"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Ο Ναυπάκτιος (αριθμός θυμάτων) των Στρατοπέδων συγκέντρωσης (Αντ. Βενέτης)

 

 

 

 

Ο Ναυπάκτιος (αριθμός θυμάτων) των Στρατοπέδων συγκέντρωσης

Ξεφυλλίζοντας, στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην Αθήνα, την –τότε–ημερήσια εφημερίδα το ΒΗΜΑ, βρήκα στο φύλλο αυτής της 26.5.1945, την είδηση κατά την οποίαν:

«Κατά τηλ/μα της εν Παρισίοις ελληνικής πρεσβείας ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Άρης Παρασκευόπουλος εγκαταλείψας το στρατόπεδο του Νταμ Φρίζεκ της περιοχής Μαρκ την 9η Μαΐου παρουσιάσθη εις την ελληνικήν πρεσβείαν και ανέφερεν ότι ευρίσκονται εν απολύτω υγεία και απελευθερωθέντες υπό των Ρωσικών στρατευμάτων οι κάτωθι: Αντ/γος Κ. Μανέττας, υποστ/γος Βραχνός, απόστρατοι υποστ/γοι Κ. Ισμαϊλος, Σ. Καφάτος, Α. Ρουσέν πλοίαρχος, Π. Αγγελής, Συνταγματάρχαι Β. Κετσέας, Π. Παπαγεωργίου, Α. Παπαβασιλείου, Δικαίος Α. Γριβέας, Ι. Λιβαράς, Σ. Παπαθανασίου, Ν. Ρεβύθης, Αντισυνταγματάρχαι Γ. Αργυρόπουλος, Γ. Βουλιέρης, Γ. Καραγεώργος, Γ. Κοτίνης, Η. Λάμπρου, Ν. Λάζος, […]

Η μνεία λοιπόν του ονόματος «Γ. Κοτίνης» στην παραπάνω είδηση, ο οποίος στη Ναύπακτο ήτο γνωστός ως Τζώρτζης Κοτίνης, πατέρας του γεωπόνου Μπάμπη Κοτίνη, μου έδωσε την αφορμή, «βοηθούντος» και του κορωνοϊού, ο οποίος μας εγκλώβισε οίκοι, να γράψω το παρόν κείμενο:

Ο Τζώρτζης Κοτίνης (1887 – 1974), σκληροτράχηλος πολεμιστής, έλαβε μέρος, ως επιλοχίας, στους Βαλκανικούς πολέμους, τραυματίστηκε βαρέως κατά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο, τον Ιούνιο του 1913, στη μάχη της λίμνης Δοϊράνης εις την οποίαν οι ελληνικές δυνάμεις εσημείωσαν περήφανη νίκη επί των Βουλγάρων. Ο τραυματισθείς Γ. Κοτίνης παρέμεινε επί τριήμερον εις το πεδίον της μάχης, μετά την λήξη αυτής, χωρίς ιατρική περίθαλψη, διασωθείς δε διότι ανευρέθη τυχαίως από τον συμπατριώτη του στρατιώτη – εύζωνα – Γ. Δράκο. Έτσι μετεφέρθη εις νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Έλαβε επίσης μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία, την μεγάλη εξόρμηση του Ελληνισμού για την υλοποίηση της μεγάλης ιδέας του Έθνους. Στα υψίπεδα της Ανατολής, τον Αύγουστο του 1921, τραυματίζεται και μεταφέρεται στη Σμύρνη, όπου νοσηλεύεται. Επιστρέφει, ως τραυματισθείς, στην Ελλάδα όπου τίθεται σε πολεμική διαθεσιμότητα.

Ο Μπάμπης διέσωσε το τελευταίο του γράμμα, από το μέτωπο, με ημερομηνία 16.8.1921, ελάχιστες ημέρες πριν τραυματισθεί, το οποίο και συμπεριέλαβε στη μονογραφία του «Οι Κοτιναίοι, από την Κλεπά».

