"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Καλλιόπη Μουστακα (1918-1978)

 

 

 

 

Καλλιόπη Μουστάκα, μια σημαντική Δασκάλα από την Άνδρο

[Τα παρακάτω στοιχεία είναι παρμένα από την ιστοσελίδα των Κυκλάδων- https://cyclades24.gr/]

(οι με έντονες λέξεις σημειώσεις είναι δικές μας)

 

“Στα 1918 που γεννήθηκε η Καλλιόπη Μουστάκα στη Μεσαριά της Άνδρου, τα κορίτσια, και μάλιστα τα ορφανά από πατέρα, όπως αυτή, δεν σπούδαζαν, δεν πήγαιναν καν γυμνάσιο

(εδώ δεν πήγαιναν όλα τα κορίτσια γυμνάσιο, το 1985).

Η μικρή Καλλιόπη χρειάστηκε να επιμείνει πολύ, για να την αφήσει η χήρα μάνα της να πάει στο γυμνάσιο με τα αγόρια. Χρειάστηκε όμως ακόμη μεγαλύτερη επιμονή και αποφασιστικότητα, για να την πείσει να στείλει το μοναχοπαίδι της -κορίτσι πράμα- στην Αθήνα να σπουδάσει δασκάλα, πέντε χρόνια περίπου πριν από την Κατοχή.

Κι αυτές οι δύο νίκες θα ήταν αρκετές για να τη θαυμάζουμε σήμερα, αλλά η μικρή Καλλιόπη είχε πολύ μεγάλο δρόμο ακόμα να βαδίσει. Στις αποσκευές όμως είχε τη στέρεη πεποίθηση ότι «μόνο στα γράμματα και στη γνώση δεν θα βγεις γελασμένη. Η ζωή τι θα σου δώσει, καλά- κακά όλα θα τα περιμένει κανείς»

 


 

Με την αποφοίτησή της από τη Μαράσλειο το 1937, αρχίζει μια θητεία στην Εκπαίδευση αδιάκοπη και ακάματη, με όλο και μεγαλύτερες κατακτήσεις, με όλο και μεγαλύτερα εμπόδια. Ενώ δίδασκε σε διάφορα δημοτικά σχολεία (και στο Πρότυπο της Μαρασλείου), γράφτηκε το 1941 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ήρθε αντιμέτωπη, αυτή μια φτωχή δασκάλα, με την προκατάληψη ενός φοιτητικού χώρου που προερχόταν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

Στην περίοδο της Κατοχής, η νεαρή φοιτήτρια στο πλευρό των ελεύθερων νέων της γενιάς της αγωνίζεται για λευτεριά και αξιοπρέπεια, τη στιγμή που άλλοι συνάδελφοί της υποτάσσονται στην ανάγκη για ψωμί, για δίπλωμα, για μια θεσούλα. «Σεις που αύριο θα βγήτε δασκάλοι θάχετε πάντα σκυφτό το κεφάλι για το λίγο ψωμί. Κόφτε τον ενθουσιασμό σας, θάψτε την ψυχή σας ζωντανή, από αύριο θάστε θαμμένοι για πάντα. Κι ακόμα θα σας στείλομε κι αλλού να φτιάξετε κι άλλες ψυχές σαν κι εσάς… δουλόπρεπες» γράφει στο ημερολόγιό της.

Μετά την αποφοίτησή της από το Πανεπιστήμιο στέλνεται στην Παιδόπολη Αγία Σοφία του Βόλου, όπου για 2 χρόνια αφήνει πολύ σημαντικό έργο, διαμορφώνοντας ελεύθερες προσωπικότητες, που τίποτε δεν τους επιβάλλεται, αλλά ό,τι κάνουν το κάνουν για το απρόσωπο «πρέπει», για τον ίδιο τον εαυτό τους και την αξιοπρέπειά τους. Χρόνια μετά ένας μαθητής της και δάσκαλος πια κι ο ίδιος, της γράφει: «Νομίζω πως σας βλέπω στην τραπεζαρία ή στ’ αμφιθέατρο, να οικοδομείτε την ψυχή και με καλοσύνη κι ανθρωπιά και με γνώση που στεριώνει το είναι μου…»

Στο διάστημα 1951-1953, με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, στα Παιδαγωγικά και στην Κοινωνική Ψυχολογία. Το 1959 περάτωσε τις διδακτορικές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Εκείνη την εποχή ελάχιστοι είχαν τέτοιες λαμπρές σπουδές στην Ελλάδα και μάλιστα στο χώρο της εκπαίδευσης. Η φτωχή δασκάλα της Κατοχής πήγε τελικά πολύ πιο μακριά από πολλούς ευνοημένους κοινωνικά και οικονομικά συμφοιτητές της.

