"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Μάνες! Aιώνιες, αλησμόνητες μανάδες!

 

 

 

 

  1. ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΜΑΝΑΔΕΣ

  2. Και πάλι, όπως κάθε χρόνο, τη δεύτερη Κυριακή του Μάη θα γιορτάσουν οι μητέρες όλου του κόσμου. Μικρομαμάδες, ώριμες κυρίες, γιαγιάδες, όμορφες, άσχημες, ψηλές, κοντές, μαύρες, κίτρινες, άσπρες… Μαμάδες της ιστορίας και της παράδοσης, του κορωνοϊού και των πολέμων, του πόνου και της χαράς, της αυστηρότητας και της γλυκύτητας.
  3. Ναι, ο Θεός λένε, έπλασε τη μητέρα, για να διορθώνει τα λάθη Του. Κι έτσι είναι, αφού μόνο η μητέρα ανέχεται, συγχωρεί, αυτοθυσιάζεται για τα παιδιά της που είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει στη ζωή της.
  4. Στο ποίημα “Γλυκειά μου Μάνα” ο ποιητής Κυριαζής Αθανάσιος (1887-1950), φέρνει στο νου τις άλλες μανάδες, τις “παλιές” Παναγίες του πολέμου που οι άντρες ή τα παιδιά τους στην Ελλάδα και την Κρήτη, σκοτώθηκαν (Β’ παγκόσμιο ή εμφύλιο), με αντίπαλους ξένους ή ντόπιους.
  5. Χαροκαμένες μάνες, με την αγιοσύνη στο πρόσωπό τους, την καρτερικότητα και το άγχος να θρέψουν τα παιδιά τους, και να τα παιδαγωγήσουν σωστά:
  6. «Μαυροντυμένη, μαυρομαντηλούσα,
  7. και τα σου αστείρευτα κλαμένα
  8. Παρθένα Μεγαλόχαρη, Ελεούσα,
  9. Ήσουν για μένα.

  10. Μάνα, Πατέρας, Φίλος-τριπλή χάρη.
  11. Και στις βαριές δουλειές τρίζαν τα χέρια.
  12. Χήρα, δουλεύτρα, κάτου απ΄ το λυχνάρι,
  13. Στα κρύα νυχτέρια.

  14. Ήταν βοριάς, στη στέγη, που βογγούσε,
  15. Κι ήταν η ερμιά, που αλύχταγε στην πόρτα.
  16. Μα μέσα ο Θεός της φτώχιας μάς βλογούσε,
  17. Τα λίγα χόρτα.

  18. Και Συ, κλαμένη, μαυροφορεμένη,
  19. Φιλί κι ορμήνια ο λόγος σου καμπάνα
  20. Μες στην ψυχή μου Ανάσταση σημαίνει,
  21. Γλυκειά μου Μάνα»

———————————–

ΜΗΤΕΡΑ, ΜΑΝΑ, ΜΑΜΑ

 

 

ΥΠΑΡΧΟΥΝ και πολλές «άλλες» μάνες σόκαιρες με τη μάνα μου (πέθανε στα 1993) ή την κα Θεοδοσιά, τη μάνα του Μάκ (Μπαχατίρογλου): αυτές των ποιητών.

Στο «φευγιό» τους, κι αυτές μυθοποιημένες από τρυφερούς στίχους. Μανάδες με «διπλό» θάνατο, που η αγάπη τους δεν χωράει σ’ ένα φέρετρο, εξυμνούνται όπως τους πρέπει:

 

«Την έβλεπε συχνά στον ύπνο του, (εδώ και χρόνια, πεθαμένη μου μητέρα),

και πάντα το παράξενο εκείνο όνειρο: το μισοσκότεινο δωμάτιο, όπως τότε, οι σιγανές κουβέντες πλάι στο φέρετρο, κι οι φλόγες των κεριών που τρέμαν

καθώς από την ανοιγμένη πόρτα έμπαινε αθόρυβα

η μεγάλη νύχτα. Όλα τα ίδια.

 

Μόνο Εκείνη

δεν ήταν η ίδια (α, μητέρα) – θέλω να πω δεν ήταν πια μονάχη, μα δίπλα της, σ’ ένα άλλο φέρετρο,

ξανά εκείνη, το ίδιο αγαπημένο πρόσωπο

πεθαμένο δυο φορές, τα ίδια εκείνα χέρια που όλα τα συγχωρούσαν, σταυρωμένα

δυο φορές, δυο μητέρες όμοιες, πλαγιασμένες σε δυο φέρετρα –λες κι η απέραντη, πλημμυρισμένη της μητρότητα

που την είχε κάνει να ζήσει αμέτρητες ζωές

να μην χωρούσε τώρα μόνο σ’ ένα θάνατο.»

 

[Τάσος Λειβαδίτης, "Μητρότητα", Ποιήματα 1958-1964]


Μάνες που κάθε φορά που τις αναθιβάνει ο νους είναι αναπόφευκτο το δάκρυ... (Στ.Γ.Κ.)

————————————————————————————————————————————-

 

 

 

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΜΗΤΕΡΑ (συγκλονιστικό και ρεαλιστικό κείμενο)

 

Από Κλαίρη Τζωρτζάκη – 9 Μαΐου 2017

 

Πλησιάζει η Ημέρα της Μητέρας. Αλλά εγώ θα σας μιλήσω για τη νύχτα της.

 

Για την πρώτη της νύχτα και για τις άλλες χιλιάδες νύχτες της ως μητέρας πάνω από προσκέφαλα παιδιών.

