"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Ποίηση Των Ψυχών… (Σάββατο, 6/6)

 

 

 

 

 

[ΣΑΒΒΑΤΟ των ΨΥΧΩΝ αύριο,

κι ο αγαπητός φίλος και πολύτιμος συνεργάτης των “Χ.ν.” ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ,

μας το υπενθυμίζει επιλέγοντας όμορφα κείμενα. Στ.Γ.Κ.]

  1.  

  2. ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ…

 

Γράφει ο Βαγγέλης Κακατσάκης, “Χ.ν.” 5-6-20

http://www.haniotika-nea.gr/ton-psychon/

 

«Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε

την πίκρα της ζωής. Οντας βυθίσει

ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,

μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.

 

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση

μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,

α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,

διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,

πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

 

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν

θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν».

 

Το ποίημα “Λήθη” του Λορέντζου Μαβίλη.

Καλότυχους θέλει τους νεκρούς ο ευπατρίδης ποιητής που έφυγε νωρίς

για τον Επουράνιο Παρνασσό, στα 52 του χρόνια, στις 28 Νοεμβρίου 1912,

στο Δρίσκο της Ηπείρου, πολεμώντας ως εθελοντής των Βαλκανικών Πολέμων

στο τάγμα των Γαριβαλδηδών.

Και στο σονέτο του γι’ αυτούς ο νους μου, Ψυχοσάββατο αύριο, ημέρα των Ψυχών.

 

 

«Το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής ταυτίζεται στη λαϊκή συνείδηση με τη δοξασία που θέλει

τις ψυχές να ετοιμάζονται για την επιστροφή τους στον Κάτω Κόσμο […] Οι μαυροφορεμένες γυναίκες

της κρητικής υπαίθρου συνηθίζουν να αφήνουν ένα ποτήρι γεμάτο νερό στο τραπέζι, όπως συνήθιζαν παλιότερα

να αφήνουν το σταμνί γεμάτο νερό στο κατώφλι του σπιτιού για να πιουν οι ψυχές και να μη διψούν

στο μακρύ ταξίδι τους. Κι όταν φυσήξει άνεμος κι ακουστεί το θρόισμα των δέντρων λένε πως είναι οι ψυχές

που κλαίνε γιατί φεύγουν από τους αγαπημένους τους τόπους».

Τα που γράφει, μεταξύ των άλλων, ο Νίκος Ψιλάκης στο βιβλίο του “Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη”.

Για να συμπληρώσει αμέσως μετά:

«Σε όλη σχεδόν την Κρήτη η δοξασία για το κλάμα των ψυχών δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πλέγμα εθίμων όπως

η τελετουργική σιωπή κατά την ώρα που παρασκευάζουν τα κόλλυβα ή το άναμμα των κεριών για να βρίσκουν

οι ψυχές τον δρόμο της επιστροφής και να μη ταλαιπωρούνται». Μιας σκέψης δρόμος η απόσταση που χωρίζει

τους Ζώντες απ’ τους Τεθνεώτες…


«Καλεί τον φίλο του

που έφυγε νωρίς για το Υπερπέραν/ στα συναπαντήματά του,

βραδινές ώρες.

Έρχεται πάντοτε

με τα ρούχα που τον έθαψαν.

Πίνουν κρασί/ απ’ το ίδιο ποτήρι,

Τρώνε ψωμί και λάδι

απ’ το ίδιο πιάτο,

λένε τα νέα των.

Κι όταν το ρολόι δείχνει μεσάνυχτα

αντί για αντίο τραγουδούν./

Στον ουρανό γλεντίζουνε, στον Αδη κάνουν γάμο.

// Ο ζωντανός με τους ζωντανούς

κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους».

Το ποίημα “Συναπαντήματα” του γράφοντος (Από την ποιητική συλλογή του γράφοντος “Τα χελιδόνια του μοναχού”).

Των Ψυχών… Του Ψυχού για τη μάνα μου. Να ετοιμάζει το πιάτο τα κόλλυβα, τη θυμάμαι σαν σήμερα…

Να μην παραπονεθούν οι αποθαμένοι μας, η μόνη της έγνοια…”


—————————————————————————————————————————————————————————————

—————————————————————————————————————————————————————————————

 


 

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ και δυο ποιήματα της ΨΥΧΗΣ

Για μένα των Ψυχών είναι σχεδόν κάθε μέρα! Αναθιβάνω τους νεκρούς-κι είναι πολλοί αυτοί-τόσο για να μη τους λησμονήσω,

όσο κι επειδή τους αγαπούσα. και η ψυχή μου πεταρίζει με τις δικές τους πολύ συχνά:

«… Τὸ σῶμα σου ὡραῖο

Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.

Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.

Διαστολὴ τοῦ σώματος.

Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι

Σὲ πλησιάζω.» -Ρίτσος: [Συστολή ψυχής]

 

Τα επίσημο Ψυχοσάββατα, σύμφωνα με την Εκκλησία, δεν είναι ένα, αλλά δύο και μάλιστα οι ημερομηνίες τους

είναι κινητές καθώς εξαρτώνται από το Πάσχα. Πιο συγκεκριμένα, για φέτος 2020, το πρώτο Ψυχοσάββατο

ήταν το Σάββατο πριν την Κυριακή της Αποκριάς και το δεύτερο είναι το Σάββατο πριν την Πεντηκοστή (6/6).

Πέρα όμως από τα επίσημα ψυχοσάββατα, κατά περιοχές υπάρχουν κι άλλα Σάββατα που αφιερώνονται

στη μνήμη των νεκρών, όπως για παράδειγμα το Σάββατο πριν τη γιορτή του Αγ. Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη (25/10).

Επίσης στην Αθήνα έχουν ακόμη δύο ψυχοσάββατα. Το Σάββατο της Τυρινής και το Σάββατο της πρώτης εβδομάδος των Νηστειών, που είναι γνωστό και σαν Ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων.

 

 

 

-Ο. Ελύτης, [Πού να βρω την ψυχή μου] (Άξιον Εστί, Τα Πάθη, άσμα ε΄)

 

«Με το λύχνο του άστρου * στους ουρανούς εβγήκα

Στο αγιάζι των λειμώνων * στη μόνη ακτή του κόσμου
Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Λυπημένες μυρσίνες * ασημωμένες ύπνο

Μου ράντισαν την όψη * Φυσώ και μόνος πάω

Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Οδηγέ των ακτίνων * και των κοιτώνων Μάγε
Αγύρτη που γνωρίζεις * το μέλλον μίλησέ μου
Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Τα κορίτσια μου πένθος * για τους αιώνες έχουν

Τ’ αγόρια μου ντουφέκια * κρατούν και δεν κατέχουν

Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Εκατόγχειρες νύχτες * μες στο στερέωμα όλο

Τα σπλάχνα μου αναδεύουν * Αυτός ο πόνος καίει

Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Με το λύχνο του άστρου * στους ουρανούς γυρίζω

 

Στο αγιάζι των λειμώνων * στη μόνη ακτή του κόσμου

Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!»

—————————————————–

 

-Γ. Σεφέρης, [Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας…]

« Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας

πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

 

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

 

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

 

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά

κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.»

(Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα Η’)

 

 

 

 


Σχολιάστε