"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Μερικά αρνητικά των Παιδοπόλεων (όπως τα έζησα εγώ)

 

 

 

ΜΕΡΙΚΑ ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΟΠΟΛΕΩΝ

 

ΕΧΟΝΤΑΣ ζήσει, ίσως τα καλύτερα παιδικά μου χρόνια σε πολλές Παιδοπόλεις (1947-1961), δεν έχει μείνει μέσα μου μόνο η νοσταλγία και η γλυκιά ανάμνηση μιας ανεπανάληπτης παιδικότητας…, ούτε πάλι, μόνο η “ερασιτεχνική” παρηγορητική και παιδαγωγική που εφαρμόστηκε -ειδικά στην Παιδόπολη “Καλή Παναγιά” (Βέροια)- από ομαδάρχες και δασκάλους… Έμειναν, όπως είναι φυσικό, και αρκετά αρνητικά στοιχεία, με εμπειρίες αλησμόνητες.

 

(Αγία Ειρήνη, 1947-1950, αρχείο Λ. Γερασίμου)

1.-ΣΤΗΝ πρώτη υποτυπώδη Παιδόπολη που έμεινα για λίγο, στη Λητή Θεσσαλονίκης (1947- 1948;), ήμασταν πολλά ανταρτόπληκτα παιδιά από διάφορες περιοχές της χώρας. Κι από τις δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Οι συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν καλές (και δεν θα μπορούσαν να είναι εν καιρώ εμφυλίου): υπήρχε ανοργανωσιά και απίθανη στρατιωτική αυστηρότητα. Μόλις είχε αρχίσει υποτυπωδώς να λειτουργεί ο θεσμός της “ Πρόνοιας Βορείων Επαρχιών Ελλάδος” και όλα ήταν μάλλον αναμενόμενα, ώσπου να τελειώσει ο ανταρτοπόλεμος.

[Η εισαγωγή μου στην Παιδόπολη της Λητής έγινε μετά από πολλή σκέψη και δισταγμό της μάνας μου που δεν άντεχε να μας βλέπει εμένα, τον Κώστα, τον μικρό αδελφό της τον Κυριάκο και την αδελφή μου τη Σεβαστή να υποφέρουμε. Ούτε μπορούσε μόνη της να τα βγάλει πέρα, να μας ταΐσει τον καιρό του εμφυλίου και να μας μεγαλώσει. Αποφάσισε, με προτροπή και του αδελφού της Στέλιου να μας βάλει στις Παιδοπόλεις. Το πέρασμα και η καταγραφή από τις κυρίες των Τιμών της Βασιλικής Πρόνοιας, μέσα σε μια μεγάλη στρατιωτική σκηνή με χειμωνιάτικο καιρό, κάποια μέρα του Νοέμβρη στα 1947, χαράχτηκε στο μυαλό μου ανεξίτηλα].

Στη Λητή κινδύνευε η ζωή μας, αφού οι αντάρτες του Μάρκου Βαφειάδη ήθελαν με κάθε τρόπο να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη. Χτυπούσαν τα περίχωρά της. Θυμάμαι, ότι, όταν είχαμε υπερπτήσεις αεροπλάνων πάνω από τη Λητή (αγγλικών ή ελληνικών), τρέχαμε εμείς τα μικρά, άτακτα και πανικοβλημένα σαν τρομαγμένα κλωσόπουλα, να κρυφτούμε κάτω από υπόστεγα ή τραπέζια. Από ένστικτο. Βλέπαμε ήδη τους γύρω λόφους γεμάτους από σύννεφα γκριζοκόκκινα και μαύρα από σκόνη, από τους βομβαρδισμούς θέσεων.

 

(Η κα Γενική, αρχηγός στην “Αγία Ειρήνη”, με το εγγονάκι της-αρχείο Λ. Γερασίμου)

 

2.-ΣΤΗΝ άλλη πρωταρχική Παιδόπολη, την “Αγία Ειρήνη” όπου μας μετέφεραν εσπευσμένα ένα βράδυ-λίγο πριν από μελετημένη επίθεση των ανταρτών στην Παιδόπολη της Λητής, υπήρχε ένα πολύ ωραίο κτήριο νεοκλασικό -που σήμερα είναι μουσείο;- με τρούλο και πολύ μάρμαρο στην είσοδό του. Υπήρχαν μερικά στρατιωτικά τολ και τείχος γύρω-γύρω με σπασμένα τζάμια καρφωμένα.Πιθανόν να ήταν κάποιο στρατόπεδο.