 

Γράφει ο Τζώρτζης Κοτίνης: «Ζώμεν κτηνωδώς, άυπνοι ημέρες τώρα. Ευρισκόμεθα νοτίως της Άγκυρας 60 χλμ. απωθούντες τον λυσσαλέα μαχόμενον Κεμαλικό Στρατό. Βαδίζομεν προς τα εκεί και ελπίζεται εντός δύο ημερών να εισέλθωμεν. […]

Υ.Γ. Το ψωμί τι χρώμα έχει, γράψτε μου.»

 

 


 

Η επόμενη είδηση της εφημερίδος το ΒΗΜΑ για τους απελευθερωθέντες από το Σοβιετικό στρατό, Έλληνες στρατιωτικούς, οι οποίοι υπερέβαινον τους 50, ευρίσκεται εις το φύλλον αυτής της 19.8.1945, κατά την οποίαν:

«Υπήρχε η πληροφορία ότι ο Στρατηγός Κ. Μανέττας και ο ναύαρχος κ. Ρουσσέν οι οποίοι εκρατούντο εις στρατόπεδα συγκεντρώ-σεως και των οποίων ηγνοείτο η τύχη μετά την κατάρρευση της Γερμανίας , έδωσαν σημεία ζωής εν Βουκουρεστίω».

 

Είναι εμφανές ότι η είδηση της 19.8.1945 αναφέρεται ονομαστικά στον αντιστράτηγο Κ. Μανέττα (1879 – 1960), εγγονό του Γενναίου Κολοκοτρώνη και στον ναύαρχο Α. Ρουσσέν, ως τους επικεφαλής της ομάδας των στρατιωτικών των οποίων η προπαρατεθείσα είδηση της ως άνω εφηρίδας της 26.5.1945, οι οποίοι απελευθερώθησαν υπό των Σοβιετικών και επί τρίμηνον περίπου «ηγνοείτο η τύχη των!»

 

Αλλά πώς ο Τζώρτζης Κοτίνης ευρέθη κρατούμενος στα Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Ούτος συνελήφθη στην Ναύπακτο από τους Ιταλούς, κατά τη διάρκεια της κατοχής, την 7.12.1942, μαζί με τον ταγματάρχη Χρήστο Μόσχο και τον επισμηναγό Πελοπίδα Φράγκον.

Η τύχη όμως των τριών Ναυπάκτιων αξιωματικών υπήρξε διαφορετική. Από την Πάτρα ο Τζώρτζης Κοτίνης μεταφέρεται στην Ιταλία με το φορτηγό πλοίο «Triestino». Ο ταγματάρχης Χρ. Μόσχος και ο επισμηναγός Πελοπίδας Φράγκος αναχωρούν από την Πάτρα με το επιβατηγό πλοίο «Citta di Genova», εις το οποίο επέβαιναν και αδειούχοι Ιταλοί αξιωματικοί. Το πλοίο αυτό τορπιλίστηκε από αγγλικό υποβρύχιο και μεταξύ των πνιγέντων ήταν ο Χρ. Μόσχος και ο Συνταγματάρχης Κ. Δαβάκης, ο οποίος (επνίγη) με την αίγλη μιας θρυλικής μορφής. Ο Επισμηναγός Πελ. Φράγκος, κολυμβών επί ώρας, διεσώθη υπό των Ιταλών και εγκλείεται εις στρατόπεδον συγκεντρώσεως. Δραπετεύει όμως μετά την πτώση του Μουσολίνι και με την συμπαράσταση της Ηπειρωτικής καταγωγής οικογένειας Βούλγαρη της Ρώμης, της οποίας γαμπρός ήταν ο Ναυπάκτιος πολιτικός Γ. Αθανασιάδης Νόβας, εκρύπτετο εις την Ρώμη και μετά την επλευθέρωση αυτής από τους Συμμάχους, κατόρθωσε να μεταβή εις το Κάιρο, όπου ήτο η έδρα της εξόριστης Ελληνικής Κυβερνήσεως.

