"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

H μάνα του Μάκη (Μάνες της άλλης πλευράς, Χ.Ν. 9-5-16)

 

 

 

 

ΜΑΝΕΣ ΤΗΣ «ΑΛΛΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ» (Τα ονόματα, πλην του Μάκη, είναι ελαφρώς παραποιημένα)

  • «Για τις μάνες του κόσμου, που ζούνε ή «φεύγουν»,

αυτές που φροντίζουμε, τις άλλες π’ αφήνουμε,

Για τις «μάνες-κουράγιο», τις μάνες πολέμων,

Γι΄ αυτές που ψωμί, λευτεριά λαχταρούν

Για τις μάνες που το δάκρυ ποτέ δεν στεγνώνει

Του αβάσταχτου πόνου τις μάνες,

μιλώ» (Στ.Γ.Κ.)


ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ τη Μέρα της Μητέρας, βαριά δυσθυμία με κυριεύει αναθιβάνοντας όλες τις μανάδες που φεύγουν. Κι όσο ο χρόνος κυλάει, το δέσιμο του μύθου και της αγιοποίησής τους γίνεται πιο σφιχτό. Είναι στη φύση του ανθρώπου να κρατά σαν ανάμνηση από αγαπημένα πρόσωπα ή ταραγμένες περιόδους της ζωής του, μόνο τα καλά: με το χρόνο, τα λειαίνει, τα ομορφαίνει και τα ξαναφτιάχνει, καλύπτοντάς τα με ένα γοητευτικό περιτύλιγμα εικόνων και λέξεων.

ΤΕΤΟΙΕΣ μέρες την ξανανιώθω –τη μάνα- να γεμίζει το σπιτικό μας: με το πάντα πονεμένο πρόσωπό της και τα μαύρα ρούχα που φορούσε μόνιμα, έρχεται από την «ποθεινή πατρίδα». Ίσως να θέλει να «συμπληρώσει» τον κενό χρόνο που ο εμφύλιος και το μετά της στέρησαν. Μου χαμογελά ελαφρά, με χαϊδεύει απαλά, με ρωτά πώς είμαι. Ησυχάζει βλέποντάς με καλά, έπειτα με αποχαιρετά και γαληνεμένη ξαναχάνεται.

… ΜΙΑ επιτομή όλων των χαροκαμένων μανάδων του περασμένου αιώνα είναι οι μεταπολεμικές -πιο πολύ οι μετά τον εμφύλιο- Ελληνίδες μάνες. Όσες ζούνε ακόμη. Την απαθανάτισή τους ανέλαβαν, σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ο Κώστας Μπαλάφας, η Βούλα Παπαϊωάννου, ο Δημήτρης Χαρισιάδης –ο αποκλειστικός φωτογράφος των Παιδοπόλεων-κ.ά.

ΣΗΜΕΡΑ, ξαναφέρνω στο νου τις μανάδες της «άλλης πλευράς»: των «αριστερών» συμπαιδοπολιτών μου, που έρχονταν κι αυτές να δουν τα παιδιά τους στην Παιδόπολη. Αλλά κι εκείνες που στο χωριό, όταν συναντιόντουσαν μαζί («οι μεν» και «οι δε»), ήταν όλες πάντα μαυροφορεμένες! Σκιές, ενθυμήματα, απομεινάρια αβάσταχτου πόνου, οι φιγούρες τους. Μα και βαριές, ασήκωτες οι ιστορίες τους, όπως του Μάκη, του «αριστερού» καλύτερου παιδικού μου φίλου και κουμπάρου:

 

«ΗΤΑΝ και δεν ήταν 12-13 χρονών ο Μάκης, όταν μετά την επιτυχία του στις εισαγωγικές εξετάσεις του Γυμνασίου, λίγα χρόνια μετά το τέλος του  εμφύλιου (1947-1949), ήλθε η μάνα του να τους δει στην Παιδόπολη «Άγιος Δημήτριος», στη Θεσσαλονίκη οπου βρίσκονταν. Λέω να «τους» δει γιατί ήταν εκεί με τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Αναστάση. Η κυρα-Θοδοσιά, μετά το χαλασμό στο Πατρίκι -το χωριό τους- και τον αναγκαστικό εκπατρισμό του άντρα της, του Γιορντάνη, με τους άλλους συγχωριανούς αντάρτες του Μάρκου (Βαφειάδη), πήγε τα παιδιά της στη Βασίλισσα. Δεν θα μπορούσε να τα θρέψει μόνη της, είχε τρία, και θα πέθαιναν από την πείνα στο χωριό. Τη μικρή τους αδελφή, τη Μαρίνα, την έδωσε για υιοθεσία στην Καβάλα. Τα δυο της αγόρια, τον Αναστάση και τον Μάκη τα πήγε στη Βασιλική Πρόνοια.