 

Θυμάσαι την πρώτη; Είχαν φύγει πια όλοι οι επισκέπτες, αισθανόσουν κατάκοπη και χαρούμενη, πονούσες λίγο, το μωρό λίγα μέτρα μακριά από εσένα, σε καλά χέρια στην αίθουσα νεογνών, κάποιο κλαίει, πολλά κλαίνε, δεν ξέρω ούτε καν πώς ακούγεται το κλάμα του ακόμα, αλλά είμαι ήσυχη, μπορώ λίγες ώρες να κοιμηθώ, έγινα μαμά, θα το νιώσω πού θα πάει, θα μάθω να το θηλάζω, μου έδειξαν, πρέπει να κοιμηθώ, η γέννα δεν ήταν παίξε-γέλασε, οι εφιάλτες με τους πόνους, και μια αναπάντεχη μοναξιά, το θέλω δίπλα μου αυτό το μωρό αλλά καλύτερα μακριά μου τις πρώτες ώρες, πώς θα τα καταφέρω;

 

Η πρώτη νύχτα στο σπίτι. Τη θυμάσαι κι αυτή; Που όλοι κοιμόντουσαν και εσύ δεν μπορούσες να κλείσεις μάτι; Τι στο καλό θα το κάνω αυτό το πλάσμα εγώ; Πού είναι οι γιατροί και οι νοσοκόμες να είναι συνέχεια από πάνω του, πού ξέρω εγώ αν αναπνέει, αν πονάει, αν πεινάει, πώς θα το πιάσω να το πλύνω, να το αλλάξω, αστειεύεστε που μας διώξατε από το μαιευτήριο μέσα σε πέντε ημέρες, τι προλαβαίνει να μάθει κανείς μέσα σε πέντε ημέρες;

 

Και έρχεται η νύχτα με τον πρώτο πυρετό. Πλάκα κάνεις. Ξυπνάς τους πάντες και κανείς δεν ξέρει τι του γίνεται. Αντιπυρετικό, πόσα ml ( ; ), τόσα, με τη σύριγγα, να το δώσω με τη σύριγγα, όρθιο να μη μου πνιγεί, βλέπεις τη ρουκέτα να φεύγει, πάει το γάλα, πάει και το φάρμακο, τι κάνουν τώρα, σε πόση ώρα ξημερώνει επιτέλους σ’ αυτή την πόλη;

 

 

Άγρυπνες οι νύχτες των πυρετών. Και των πρώτων δοντιών. Άγρυπνες οι νύχτες στο Παίδων, κάποια στιγμή πρέπει να κοιμηθώ, αλλά στις τέσσερις το μαύρο ξημέρωμα πρέπει να του κάνω τη μάσκα με το εισπνεόμενο, δέκα λεπτά εισπνεόμενο το διανοείσαι ( ; ), πώς κρατάς ακίνητο ένα μωρό επί δέκα λεπτά;

 

Κι όμως. Τα καταφέρνεις. Και τα καταφέρνεις μια χαρά. Ηρέμησε.

 

Οι τρομερές νύχτες πάντα ξημερώνουν όπως και οι υπόλοιπες.

 

Ίσα ίσα για να έρθουν και άλλες που ακούς το παιδί να διαβάζει ως αργά, να ψιθυρίζει στο τηλέφωνο ως αργά, να χαζολογάει στο ίντερνετ ως αργά, «κλείσ’ τον επιτέλους αυτόν τον διάολο», ή να μένει έξω ως αργά, κάτι έπαθε, δεν μπορεί, σίγουρα κάτι έπαθε και δεν απαντάει στο τηλέφωνο, κρέμεσαι από τα μπαλκόνια μέχρι να το δεις να γυρίζει σφυρίζοντας, «πώς κάνεις έτσι;», και μετά έρχονται οι εξετάσεις, και να τα ξενύχτια πάλι χωρίς να το θέλεις ή χωρίς να το θέλει, κλείνουν τα μάτια μου, να τα άγχη, να οι πορτοκαλάδες, να οι αποτυχίες, να και οι επιτυχίες, γελάς, κλαις, «τι θα κάνει απόψε, πρώτη νύχτα, σε ξένη πόλη;»

 

Θες κι άλλα;

—————————————————————————–


  1. ———————————————————————————————————————————-

https://www.youtube.com/watch?time_continue=111&v=npSDM26xlzs&feature=emb_logo

 

LYRICS Welcome to the end of being alone inside your mind

You’re tethered to another and you’re worried all the time

You always knew the melody but you never heard it rhyme

She’s fair and she is quiet,

Lord, she doesn’t look like me

She made me love the morning, she’s a holiday at sea

The New York streets are busy as they always used to be

But I am the mother of Evangeline

The first things that she took from me were selfishness and sleep

She broke a thousand heirlooms

I was never meant to keep

She filled my life with color, canceled plans, and trashed my car

But none of that was ever who we are

Outside of my windows are the mountains and the snow

I’ll hold you while you’re sleeping and I wish that I could go

All my rowdy friends are out accomplishing their dreams

But I am the mother of Evangeline

And they’ve still got their morning paper and their coffee and their time

And they still enjoy their evenings with the skeptics and the wine

Oh, but all the wonders I have seen,

I will see a second time

From inside of the ages through your eyes

You are not an accident where no one thought it through

The world has stood against us, made us mean to fight for you

And when we chose your name we knew that you’d fight the power too

You’re nothing short of magical and beautiful to me

Oh, I’ll never hit the big time without you

So they can keep their treasure and their ties to the machine ‘Cause

I am the mother of Evangeline

They can keep their treasure and their ties to the machine ‘Cause

I am the mother of Evangeline Ooh Ooh Ooh

 

#BrandiCarlile #TheMother #ByTheWayIForgiveYou


1 σχόλιο

  1. Hey there, You’ve done a fantastic job. I’ll certainly digg it and in my view recommend to my friends. I’m sure they’ll be benefited from this site.

Σχολιάστε