 

Αντίθετα ο Τζώρτζης Κοτίνης μεταφέρεται υπό των Γερμανών εις την Γερμανία και εγκλείεται σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Αλλά περί όλων αυτών, θα ανατρέξουμε στο βιβλίο του γνωστού Ναυπάκτιου φαρμακοποιού Γιάννη Ράπτη «Συμβολή στην Ιστορία της Ναυπακτίας, Γεγονότα περιόδου 1940 – 1950», εις το οποίο καταγράφεται η μαρτυρία του Τζώρτζη Κοτίνη, κατά την οποίαν:

 

«… Κατόπιν τούτου μετήχθημεν αυθημερόν (7.12.1942) εις Μεσολόγγιον, εκείθεν δε … εις Πάτρας, όπου ήρχισαν μεταφερόμενοι και συγκεντρούμενοι και έτεροι κρατούμενοι Αξιωματικοί εξ άλλων διαμερι-σμάτων της Ν. Ελλάδος […] Την 4.1.1943 επιβιβάσθημεν εκ Πατρών εις ιταλικόν πλοίον, 50 περίπου Αξιωματικοί και την 8.1.1943 απεβιβάσθημεν εις Ιταλίαν. Οι εκ των εν Πάτραις συγκρατούμενών μου Ναυπάκτιοι Αξιωματικοί Μόσχος Χρ. και Φράγκος Πελ. περιελήφθησαν εις δευτέραν αποστολήν, το μεταφέρον αυτούς πλοίον ετορπιλίσθη εις την Αδριατικήν πνιγέντων 71 εκ των ομήρων Αξιωματικών: Μεταξύ των πνιγέντων οι Συν/ρχαι κ. Δαβάκης, Αντ. Καποδίστριας, Δημ. Σινιώρης, Νικ. Γεωργούλης, Σπ. Σύρρος και ο Ταγ/ρχης Μόσχος. Εν Ιταλία εκρατήθημεν ως όμηροι διαδοχικώς εις τα Στρατόπεδα Συγκεντρώσεως: Bussento (από 8.1.43 μέχρι 4.4.43) και Rezzanello (από 4.4.43 μέχρι 17.9.43). Άμα τη συνθηκολογήσει της Ιταλίας, το δεύτερον τούτο Στρατόπεδον κατελήφθη υπό των Γερμανών, οίτινες, αφού μας εκράτησαν επί τινας ημέρας διαβεβαιούντες ημάς περί της αμέσου εις την Πατρίδα παλλινοστήσεώς μας, μας μετέφεραν και εσυνέχισαν την ως ομήρων κράτησίν μας και δη – διαδοχικώς εις τα Στρατόπεδα Συγκεντρώσεως: α) Insmburn, β) Νυρεμ-βέργης, γ) Lamsndorf, δ) Niemburg (Vezer) και ε) FriezackMark. Μεταξύ των ομήρων Αξιωματικών εις τ’ ανωτέρω Στρατόπεδα συμπεριελαμβάνοντο και οι Αντιστρ/γοι Κ. Μανέττας (συγγενής του Τζαβέλλα), Υποστρ/γος Βασ. Βραχνός, Συντ/ρχαι Βενετσ. Κετσέας, Μανέττας, Αθ. Γριβέας, Λεων. Σπαής, Ταγ/ρχαι Αλ. Χρυσοχόου, Γρηγ. Κετσέας, Λοχ/γοί Γ. Αλεβίζος, Στ. Δρακουλαράκος, Γεώργ. Φιλίππου κ.α. Κρατούμενοι συνεχώς ως όμηροι, απηλευθερώθημεν την 3.5.45 υπό προελαυνούσης Μεραρχίας Πολωνών, εντεταγμένης εις τον Ρωσικόν Στρατόν, ήτις κατέλαβε το Στρατόπεδον. Την 9.5.1945 παρελήφθημεν υπό Μονάδος του Ρωσικού Στρατού και μετεφέρθημεν εις το υπό των Ρώσσων οργανωθέν Στρατόπεδον Αιχμαλώτων Lamsberg, εις τον οποίον όμως οι Ρώσοι, επιτυχόντες να εξασφαλίσουν μεταξύ των αιχμαλώτων πληροφοριοδότας, προέβησαν, εις τον διαχωρισμόν μας, εις «συμπαθούντας» προς αυτούς και εις «αγγλόφιλους» τοιούτου! Τους περιληφθέντες εις την δευτέραν ως άνω ομάδα μας υπέβαλαν εις παντοίας στερήσεις και ουδ’ επέτρεπαν ελευθέραν επικοινωνίαν, ηρχίσαμεν δε αμφιβάλλοντες και περί των πιθανοτήτων ακόμη επαναπατρισμού μας. Τελικώς επιτύχαμεν επαφήν μυστικώς με τας εν Βερολίνω Αμερικανικάς δυνάμεις Κάτοχης, εις ας διεξετραγωδήσαμεν την κατάστασίν μας, απαιτηθείσης ούτω τελικώς υπ’ αυτών, σχεδόν τηλεσιγραφικώς της παρά των Ρώσων προωθήσεώς μας προς την Ελλάδα. Η εκ Γερμανίας αναχώρησις μας εγένετο διακεκομμένως και με – προγραμματισμένην σχεδόν – καθυστέρησιν διά μέσου των Βαλκανίων, σιδηροδρομικώς. Επανήλθα ούτω εις την Ελλάδα μεθ’ ομάδος ετέρων εκ των ομήρων, διελθών διά του μεθοριακού φυλακίου Κούλας την 18 Σεπτεμβρίου 1945. Μετεφέρθησεν εις Θεσσαλονίκην και μέσω Αθηνών, προς την γεννέτειράν μου Ναύπακτον και την οικογενείαν μου. Εύρον την οικίαν μου κυριολεκτικώς απογυμνωμένην, με διηρπαγμένην υπό του ΕΑΜ άπασαν την κινητήν μου περιουσίαν, […]».