Με την επιστροφή της θα περίμενε κανείς να διαγκωνίζονται τα πανεπιστήμια για το ποιο θα την πρωτοπάρει, αλλά δεν έγινε έτσι.

Πρόσφερε σημαντικότατο έργο από πολύ λιγότερο υψηλές θέσεις από αυτές που της αναλογούσαν: Διεύθυνση Ψυχοπαιδαγωγικής Έρευνας, Κέντρο Κοινωνικών Επιστημών, όπου ερευνά με πολύ πρωτοποριακό για την εποχή τρόπο θέματα όπως η εσωτερική μετανάστευση ή οι αντιλήψεις για την πατρίδα και άλλα έθνη. Πολλές φορές εκεί συγκρούστηκε με τους κρατικούς μηχανισμούς που προσπαθούσαν να επιβάλλουν τακτικές που προσέκρουαν στο επιστημονικό και ερευνητικό της ήθος.

Επί Υπουργού Ευάγγελου Παπανούτσου διορίστηκε, το 1965, σύμβουλος στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, που μόλις είχε συσταθεί. Συμμετείχε στην επιτροπή που συνέγραψε τα νέα βιβλία του δημοτικού, έδωσε αγώνα για το θεσμό του ολοήμερου σχολείου, αντιμετωπίζοντας και την συντεχνιακή αντίδραση μερίδας του συνδικαλιστικού κινήματος των δασκάλων, που έβλεπαν το ολοήμερο ως πλήγμα για το ωράριό τους.

Στη χούντα απολύθηκε, όπως όλοι οι συνάδελφοί της, αφού έκλεισε το Π.Ι, και επειδή είχε πεθάνει ο άνδρας της, Θρασύβουλος Αετόπουλος, και δεν είχε άλλους πόρους ζωής εκτός από την εργασία της (σαφές δείγμα εντιμότητας και ακεραιότητας το ότι δεν πλούτισε από το πέρασμά της σε υψηλές διοικητικές θέσεις), βρέθηκε σε μεγάλη οικονομική δυσπραγία, «επένετο» όπως όμορφα είπε σε διάλεξή της η βιογράφος της κ. Κούλα Κασιμάτη.

Παρ’ όλα αυτά όμως, αρνήθηκε να στελεχώσει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Χούντας, αν και της το ζήτησαν, λέγοντας: «τη στιγμή που άλλοι συνάδελφοί μου είναι στη φυλακή και στην εξορία, είναι ντροπή μου να δουλεύω εγώ, καλύτερα να πεθάνω από την πείνα».

Ήταν άξια γυναίκα όμως και δεν το έβαλε κάτω. Δούλεψε ως επιμελήτρια εκδόσεων, δίδαξε ελληνικά σε στελέχη ξένων επιχειρήσεων, συνεργάστηκε με εταιρίες ερευνών αγοράς. Βιοπορισμός με αξιοπρέπεια και αξιοσύνη, σε αντίθεση με πολλούς που «προσκύνησαν» λόγω ανωτέρας βίας. Και η Καλλιόπη Μουστάκα δεν ήταν αριστερή ή επαναστάτρια, κεντρώων, «συντηρητικών» πολιτικών πεποιθήσεων ήταν. Να, που πιο πολύ κι από τις ιδεολογικές περγαμηνές, η στάση και η συμπεριφορά είναι αυτό που μας καταξιώνει και μας σώζει.

Στη μεταπολίτευση, επανέρχεται στο Υπουργείο Παιδείας και εντάσσεται ως σύμβουλος στο ΚΕΜΕ (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Μελετών και Επιμόρφωσης) ως το θάνατό της το 1978.

