα αυτοκίνητα. Να μην συναστρέφεσαι έξω με κακά παιδιά. Να πηγένεις την διορισμένη ώρα και να γυρίζεις εις την παιδόπολην πάλε. Να διαβάζης, να μην χαζεύης εις την πόλιν ασκόπος να χάνης καιρό…».

 

Δεν θα πω περισσότερα μετά από αυτή την σύγχρονη και απρόσμενη αναβίωση του «αιέν αριστεύειν», της συμβουλής που είχε δώσει και ο Πηλέας στον γιο του τον Αχιλλέα, και που μας φέρνει στην εξήγηση του γενικού τίτλου αυτής της βραδιάς, όπου παρουσιάζονται έργα αφιερωμένα σε βιογραφίες αρχαίων και νέων Ελλήνων εμπνευσμένων από τον «αγώνα τον καλόν».

——————————————-

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ από την παρουσιάστρια:

Θα ζητήσω όμως από τον ίδιο τον Περικλή Λεύκα να μας αποκαλύψει μερικές ακόμη πτυχές της σκέψης του. Αγαπημένε μου dad, θα ήθελες να απαντήσεις σε μερικές απορίες μου, που μοιράζομαι εδώ με το κοινό μας;

 

  1. -Μιλάς πολύ συχνά στο έργο σου όχι μόνο για τα άλλα μέλη της οικογένειας και για συγχωριανούς σου αλλά και για έναν παιδικό φίλο που ξέρω πως είναι πολύ αγαπημένος σου, τον κύριο Χαράλαμπο Βαλερά, και κάποια στιγμή μου είπες ότι τα απομνημονεύματα αυτά είναι τόσο δικά σου όσο και δικά του. Πώς το εννοείς αυτό;

  1. -Η αφήγησή σου σταματά σχεδόν στο τέλος του 20ου αιώνα, με την επεισοδιακή επιστροφή σου το 1997. Καθώς διαφαίνεται στο έργο σου το γενικότερο περιβάλλον της Ελλάδας ως τότε, αν έγραφες την συνέχεια του βιβλίου σου, τι θα είχες να πεις για την Ελλάδα του 21ου αιώνα;

  2. -Οι αναγνώστες σου θα μάθουν πάρα πολλά για τις σκέψεις σου και τις εμπειρίες σου ως την πρώιμη συνταξιοδότησή σου. Βέβαια, όπως είναι προφανές, ο δυναμισμός σου παραμένει ακμαίος, παρά τα χρόνια που περνούν. Θα ήθελες να μας μιλήσεις λίγο και για την ζωή σου από το τέλος του βιβλίου ως σήμερα, για τις τωρινές ασχολίες σου αλλά και για τα μελλοντικά σου σχέδια;

  3. Ευχαριστώ πολύ!

————————————

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ από τον συγγραφέα (Θεσσαλονίκη 31.10.19):

 

Για να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια πράγματα, οι ευχαριστίες που εξέφρασε η Αικατερίνη Λεύκα καλύπτουν κι εμένα απολύτως. Όσο για την παρουσίαση που ακούσαμε, θα τολμούσα να πω πως οι « ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΜΝΗΜΕΣ» δεν θα μπορούσαν να βρουν καλύτερο παρουσιαστή, και παρακαλώ να μην θεωρηθεί ότι θέλω να επαινέσω την κόρη μου, γιατί «αν δεν επαινέσεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει».

Η κρίση μου είναι απολύτως αντικειμενική και πιστεύω πως, όσοι τουλάχιστον διαβάσουν το βιβλίο, θα συμφωνήσουν μαζί μου.

Έρχομαι τώρα στις απαντήσεις:

  1. -Ναι είναι αλήθεια αυτό. Με τον επιστήθιο και αδελφικό μου φίλο, Xαράλαμπο Βαλερά, γευτήκαμε και μοιραστήκαμε οι δυο μας χαρές και λύπες κοντά στα δέκα χρόνια σε διάφορες Παιδοπόλεις. Αυτά τα απομνημονεύματα δεν είναι μόνον δικά μου,  αλλά και δικά του, γιατί υπάρχουν εδώ πολλές επιστολές, που είναι ο καθρέφτης της δικής του ζωής και του εσωτερικού του κόσμου. Γι’ αυτό, αν κάποιος θέλει να μάθει κάτι για εκείνον, δεν έχει παρά να αποκτήσει αυτό το βιβλίο. Θα δει κανείς και πολλά άλλα πρόσωπα που αναφέρονται εδώ, όπως ο πολύ καλός μου φίλος Ανέστης Παχαδίρογλου, που δυστυχώς μας άφησε νέος, πριν προλάβει να γευτεί την ζωή του, αλλά και πολλοί άλλοι Παιδοπολίτες και χωριανοί μου,

 

  1. -Για την Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος. Η οικονομική κρίση, στην οποία έχουμε βουλιάξει κυρίως εμείς αλλά και όλος ο κόσμος, δεν φαίνεται, κατά την γνώμη μου, να τελειώσει, τουλάχιστον σύντομα. Η κρίση αυτή έχει συμπαρασύρει και άλλα πράγματα έτσι ώστε να υπάρχει πια μια γενική κρίση ιδεών και αξιών.

 

 

  1. -Ε! Τώρα είμαι πια στο γέρμα της ζωής και μάλλον δεν είναι καιρός για όνειρα. Ωστόσο, είμαι μέλος του Συλλόγου Αποφοίτων Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και συμμετέχω στη χορωδία του «Χρήστος Τσολάκης». Ασχολούμαι με τον Υπολογιστή και με διάβασμα και, ευκαιρίας δοθείσης, με κανένα ταξιδάκι.

 

 


Σχολιάστε