Δεκέμβρης του 1954 θα ήταν, με ένα τσουχτερό κρύο και λάσπη που κολλούσε. Το χιόνι μπόλικο στο Βαρδάρι, όπου βρισκόταν η Παιδόπολη. Ήταν σε μια παλιά στρατώνα με τα βυζαντινά κάστρα γύρω. Τα παιδιά περίμεναν τη μάνα τους ανυπόμονα. Έβραζαν, βέβαια, στον πυρετό. Γι αυτό, μένανε στο αναρρωτήριο που έβλεπε στην οδό 26ης Οκτωβρίου. Κοίταζαν με αγωνία από το μεγάλο παράθυρο στο δρόμο μήπως φανεί. Θα ερχόταν άραγε κι ο πατέρας τους; Τούς είχε γράψει πως θα τον «έφερνε» κι αυτόν, αν και κανείς δεν ήξερε τι απέγιναν όσοι, μετά τη «νίκη» του εθνικού στρατού κατέφυγαν στις χώρες του «Παραπετάσματος». Όμως, ο Μάκης δεν θα μπορούσε να χαρεί τον ερχομό τους, αφού έβηχε ασταμάτητα. Ήταν ένα ασθενικό παιδί, αδύνατο που υπέφερε απο αδενοπάθεια και ήθελε ιδιαίτερη περιποίηση -που την είχε φυσικά.

Όταν αντίκρισε το γλυκό θλιμμένο πρόσωπό της μάνας του, είχε να τη δει πάνω από 5 χρόνια, του ’ φυγαν κι ο πυρετός κι ο βήχας!  Έκλαιγε τώρα με παράπονο και η κυρα-Θοδοσιά, μάταια προσπαθούσε να τον παρηγορήσει δείχνοντάς του κάτι παλιές φωτογραφίες που είχε! Αυτό που ήθελε ο Μάκης ήταν να τον πάρει στο χωριό, γιατί πίστευε πως όλες οι αρρώστιες που τον ταλαιπωρούσαν οφείλονταν στην έλλειψή της. Ο Αναστάσης ρώτησε κάποια στιγμή για τον πατέρα τους. Η μάνα τού είπε κάτι σαν «ταξίδι στην Ουγγαρία». Τα παιδιά δεν καταλάβαν τι σήμαινε αυτό…

Η προϊσταμένη του αναρωτηρίου είπε στη νοσοκόμα να τους δώσει αντιπυρετικό και έπειτα, αφού ντύθηκαν καλά, τους άφησε να χαρούν την παρουσία της μάνας τους. Κατηφόρισαν και οι τρεις προς τα τολ, τα αναγνωστήρια των Παιδοπολιτών. Έκανε κρύο, αλλά ο Μάκης δεν κρύωνε! Κρατούσε σφιχτά το χέρι της μάνας κι αυτό που είχε σημασία γι΄αυτόν ήταν ότι ένιωθε το ολόζεστο χέρι της μέσα στο δικό του. Αυτό ήταν όλος ο κόσμος του. Το ‘σφιγγε, λες και φοβόταν πως η μάνα θα τον αφήσει πάλι∙ πως θα ξαναφύγει, όπως τότε το 1948, που με την τρέλα του ανταρτοπόλεμου στα χωριά τους, άλλα παιδιά από το χωριό «πήγαν» με τους αντάρτες, έξω από την Ελλάδα, και άλλα μπήκαν σε Παιδοπόλεις.

Μετά τα τολ, πλησιάσανε στα μαγειρεία, όπου μερικές γυναίκες ετοίμαζαν το φαγητό των παιδιών. Τους υποδέχτηκαν με καλοσύνη. Έβαλαν την κυρα-Θοδοσιά να καθήσει και της έδωσαν λίγο φαγητό να ξεσταμώσει. Τη ρωτούσαν να τους πει νέα από τον «έξω» κόσμο -τον κόσμο των πόλεων και των χωριών. Ο Μάκης στεκόταν πλάι της, γαντζωμένος πάντα απ΄ το φουστάνι της όσο εκείνη ανιστορούσε τα πάθη τους: μόλις τώρα, έλεγε, για πρώτη φορά μετά τον ανταρτοπόλεμο, οι άνθρωποι στα χωριά μπορούσαν να σπείρουν ένα χωράφι, να θρέψουν μια αγελάδα χωρίς να τους την πάρουν «οι μέν» ή «οι δε», να έχουν δυο κότες χωρίς να τους τις κλέψουν, να φάνε λίγο γλυκό ψωμί χωρίς τον τρόμο του θανάτου που ρήμαζε κάθε βράδυ οικογένειες κι απ΄τις δυο πλευρές.