Οι παιδαγωγικές απόψεις της, όπου κλήθηκε να τις εκφράσει και να τις υλοποιήσει, από την Παιδόπολη του Βόλου, μέχρι το ΚΕΜΕ, διέπονται από μεγάλη αγάπη για τα παιδιά και τους νέους, των οποίων τα δικαιώματα αναγνώριζε και σέβοταν 40 χρόνια πριν από την επίσημη χάρτα, από απόλυτη αφοσίωση στο αγαθό της παιδείας, στης οποίας την ιδιωτικοποίηση αντιτασσόταν σθεναρά, και από φλογερή πίστη στο έργο του δασκάλου, που ρόλος του είναι να βγάζει ελεύθερους ανθρώπους με φρόνηση και ήθος.

Πεθαίνοντας, αφήνει το σπίτι της στο Δήμο Χαλανδρίου με την επιθυμία να ονομαστεί Αετοπούλειο Κέντρο (το όνομα του άνδρα της) και να στεγάσει εκδηλώσεις παιδείας και πολιτισμού για τους νέους. Ο Δήμος πράγματι αξιοποίησε τη δωρεά και έφτιαξε γύρω από το ίδρυμα αυτό μια εστία τέχνης και πολιτισμού, με το περίφημο φεστιβάλ και τόσα άλλα γνωστά στο κοινό της πόλης.

Ο μόνος όμως που θυμήθηκε να τιμήσει την Καλλιόπη Μουστάκα, δίνοντας το όνομά της στο Νηπιαγωγείο, είναι ο Δήμος Κορθίου με δήμαρχο το Γιάννη Γλυνό. Υπό την αιγίδα του, έγινε και μια ωραία τιμητική εκδήλωση για την Καλλιόπη Μουστάκα στις 20 Αυγούστου, στο Πνευματικό Κέντρο της Αγίας Τριάδας Κορθίου, όπου μίλησε η καθηγήτρια του Παντείου κ Κούλα Κασιμάτη*, της πολύ ενδιαφέρουσας ομιλίας της οποίας απόσταγμα είναι και η παρούσα ανάρτηση.

Τέλος, αφιερώνω σε όλους τους συναδέλφους μου που ετοιμάζονται για την καινούρια σχολική χρονιά, μέσα σ’ αυτό το αποπνικτικό τοπίο, αυτά τα λόγια της Καλλιόπης Μουστάκα:

«Τι όμορφο πράγμα να νιώθεις πως οι λάσπες γύρω σου σ’ αγγίζουν αλλά δεν σε λερώνουν… Μέσα μου νιώθω ένα θεό μεγάλο. Θα μπορούσα άραγε κάποτε να τον κάμω ύλη; Ύλη θα πει πράξη, δουλειά και φως… πάντα υπάρχουν αξίες στη ζωή. Πιστεύω στη ζωή ακόμη κι όταν είναι τόσο βρώμικη όσο είναι τελευταία. Έχει όμως κι ομορφιές. Ας μην ξεχνάμε τα βουνά που μας περιμένουν και μας τραβάνε ψηλά. Ας μην ξεχνάμε τη γεμάτη ζωή». (Από το ημερολόγιό της, Οκτώβρης 1943)

 

*Από την ομιλία στις 20/8/09 και το άρθρο της στο περιοδικό ΝΗΣΟΣ ΑΝΔΡΟΣ/2009/3,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΥΠΩΘΗΤΩ σελ.155-167

———————————————————————————————————————–

Από τον Αντώνη Βενέτη, νεότερο συμπαιδοπολίτη και επίμονο ιστοριοδίφη, πληροφορήθηκα πρόσθετα και τα εξής (21-10-18):

-Η ΚαλλιόπηΜουστάκα ήταν από τις πρώτες που πλαισίωσαν τις παιδοπόλεις . Κι αυτό από την απέραντη αγάπη που είχε για τα παιδιά, κι ας είχε εμπόδια πολλά από δήθεν “αριστερούς”

Υπήρξε λοιπόν «αρχηγός» στην παιδόπολη «Αγία Σοφία» Βόλου, για δυο χρόνια,  το 1948 και το 1949. Τα παιδιά τη θυμούνται με ιδιαίτερη αγάπη.