 

Κατά τη διάρκεια όμως της κατοχής και ενώ ο Τζώρτζης Κοτίνης ευρίσκετο έγκλειστος εις τα Ναζιστικά στρατόπεδα, ο Χρ. Πορετσάνος αρχηγός της τοπικής τρομοκρατικής οργάνωσης του Κ.Κ.Ε., της περιβόητης ΟΠΛΑ, η οποία στο Αγρίνιο εξόντωσε δεκάδες τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές, επεχείρησε να συλλάβη ή και να σκοτώση τον γιο του Μπάμπη, επειδή, άνηκε στην τοπική αντιστασιακή οργάνωση του ΕΔΕΣ. Σημειώνει ο αντ/ρχης Δημ. Πλούμης, επικεφαλής του τοπικού ΕΔΕΣ: «Κοτίνης Χαράλαμπος, ένοπλον μέλος της οργανώσεως Ναυπάκτου. Δεχθείς επίθεσιν ενόπλων της ΟΠΛΑ αντέδρασεν επιτυχώς, πυροβoλών και πυροβολούμενος, τους έτρεψεν εις φυγήν και κατόρθωσε να διαφύγη τραυματισμένος».

 

Μια ανάλογη περίπτωση με αυτή του Τζώρτζη Κοτίνη, ως κρατούμενου φασιστικών και Χιτλερικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά και της διαδρομής του επανερχόμενος εις την Ελλάδα, είναι και του πατρός του ε.α. Αντιστρατήγου Ηλία Αγρόδημου, Γιάννη Αγρόδημου, από το ορεινό χωριό Βερδικούσα του Δήμου Ελασσόνας.

 

Συνελήφθη και ούτος κατά την κατοχή από τους Ιταλούς, για απόκρυψη όπλων, τον Αύγουστο του 1942.

