"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

“Les Fleurs du Mal” (Ch. Beaudelaire, A une Passante-Σε μια διαβάτισσα)

 

 

 

CXVII

A UNE PASSANTE

 

  1. La rue assourdissante autour de moi hurlait.
  2. Longue, mince, en grand deuil, douleur majestueuse,
  3. Une femme passa, d’une main fastueuse
  4. Soulevant, balançant le feston et l’ourlet;
  5.  

Agile et noble, avec sa jambe de statue.
Moi, je buvais, crispé comme un extravagant,
Dans son oeil, ciel livide où germe l’ouragan,
La douceur qui fascine et le plaisir qui tue.

Un éclair… puis la nuit ! – Fugitive beauté
Dont le regard m’a fait soudainement renaître,
Ne te verrai-je plus que dans l’éternité ?

Ailleurs, bien loin d’ici ! trop tard ! jamais peut-être !
Car j’ignore où tu fuis, tu ne sais où je vais,
Ô toi que j’eusse aimée, ô toi qui le savais !
[A une passante

Charles BAUDELAIRE  1821-1867]

———————————————

 

CXVII

 

ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΒΑΤΙΣΣΑ

(μετάφρ. Γιώργη Σημηριώτη, “Τα Άνθη του κακού”, 1949)

 

Του δρόμου τ΄οχλαλοητό ξεκούφαινε τριγύρα

Ψηλή, λιγνή, στα μαύρα της, αρχοντολυπημένη,

κάποια γυναίκα διάβηκε κρατώντας σηκωμένη

μ΄επίδειξη τη ρόμπα της τη νταντελένια γύρα.

 

Ευγενικιά και λυγερή με πόδι ως αγαλμάτου,

κι εγώ ρουφούσα, όπως αυτός που τρέλα τον χτυπάει,

μια γλύκα σαγηνευτική και μια ηδονή θανάτου.

 

Κάποια αστραπή… νύχτα μετά!-διαβάτισσά μου ωραία

που ξαφνικά στο βλέμμα σου ξανάνιωσα, για πε μου

αλλού πια μόνο θα σε δω, σε κάποια ζωή νέα;

 

αλλού, πολύ μακριά από εδώ! αργά! κ΄ίσως ποτέ μου!

Γιατί δεν ξέρω αν πουθενά θέλω πια σ΄ανταμώσει

ώ, εσένα που θ΄αγάπαγα, ώ, εσύ που τό’ χες νιώσει!

(Κάρολος Μπωντλέρ)

 

 

 


Σχολιάστε