 

-Υπήρξε μέλος της ομάδας δράσης του αξιόλογου ιερωμένου και ανθρωπιστή Γ. Πηρουνάκη, μη ενταγμένη ποτέ σε αριστερά κινήματα και ιδεολογίες, και

 

-Στη δεκαετία του 1960 είχε επισκεφθεί και την παιδόπολη «Άγ. Δημήτριος» Ωραιοκάστρου, στην οποία βρισκόταν ο Αντώνης και τη θυμάται δια ζώσης πολύ καλά . (Στ.Γ.Κ.)

———————————-

ΝΕΟΤΕΡΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

 

Αναμνήσεις από την παιδαγωγό Καλλιόπη Μουστάκα – Γράφει ο μαθητής της Αθανάσιος Χρηστάκης

«Κλαίγαμε για αυτήν την περήφανη γυναίκα, την αγέρωχη, την αυστηρή  αλλά και προσιτή, που ήταν για όλους μας, για τα παιδιά και το προσωπικό, μια αγκαλιά, μια ζεστασιά. Ήταν μοναδική. Ζούσε πολύ μπροστά από την εποχή της. Ήταν πρωτοπόρος σε όλα και όταν έφυγε από τη ζωή, το 1978, αντιπροσωπεία παιδιών της Παιδόπολης Βόλου παραβρέθηκε στη κηδεία της, άνδρες ενήλικοι τότε, και εναπόθεσε στο φέρετρο το βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα με τον τίτλο “Για την πατρίδα”. […] Μια λέξη έχω να πω μόνο. Η Καλλιόπη Μουστάκα είναι ο άνθρωπος φαινόμενο».

Με αυτά τα συγκινητικά λόγια ο κ. Αθανάσιος Χρηστάκης, συνταξιούχος δάσκαλος-μουσικοσυνθέτης αναθυμάται τη δασκάλα του Καλλιόπη Μουστάκα, με αφορμή την ξεχωριστή εκδήλωση στη μνήμη της σημαντικής παιδαγωγού και δωρήτριας του Αετοπούλειου Κέντρου που διοργάνωσε η Διεύθυνση Πολιτισμού του Δήμου Χαλανδρίου, στις 25 Νοεμβρίου 2019.

Σε ένα χειμαρρώδες κείμενο που ο ίδιος το ονόμασε: «Αναμνήσεις από το πέρασμα της αείμνηστης Καλλιόπης Μουστάκα από την Παιδόπολη «Αγία Σοφία» Αγριάς Βόλου», γράφει ο μαθητής για τη δασκάλα του:

«Την Καλλιόπη Μουστάκα την έχω ζήσει δύο ολόκληρα χρόνια. Απ΄ το καλοκαίρι του 1948, τότε που τοποθετήθηκε διευθύντρια, που αποκαλούνταν τότε «αρχηγός», στην Παιδόπολη Αγριάς του Βόλου, μέχρι το καλοκαίρι του 1950, τότε που αποχώρησε απ’ αυτό το ίδρυμα οριστικά. Όταν ήρθε η Καλλιόπη Μουστάκα σ’ αυτήν την Παιδόπολη, εγώ ήμουν 13 χρόνων, μαθητής της δεύτερης τάξης στο Γυμνάσιο. Ήμουν απ’ τα παιδιά που φύγαμε απ΄ τα χωριά μας, όπου είχε ενσκήψει η καταιγίδα του Εμφύλιου και βρήκαμε περίθαλψη  στις Παιδοπόλεις. Ό,τι γράφω σ’ αυτό το χαρτί είναι βιώματα, όσα έχουν μείνει ανεξίτηλα μέσα μου, απ’ την παρουσία της Καλλιόπης Μουστάκα στη Παιδόπολη του Βόλου.