Οι πιο πολλοί κολλήσαμε ο ένας από τον άλλο τριχόφυτο και ψείρες, οπότε μας κάνανε ειδική αγωγή και κούρεμα με την ψιλή και μπάνια για τις ψείρες. Μάλιστα είχαν κουρέψει “γουλί” και τα κοριτσάκια. Η κα Γενική (η αρχηγός της Παιδόπολης) ήταν πολύ αυστηρή, αφού είχε να κάνει με ένα σωρό παιδιά (αγόρια και κορίτσια) που ερχόντουσαν από όλες τις βόρειες-και νότιες-περιοχές της χώρας και από τις δυο παρατάξεις που αντιμάχονταν. Πολλά ανταρτόπληκτα παθαίνανε ενούρηση τη νύχτα και οι νυχτοφύλακες τα σήκωναν συχνά τις νύχτες για να μη κατουρούν τα στρώματά τους. Βλέπετε οι σκηνές από τον ανταρτοπόλεμο ήταν ακόμη “νωπές” στις παιδικές μας ψυχές και ο φόβος κυριαρχούσε στη σκέψη.

Θυμάμαι πως ένα παιδάκι που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί -η ενούρηση ήταν ψυχολογική συνέπεια και δεν ελεγχόταν από τη συνείδηση όπως στο ξύπνιο μας-έδεσε με σπάγκο το “πουλάκι” του, το οποίο φυσικά πρήστηκε και είδαν κι έπαθαν οι ομοδάρχισσες και η κα Γενική να το συνεφέρουν από τους πόνους και να κόψουν τα ράματα! Σ΄αυτή την Παιδόπολη μας έκαναν για πρώτη φορά αμερικάνικα δώρα (οικογένεια mr Magnew). Τα παιχνίδια τα παίζαμε σαν τρελά στην αυλή και στα κρεβάτια μας τις νύχτες. Θυμάμαι επίσης την πρώτη κινηματογραφική ταινία που είδα στη ζωή μου-στο μεγάλο τολ της Παιδόπολης. Μια μέρα μας συγκέντρωσαν και μας μίλησαν για τα παιδικά “μίκυ μάους” που ακόμη δεν κυκλοφορούσαν ευρέως στην Ελλάδα, ούτε ως περιοδικά, ούτε ως ταινίες. Μας πρόβαλαν, λοιπόν, μια μικρή ταινία του Ντίσνεϋ που είχε τον τίτλο “Πέφτει ο Ουρανός”: έδειχνε κότες και πετεινούς να είναι περιφραγμένοι από ένα ψηλό ξύλινο τείχος. Μια αλεπού περιτριγύριζε το “κοτέτσι” για να αρπάξει καμιά κότα. Μη βρίσκοντας τον τρόπο, έβγαλε μια σανίδα από την περίφραξη, την πέταξε ψηλά στον ουρανό του κοτετσιού, οπότε πέφτοντας στο χώμα προξένησε μεγάλο φόβο στις κότες που αναζητούσαν σωτηρία και διέξοδο από την … οπή που άνοιξε η αλεπού. Έπεφταν έτσι στο στόμα της!

Το επιμύθιο της προβολής: ο κομμουνισμός, με πονηριά και απάτη θέλει να αιχμαλωτίσει όλες ελεύθερες τις χώρες!