Μετεφέρθη αρχικώς εις Ιταλία και είτα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Το τέλος του πολέμου τον βρήκε σε στρατόπεδο, στο Βραδεμβούργο. Τούτο κατελήφθη από τα Σοβιετικά στρατεύματα, τα οποία όμως δεν προώθησαν τους κρατούμενους στις πατρίδες του. Έτσι παρέμεινε, υπό την επιτήρηση των Σοβιετικών επί τρίμηνον περίπου, υπό λίαν δυσμενείς συνθήκας. Τελικώς, κάτισχνος και ρακένδυτος επέστρεψε εις την Ελλάδα, μέσω Ουκρανίας και Βαλκανικών χωρών περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1945. Περιέγραφε εις τους συγχωρια-νούς του, πλην των εμπειριών του από τα Ναζιστικά στρατόπεδα, και τις λίαν δυσμενείς συνθήκες, που εβίωσε υπό τους Σοβιετικούς, αλλά και όσα διεπίστωσε κατά την διαδρομή του επανερχόμενος εις την Ελλάδα. Τούτο εθεωρήθη από τους κομμουνιστές της περιοχής, ως άκρως δυσφημιστικό για την «Μεγάλη χώρα των Σοβιέτ» και δεν εδίστασαν να προχωρήσουν εις την φυσική του εξόντωση στις 14 Ιουλίου του 1946…

 

Έτσι παρατηρούμεν ότι ενώ οι Δυτικοί σύμμαχοι μετέφερον, αυθωρεί και αδιακρίτως, τους απ’ αυτούς απελευθερωθέντες, από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις πατρίδες τους, τον δε αρχηγό μάλιστα του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη μετέφερον αεροπορικώς την 30.5.1945 εις την Αθήνα. Αντίθετα οι Έλληνες στρατιωτικοί και οι άλλοι Έλληνες κρατούμενοι, οι επί έτη έγκλειστοι των Ναζιστικών στρατοπέδων, οι απελευθερωθέντες από τον Σοβιετικό στρατό, εβίωσαν μια μη αναμενόμενη μεταχείριση, εκ μέρους των Σοβιετικών αρχών.

 

Δε θα ήτο υπερβολικά τολμηρό να είπωμεν ότι το περιστατικό τούτο ήταν το πρώτο κρούσμα του επακολουθήσαντος ψυχρού πολέμου, μεταξύ Σοβιετικών και Δυτικών. Η΄, εν πάση περιπτώσει, ένα δυσοίωνο φαινόμενο για τις μετέπειτα σχέσεις των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Γιατί όπως ορθά σημειώνει στο βιβλίο του Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ο Norman Davies, οι Δυτικοί άργησαν να συλλάβουν τη διαφορά μεταξύ Σοβιετικής εξουσίας και θεωρίας.

Τέλος να προσθέσω ότι, κατά την διάρκεια της κατοχής, την 26.7.1943, συνελήφθησαν υπό των Γερμανών πέντε στρατηγοί ο Α. Παπάγος, Ι. Πιτσίκας, Γ. Κοσμάς, Κ. Μπακόπουλος, και Π. Δέδες. Άπαντες μετεφέρθησαν εις διάφορα στρατόπεδα της Γερμανίας, μεταξύ των οποίων και στο Νταχάου. Ούτοι απελευθερωθέντες υπό των Δυτικών επέστρεψαν εις την Ελλάδα το πρώτο 15νθήμερο του Μαΐου του 1945. Ο εξ αυτών μάλιστα Στρατηγός Ιωάννης Πιτσίκας παρεχώρησε συνέντευξη περί της περιπέτειάς των, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της 15.5.1945.

Επίσης ο συλληφθείς Στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος έγραψε και σχετικό βιβλίο «Δύο χρόνια στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως».

Αντώνης Ν. Βενέτης

Μοναστηράκι Δωρίδος

 


Σχολιάστε