»Με το που πάτησε το πόδι της η Καλλιόπη Μουστάκα σ’ αυτό το ίδρυμα όλα άλλαξαν. Προπαντός ο τρόπος διοίκησης. Ήταν πρωτοποριακός. Εμείς τα παιδιά ήμασταν αφάνταστα ευχαριστημένα. Καμιά από τις 54 παιδοπόλεις σ’ όλη την Ελλάδα δεν είχε τέτοια διοίκηση. Αυτό ήταν πλατιά αποδεδειγμένο και παραδεκτό. Όλος ο κόσμος το είχε μάθει και καλοτύχιζε εμάς τα παιδιά, που είχαμε τέτοια “αρχηγό”. Η Παιδόπολη αυτή τότε είχε γύρω στα 300 παιδιά. Η Καλλιόπη Μουστάκα τα χώρισε σε ομάδες. Από 25 παιδιά περίπου η κάθε ομάδα. Στην κάθε μία είχε δώσει το όνομα ενός διαμερίσματος της Ελλάδας. Μια ομάδα πήρε το όνομα “Θεσσαλία”, άλλη “Μακεδονία”, άλλες “Ήπειρος”, “Μοριάς”, “Κύπρος”, “Κρήτη” και ούτω καθεξής. Η κάθε ομάδα είχε την κραυγή της. Αυτή ήταν ένα ολιγόστιχο τραγουδάκι, τονισμένο στο σκοπό του πιο αντιπροσωπευτικού τραγουδιού του κάθε ελληνικού διαμερίσματος. Παράδειγμα: Η ομάδα «Θεσσαλία» είχε την κραυγή “της Θεσσαλίας τα παιδιά είν’ όλα αντρειωμένα σαν ελληνόπουλα”, τονισμένο στο σκοπό του θεσσαλικού τραγουδιού “τρία παιδιά βολιώτικα…”. Η ομάδα “Κρήτη” είχε τη κραυγή “Αν πας στη Κρήτη Κρητικέ χαιρέτα μας την Κρήτη, χαιρέτα μας και το βουνό, που λένε Ψηλορείτη”, τονισμένο στο σκοπό των κρητικών μαντινάδων και λοιπά. Τέσσερις ομάδες αποτελούσαν μια «Κοινότητα». Έτσι, η Παιδόπολη είχε τρεις Κοινότητες. Το ΑΙΓΑΙΟ, ΤΟ ΙΟΝΙΟ και τη ΜΕΣΟΓΕΙΟ. Οι τέσσερεις του ΑΙΓΑΙΟΥ στεγάζονταν σε ξεχωριστό θάλαμο. Όπως και οι ομάδες του ΙΟΝΙΟΥ και της ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ στεγάζονταν σε ξεχωριστούς θαλάμους. Στο τέλος της υποστολής της σημαίας , αργά το απόγευμα, η κάθε ομάδα τραγούδαγε την “κραυγή” της.

»Τα βράδια, μετά το φαγητό στη μεγάλη τραπεζαρία, οι τραπεζοκόμες μάζευαν τα πιάτα κι ό,τι άλλο, καθάριζαν τα τραπέζια  κι εμείς τα παιδιά καθισμένα στους ξύλινους πάγκους περιμέναμε την καλή μας “αρχηγό”, την Καλλιόπη Μουστάκα, την “Πίτσα” μας, όπως τη λέγαμε, να ‘ρθει να μας διαβάσει από κάποιο βιβλίο. Λίγο – λίγο κάθε βράδυ. Η αδυναμία της ήταν τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα. «Τα μυστικά του Βάλτου»,  «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου», «Για την Πατρίδα», και άλλα. Μας διάβασε κι άλλα πολλά βιβλία από διάφορους συγγραφείς. Η Καλλιόπη Μουστάκα είχε επίσης μεγάλη αδυναμία στους μεγάλους μας ποιητές Κωστή Παλαμά και ΄Αγγελο Σικελιανό. Απεχθανόταν πολύ την καθαρεύουσα. Μιλούσε άριστα τη δημοτική γλώσσα, και μάθαμε κι εμείς να τη μιλάμε.