 

 

(Παρέλαση Παιδοπολιτών “Αγ. Δημητρίου” στη Θεσσαλονίκη, μέσα δεκαετίας 1950-αρχείο Λ. Γερασίμου)

 

3.-ΣΤΗΝ Παιδόπολη “Άγιος Δημήτριος” στην οποία μας μετέφεραν από την “Αγία Ειρήνη” για να πάμε στο δημοτικό σχολείο (1948-1950), έπρεπε να πηγαίνουμε με τα πόδια στον παλιό όλο σκόνη, λάσπη και βρομιές σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Βαδίζαμε, μικρά, ένα δρόμο -την 26ης Οκτωβρίου- με λάσπες και χώματα, με βροχές και κρύα. Το δημοτικό σχολείο ήταν μια παλιά μονοκατοικία και τα δωμάτια είχαν μετατραπεί σε αίθουσες. Καθόμασταν στριμωχτά τρία-τρία παιδάκια. Εκεί μάθαμε να συλλαβίζουμε, να αναγνωρίζουμε το ελληνικό αλφάβητο, πάμπολλες προσευχές και τραγουδάκια.

 

4.-Στις αρχές του 1950, μας μετέφεραν με παλιά, ανοιχτά στρατιωτικά τζέιμς στην Παιδόπολη “Καλή Παναγιά” (Μονή Δοβρά-Βέροια) στην οποία, σε ένα πράγματι ειδυλλιακό τόπο-κατασκήνωση, περάσαμε 4 χρόνια (1950-1954) αλησμόνητα, γεμάτα όμορφες και δυσάρεστες εμπειρίες. Εκεί τελειώσαμε το δημοτικό. Το κρύο στο Βέρμιο κάθε χειμώνα ήταν φοβερό. Οι ξυλόσομπες που είχαμε-μία σε κάθε ομάδα-άναβαν συνεχώς. Τα ξύλα τα είχαμε σωριασμένα στην πίσω πλευρά του σπιτιού. Τα σπίτια ήταν ξύλινες κατασκευές, ελβετικές, αλλά το κρύο, όσο νά’ ναι, περνούσε και μας περόνιαζε. Οι στρατιωτικές κουβέρτες ήταν βαριές, τα κρεβάτια σιδερένια και διπλά στα μικρά και στενά χωρίσματα/δωμάτια. Έτσι, τα κρυώματα ήταν πιο εύκολα και μεταδόσιμα. Μια γρίπη μάλιστα στις αρχές του 1950, είχε “γριπώσει” σχεδόν τους μισούς Παιδοπολίτες και το μικρό αναρρωτήριο γέμιζε και άδειαζε συνεχώς, ώσπου μια μέρα μάθαμε την είδηση ότι ο μικρός Καρυπίδης, συμμαθητής μας, πέθανε από πνευμονία!

Εκείνες τις μέρες τις θυμάμαι καλά, γιατί κι εγώ με τον μεγαλύτερο αδελφό μου Κώστα είχαμε αρρωστήσει άσχημα και οι καημένες οι νοσοκόμες μας τύλιγαν σε βρεγμένα σεντόνια για να πέσει ο υψηλός πυρετός. Θυμάμαι την αγωνία τους και το άγχος που είχαν στα πρόσωπά τους.

Την τελευταία χρονιά (1953-1954), της Ζωοδόχου Πηγής, όπως κάθε χρόνο ερχόταν πολύς κόσμος από τη Βέροια για να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας. Πώς έγινε και “ντελαπάρισε” το λεωφορείο, δεν το μάθαμε, ούτε μάθαμε πόσοι ήταν οι νεκροί. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι ήμασταν στην τραπεζαρία (πάνω συγκρότημα) και τρώγαμε το μεσημέρι, όταν ο ψίθυρος του δυστυχήματος αστραπιαία μας συγκλόνισε. Δεν μας άφησαν ούτε στα παράθυρα να πάμε. Τελικά πολύ αργά, το απόγευμα, μας άφησαν ελεύθερους, αφού περισυλλέξαν τους νεκρούς (7 τον αριθμό).