Ο Μάκης την άκουγε παρακολουθώντας και τα χέρια της που «αφηγούνταν» περισσότερα από τα λόγια της. Τα όσα «τράβηξε» στη χαμοζωή της καταγράφονταν στο μυαλουδάκι του, μαζί κι η αλλοϊσμένη συμπεριφορά της που τον προβλημάτισε: Καππαδοκία, προσφυγιά, πορεία θανάτου, Συρία, Ελλάδα, νεκροί στον πόλεμο, εμφύλιος -ποιος αντέχει τόσα; Τότε μόνο κατάλαβε γιατί η μάνα του φορούσε μαύρα. Κι ας ήταν ακόμη νέα!

Το μόνο που τού΄μεινε τελικά από εκείνη τη σύντομη συνάντησή τους, ήταν πως μέσα του άρχισε να γεννιέται ένας απέραντος, ασίγαστος κι ανέκφραστος θυμός που θα τον συνόδευε σε όλη τη μετέπειτα ζωή του: ορκίστηκε  πως, όταν θα μεγάλωνε, θα γινόταν ο φύλακας άγγελός της μάνας του. Δεν θα επέτρεπε σε κανένα να τη φοβίσει, να την πειράξει, να την απειλήσει, να την ξανακάνει να κλάψει.

Δεν το αξιώθηκε ποτέ, αφού η κυρά-Θοδοσιά έφυγε νωρίς αφήνοντά τους, αυτόν και τον αδελφό του, τελείως μόνους να τα βγάλουν πέρα στη ζωή τους…» (1)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(1)     Στ.Γ. Κλώρης, «Τα Παιδοπολίτικα» (απόσπασμα από ανέκδοτο αφήγημα)[Τα ονόματα είναι παραποιημένα, όχι τα γεγονότα.]

 

Υ.Γ. Η πρώτη φωτογραφία στην προμετωπίδα είναι της ΟΥΝΡΑ,

η δεύτερη είναι του Κ. Μπαλάφα, και

η τρίτη είναι δική μου (αριστερά είμαι εγώ, δεξιά ο Μάκης-στον Άγ. Δημήτριο- Ωραιόκαστρο, αρχές δεκαετίας του 1960) από το αρχείο μου. (Στ.Γ.Κ.)

Υ.Γ. 2::  Αρχές της δεκαετίας του ’80,  κάναμε με την ΕΛΜΕ Χανίων μια ολιγοήμερη εκδρομή (μεταξύ άλλων χωρών) και στην Ουγγαρία. Είχα την παράκληση του Μάκη, ήταν και δική μου επιθυμία, να ψάξω να βρώ στο χωριό “Μπελογιάννης” τον πατέρα του. Δυστυχώς η εκδρομή ήταν ελεγχόμενη-υπήρχε ακόμη το κομμουνιστικό καθεστώς- και έτσι όσες απόπειρες και να έκανα (ακόμη και με ταξί!) στάθηκαν μάταιες. Δεν ήθελαν οι αρχές καμιά επαφή Ελλήνων με τους κατοίκους του χωριού. (Στ.Γ.Κ.)


1 σχόλιο

  1. ΑΠΟ
    [Ελένη Μαραθάκη] ~ 1 Αυγούστου 2016 ~ 09:39

    …ευχαριστούμε τον κ. Κλώρη,που μας δίδει την δυνατότητα, να κρατήσουμε μέσα μας δυνατές εικόνες…
    Ακόμα πιστεύω, οτι, παρά τον τεχνοκρατικό χαρακτήρα της εποχής μας, οι εικόνες αυτές μπορούν να μετατραπούν σε σκέψη, σύγκριση και συγκράτηση, υπέρ του καλού…

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Ευγενικά και ωραία λόγια, για εικόνες που δυστυχώς η γενιά μου έζησε δια ζώσης ή από τον απόηχό τους από τις διηγήσεις των μεγαλυτέρων, συγγενών ή “συμπαιδοπολιτών”μας.

    Η Ιστορία πάντα “μιλάει”, αλλά λίγοι την ακούν και λιγότεροι τη διαβάζουν.

    Πάντα καλά

    Στ.Γ.Κ.

Σχολιάστε