»Πολλές φορές οργάνωνε αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις. Ανέβασε στη σκηνή έργα, όπως «Οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Σολωμού, «Ο Διγενής Ακρίτας» κ.α. Το καλοκαίρι του 1949 φρόντισε και κατασκευάστηκε από ξύλο σε υπαίθριο χώρο του ιδρύματος ένα υπέροχο αμφιθέατρο, στο πρότυπο του θεάτρου της Επιδαύρου χωρητικότητας περίπου 500 ατόμων. Εκεί η Καλλιόπη μας , ανέβασε το έργο του Αισχύλου «Πέρσες» σε μετάφραση του Γρυπάρη. Ηθοποιοί ήμασταν εμείς τα παιδιά. Είχε μεγάλη συμμετοχή το έργο αυτό. Απέσπασε τότε τις καλύτερες κριτικές. Η μοδίστρα της Παιδόπολης, η Γεωργία Αλεξάνδρου, για πολύ καιρό έραβε περσικές στολές για τους ηθοποιούς. Κατά διαστήματα παρουσίαζε μορφωτικές ραδιοφωνικές εκπομπές απ’  το ραδιοφωνικό σταθμό του Βόλου.

»Η Καλλιόπη αγαπούσε στο έπακρο την καθαριότητα. Και μάθαμε κι εμείς να την αγαπούμε. Αποτελούσε για μας ζωντανό παράδειγμα σε όλα. Χτύπαγε παλαμάκια κι εμείς σαν τα κλωσσόπουλα τρέχαμε κοντά της. Ξέραμε πως κάτι μας ήθελε. Μας έλεγε: Μαζέψτε όλα τα σκουπιδάκια, τα χαρτάκια, τα ξερά φύλλα, κι ό,τι άλλο και φέρτε τα εδώ μπροστά μου. Γινόταν ένας μικρός σωρός κι εκείνη άναβε ένα σπίρτο και τα ‘καιγε. Είχε φτιάξει κι έναν «βωμό». Ο βωμός ήταν ένας σωρός από πέτρες κολλημένες με τσιμέντο, που σχημάτιζαν κώνο. Στην κορυφή του κώνου τοποθετήθηκε σταυρός από ακανόνιστο δρύινο ξύλο. Γύρω απ΄ τον βωμό, αργά το βράδυ, μαζεμένα όλα τα παιδιά και με σβησμένα τα φώτα κάναμε την προσευχή μας, που ήταν ένας ύμνος προς το Θεό. Πριν αρχίσει ο ύμνος, ο τόνος δινόταν από μια φυσαρμόνικα, που την έπαιζε κάποιο απ΄ τα παιδιά. «Η μέρα πάει, ο ήλιος πάει, στα βουνά πέφτει νύχτα βαθιά, σκοτεινιάζει κι ο Θεός μας φυλάει….»

»Το πρωί που ξυπνούσαμε ντυνόμασταν, πλενόμασταν στις βρύσες και μετά ακολουθούσε η πρωινή γυμναστική. Μας την έκανε η ίδια η αρχηγός. Χωρίς να κάνουμε «γραμμές». Όπου βρισκόμασταν ο καθένας, χωρίς να μετακινούμαστε απ΄τη θέση μας, ακούγαμε τα παραγγέλματα της Καλλιόπης κι «εκτελούσαμε» την κάθε άσκηση. «Πηδηματάκια επί τόπου ωπ, ωπ, ωπ» έλεγε κι εμείς τα κάναμε. Κι άλλες πολλές ασκήσεις ελεύθερες κι ευχάριστες. Λες και ήταν παιχνίδι.

»Ανάθεσε στον μπάρμπα –Βαγγέλη, που μάθαινε πολλά παιδιά την τέχνη της ξυλουργικής και της επιπλοποιίας, να φτιάξει ένα καραβάκι που το στολίζαμε τα Χριστούγεννα, αντί για Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η Καλλιόπη Μουστάκα δεν ήθελε ξενόφερτα έθιμα. Μοσχοβολούσε Ελλάδα. Επειδή ο Βόλος τότε δεν είχε ανώτερες κι ανώτατες Σχολές η Καλλιόπη Μουστάκα φρόντισε, ώστε τα  παιδιά που τελείωναν το γυμνάσιο να πηγαίνουν στην Παιδόπολη «Αγιος Δημήτριος» Θεσσαλονίκης, για ν’ ακολουθούν ανώτερες και ανώτατες σπουδές, ώστε να σταδιοδρομούν. Κι έγιναν άλλοι δάσκαλοι κι άλλοι καθηγητές κλπ.