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο, δίναμε και μάλιστα αυστηρές εξετάσεις για το Γυμνάσιο (εξατάξιο τότε). Δεν υπήρχε κανένας στοιχειώδης επαγγελματικός προσανατολισμός. Τα πάντα ήταν αφημένα στην τύχη τους. Εμένα και μερικά άλλα παιδιά που δεν περάσαμε το 1954 στο Γυμνάσιο (Βέροια), δεν ξέρανε τι να μας κάνουν. Μας έστειλα στον “Άγιο Δημήτριο” Θεσσαλονίκης προσωρινά κι έπειτα μια ωραία πρωία μας πήραν και μας πήγαν στον “Άγιο Ανδρέα” Αττικής για να μάθουμε τέχνη-οικοδόμος εγώ! Όταν επιστρέψαμε από τον “Άγιο Ανδρέα” Αττικής (το 1955), αφού δώσαμε εξετάσεις για το Γυμνάσιο και περάσαμε στο δέκατο  Γυμνάσιο Αθηνών, κρατούσαμε τα λιγοστά … υπάρχοντά μας: μια βαλίτσα γεμάτη ρούχα και περιοδικά. Στο σιδηροδρομικό σταθμό ήλθε ένας εργαζόμενος στην παιδόπολη με μια καρότσα, από αυτές που είχαν μια ρόδα μπροστά και δυο πίσω. Μας είπε να φορτώσουμε τα… υπάρχοντά μας και θα μας πήγαινε αυτός στην Παιδόπολη “Αγ. Δημήτριος”! Αυτόν τον “εργαζόμενο” στην παιδόπολη, συνάντησα πολύ αργότερα στο Εργατικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης, όταν πέρασα στη Φιλοσοφική Σχολή (Τμήμα Γαλλικής Φιλολογίας) και ήθελα κάποια δουλειά για να βγάζω κάτι για τις σπουδές μου. Ήμασταν άλλοι δυο παιδοπολίτες. Μας κοίταξε αλαζονικά και είπε: “παιδιά με το σταυρό στο χέρι, εμείς δεν βοηθάμε”! Αργότερα καταλάβαμε ότι ήταν αριστερός…

 

5.- Στον “Άγιο Δημήτριο” η ζωή ήταν προγραμματισμένη, όπως και στις άλλες παιδοπόλεις. Εδώ ήταν “αρχηγός”, όχι πια στρατιωτικός, αλλά ένας γεωπόνος. Η ζωή κυλούσε ήρεμα, εμείς μεγαλώναμε με τα διαβάσματά μας, το κατηχητικό-για όσους το ήθελαν-, τις εξόδους τις Κυριακές, τις θεατρικές εκδηλώσεις, την έκδοση επιτοίχιας εφημερίδας και την παρουσίαση περιοδικού και θεατρικών παραστάσεων. Το φαγητό δεν ήταν κι ό,τι καλύτερο. Μάλιστα τον λογιστή, λόγω της δίαιτας που μας επέβαλε-άσχετα με το τί έγραφε το πρόγραμμα-τον είχαμε βγάλει “Χαλβαδούλη’, για τον πολύ χαλβά που μας τάιζε! Κάποια μέρα τα μεγάλα παιδιά έφεραν μια εφημερίδα (την “Αθηναϊκή” του Παπαγεωργίου) στην οποία υπήρχε οχτάστηλο για την “πρόνοια Βορείων Επαρχιών” την “Βασιλική-πια-Πρόνοια” την οποία παρομοίαζε με “Γαργαντούα” που τρώει λεφτά και λογαριασμό δεν δίνει σε κανένα. Βέβαια η εφημερίδα εκείνη την ημέρα κατασχέθηκε από την αστυνομία και εκδότης φυλακίστηκε, ενώ εμείς μείναμε με την απορία και την αμφιβολία φυσικά!

Το να σπουδάσεις επίσης σε ΑΕΙ ήταν κατόρθωμα, αφού από τη μια τάξη του Γυμνασίου-μέχρι και την Στ’- έπρεπε να βγάζεις στο ενδεικτικό βαθμό πάνω από 17. Κι όμως σπουδάσαμε… Με 700 δραχμές (περίπου 2 ευρώ σημερινά!) για 6 μήνες, μια κουβέρτα, λίγα ρούχα και ύφασμα για ένα κουστούμι! Και το κουράγιο και την όρεξη που είχαμε να ξεφύγουμε από τη μιζέρια του χωριού.

ΞΕΡΑΜΕ ότι ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ για μας, παρά μόνο τα γράμματα.

 


Σχολιάστε