»Μας πήγαινε εκδρομές σε μέρη που παρουσίαζαν ιστορικό ενδιαφέρον όπως στο Βελεστίνο, πατρίδα του Ρήγα Φεραίου, στις Μηλιές, πατρίδα του Άνθιμου Γαζή και αλλού. Το καλοκαίρι, τα μεσημέρια μες τις ζέστες, πηγαίναμε σε κοντινό ελαιοπερίβολο, που είχε πολύ μεγάλα ελαιόδεντρα. Κάτω απ΄ την ελιά, στον ίσκιο της καθόταν μια ομάδα παιδιών. Έφτιαχνε έναν μεγάλο κύκλο με πέτρες που τις άσπριζε με ασβέστη. Μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο κάθονταν τα παιδιά απολαμβάνοντας τη δροσιά και ακούγοντας  την ομαδάρχη που διάβαζε κάποιο βιβλίο. Πολλές φορές εμείς τα παιδιά τρώγαμε για μεσημέρι εκεί. Μια φορά είχαμε πάει ημερήσια εκδρομή στις Μηλιές με το τραινάκι του Πηλίου. Έξω από το χωριό, σε μια μαγευτική τοποθεσία καθίσαμε για λίγο και μετά το ρίξαμε στο παιχνίδι. Περάσαμε πολύ  ωραία. Το μεσημέρι στρώσαμε τραπεζομάντηλα  στο γρασίδι και φάγαμε. Όσο να’ ναι, στο γύρω χώρο δημιουργήθηκαν σκουπίδια. Σε λίγο ακούσαμε την αρχηγό μας, την Καλλιόπη μας να λέει: Παιδιά, προτού να φύγουμε από δω, να αφήσουμε τον χώρο όπως τον βρήκαμε. Καθαρό, χωρίς σκουπίδια. Με το σκαπτικό μας εργαλείο που έφερα μαζί μου,  θ’ ανοίξουμε ένα μικρό λάκκο, και μέσα εκεί θα θάψουμε τα σκουπίδια». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της κι εμείς τα παιδιά μέσα σ’ ένα τέταρτο τα τελειώσαμε όλα. Κι αυτό έγινε χωρίς καταναγκασμό, αλλά με προθυμία κι  αβίαστα.

»Η Καλλιόπη Μουστάκα φρόντισε πάρα πολύ και για την ανάπτυξη του κλασσικού αθλητισμού. Δυο φορές την εβδομάδα ερχόταν απ’ το Β’ γυμνάσιο αρρένων Βόλου ο γυμναστής Παύλος Κουντούρης, που ανέπτυξε αξιόλογο κλασσικό αθλητισμό. Έβγαλε πολλούς αθλητές στο τρέξιμο, στο άλμα εις ύψους, στο ακόντιο, στο άλμα απλούν, τριπλούν κλπ. Δημιούργησε και δυο πολύ καλές ομάδες μπάσκετ και βόλεϊ. Σε κάποιο χώρο εγκαταστάθηκαν κούνιες και τραμπάλες. Κάθε μέρα σε κάποια αίθουσα μια ομαδάρχης επέβλεπε επί δύο ώρες τους μαθητές του γυμνασίου, που μελετούσαν τα μαθήματά τους της επόμενης μέρας. Η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των παιδιών ήταν τέλεια. Ο γιατρός ερχόταν κάθε μέρα στην Παιδόπολη. Αλλά και ο οδοντογιατρός εξέταζε ταχτικότατα τα παιδιά. Το βράδυ, πριν αρχίσουμε να τρώμε το φαγητό μας, πίναμε μια κουταλιά της σούπας μουρουνέλαιο. Αυτό γινόταν απ’ τις αρχές του Νοέμβρη μέχρι τα τέλη του Μάρτη. Κάθε μέρα, στις 11 η ώρα πριν το μεσημέρι στα αδύνατα παιδιά χορηγούνταν παραπανίσια τροφή. Άλλοτε ένα βραστό αυγό σε κάθε παιδί , άλλοτε  μια φέτα ψωμί με φρέσκο βούτυρο ή μια φέτα ψωμί με ένα κομμάτι τυρί φέτα κλπ.

»Τις Κυριακές τα παιδιά εκκλησιαζόμασταν στην εκκλησία της Αγριάς. Επειδή όμως η εκκλησία δε χωρούσε πολύ κόσμο τη μια Κυριακή εκκλησιαζόμασταν τα μισά παιδιά και την άλλη Κυριακή τα άλλα μισά.

Η Καλλιόπη Μουστάκα φρόντιζε για μας τα παιδιά τόσο σαν να ήταν δυο φορές μάνα μας. Είχε τέτοια επίδραση στο ψυχοσωματικό μας είναι, που μας έκανε να είμαστε παιδιά δημιουργικά, όχι δουλικά, να παίρνουμε πρωτοβουλία, να μην κάνουμε τίποτε με καταναγκασμό. Μας έκανε να έχουμε ελεύθερη σκέψη. Να μην είμαστε μεμψίμοιροι, ούτε πειθήνια όργανα, ούτε μοιρολάτρες. Μας έκανε να βλέπουμε τη ζωή με αισιοδοξία. Να κι ένα τραγουδάκι που μας έμαθε. «Αν ένα παιδί τύχει να σου πει πως είναι της Π.Α.Σ. (Παιδόπολη Αγία Σοφία), ποτέ να μη γελαστείς. Γιατί πάντοτε ψέματα θα σου πει αν δεν το ιδείς φαιδρό. Γιατί πάντα ένα παιδί της Π.Α.Σ. δεν θυμώνει , δεν δακρύζει. Κι αν ένα κακό πάθει μια φορά, ΕΥΘΥΜΟ ΕΥΘΥΣ ΓΕΛΑ». Μας έμαθε να μην έχουμε αυταπάτες. Να βλέπουμε τη ζωή κατάματα. Να αγωνιζόμαστε έτσι ώστε να επικρατεί η αλήθεια, όχι το ψέμα. Μας έκανε υπεύθυνα και δημιουργικά άτομα. ΟΥΔΕΠΟΤΕ μας έκανε αντικομμουνιστική προπαγάνδα. ΠΟΤΕ ΟΥΔΕΠΟΤΕ έδειξε αντιαριστερή συμπεριφορά. ΠΟΤΕ! Το φρόνιμα της ήταν δημοκρατικότατο. Κι ούτε είπε ποτέ κάτι κολακευτικό για τη Βασίλισσα. Ήταν αποκλειστικά προσηλωμένη στο εκπαιδευτικό της έργο και μόνο σ’ αυτό.

»Τι να πρωτοθυμηθεί κανένας από  το πέρασμα της αείμνηστης Καλλιόπης Μουστάκα απ΄ την Παιδόπολη του Βόλου. Αδρά άφησε τα ίχνη της στο πέρασμά της απ’ την Παιδόπολη του Βόλου. Ήταν ζωντανό παράδειγμα ελεύθερης σκέψης και δημοκρατικού ήθους. Απ’ τα χέρια της βγήκαν στην κοινωνία άνθρωποι ελεύθεροι, με θάρρος γνώμης. Βγήκαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες.

»Αν πω ότι, όταν έφευγε οριστικά απ’ την Παιδόπολη στο τέλος του καλοκαιριού του 1950 παιδιά και προσωπικό κλαίγαμε ασταμάτητα μ’ αναφιλητά, αυτό τα λέει όλα. Κλαίγαμε για αυτήν τη περήφανη γυναίκα, την αγέρωχη, την αυστηρή  αλλά και προσιτή, που ήταν για όλους μας για τα παιδιά και το προσωπικό, μια αγκαλιά, μια ζεστασιά. Ήταν μοναδική. Ζούσε πολύ μπροστά από την εποχή της. Ήταν πρωτοπόρος σε όλα και όταν έφυγε από τη ζωή, το 1978, αντιπροσωπεία παιδιών της Παιδόπολης Βόλου παραβρέθηκε στη κηδεία της, άνδρες ενήλικοι τότε, και εναπόθεσε στο φέρετρο το βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα με τον τίτλο «Για την πατρίδα». Απ’ το έργο της Καλλιόπης Μουστάκα στη Παιδόπολη του Βόλου, όσα έχω γράψει είναι ελάχιστα. Μια λέξη έχω να πω μόνο. Η Καλλιόπη Μουστάκα είναι ο άνθρωπος φαινόμενο.

Ας είναι αιώνια η μνήμη της!»

 

 


Σχολιάστε