"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Μάσκες-κείμενο, ποίηση

 

 

 

 

 

(Ωραίο κείμενο του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟ]

Μασκαρευόμαστε πρόσωπα;

«Τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς· έτσι λέει το ημερολόγιο και έτσι πρέπει να είναι. Είναι το τελευταίο, ή μήπως είναι ένα ακόμη μέσα στα πολλά του έτους; Παλιότερα ήταν ένα ξέδωμα, μια έκρηξη χαράς, μια εκτόνωση. Φορούσες τη μουτσούνα για να γίνεις άλλος, όχι ο καθημερινός· φορούσες τη μάσκα, την προσωπίδα, την περσόνα σου, το προσωπείο για να διαφοριστείς από το χτεσινό ή τον αυριανό εαυτό σου:

Τώρα, όμως, τα προσωπεία είναι καθημερινά. Όλοι κρύβονται κάθε μέρα πίσω από ένα προσωπείο. Προσωπείο χάρτινο, πέτσινο, λεκτικό, κομματικό, ιδεολογικό. Κανένας δεν δείχνει το πρόσωπό του. Ύστερα είναι η μόδα που μας κυρίευσε τον τελευταίο καιρό. Όλοι κουκουλώνονται. Οι ληστές σκεπάζουν τα πρόσωπά τους με γάζες, με κάλτσες, με τσουβάλια. Οπλοφορούν και σκεπάζονται. Η διαμαρτυρία, ακόμη και η δικαιολογημένη, φορά και αυτή την κουκούλα της, απεχθάνεται το γυμνό πρόσωπο. Λες και η αλήθεια, η πικρή και η μαύρη αλήθεια, χρειάζεται την κάλυψη του ψεύδους για να γίνει πειστική.

Γι’ αυτό έλεγα μήπως πρέπει να αντιστρέψουμε τα πράγματα. Μήπως από δω και πέρα, αρχίζοντας από σήμερα, στις Απόκριες να κυκλοφορούμε χωρίς τις καθημερινές μας μάσκες με γυμνά πρόσωπα, με την αλήθεια στο φως.

Άλλοτε μια φορά το χρόνο ψευδόμαστε, υποκρινόμαστε πως είμαστε άλλοι. Μήπως τώρα που όλο τον χρόνο ψευδόμαστε και παριστάνουμε πως είμαστε κάτι άλλο από αυτό που μπορούμε και θέλουμε, πρέπει τις Απόκριες να μασκαρευόμαστε αυτό που είμαστε πραγματικά; Να αποκαλύπτουμε τον πραγματικό μας εαυτό, γυμνό και απροκάλυπτο;

Έτσι κι αλλιώς η Δευτέρα που έρχεται Καθαρά δεν είναι. Δεν θα εγκαινιάσει καμιά νηστεία, καμιά αλλαγή στη ζωή, στη δίαιτα, στη συνείδηση.

Θα είναι τόσο Καθαρά, όσο οι άλλες Δευτέρες που θα ακολουθήσουν. Ας συμπεριφερθούμε, λοιπόν, αυτό το Σαββατοκύριακο πεντακάθαρα, πρώτα με τον εαυτό μας.

Χωρίς μάσκες. Άραγε έχουμε πρόσωπο; (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Από τον ημερήσιο Τύπο)
————————————————–

 

 

ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ:( Τρια ποιήματα που τα λένε όλα):

 

How many masks wear we, and undermasks,
Upon our countenance of soul, and when,
If for self-sport the soul itself unmasks,
Knows it the last mask off and the face plain?
The true mask feels no inside to the mask
But looks out of the mask by co-masked eyes.
Whatever consciousness begins the task
The task’s accepted use to sleepness ties.
Like a child frighted by its mirrored faces,
Our souls, that children are, being thought-losing,
Foist otherness upon their seen grimaces
And get a whole world on their forgot causing;
And, when a thought would unmask our soul’s masking,
Itself goes not unmasked to the unmasking.

-Sonnets VIII, Fernando António Nogueira Pessoa  1888-1935

——————

[στα ελληνικά]:

 

1.-«Πόσα προσωπεία φοράμε, κι άλλα πόσα κάτω απ΄ αυτά

στην όψη πάνω της ψυχής μας;

Κι ύστερα, όταν η ψυχή ξεμασκαρεύεται από μια στιγμιαία ιδιοτροπία,

ποιος θα μπορούσε να το πει πως είναι αυτή η μάσκα η τελευταία

και πως το πρόσωπο απόμεινε γυμνό;


Η μάσκα η αληθινή δεν ξέρει ότι βρίσκεται πίσω απ΄ την άλλη μάσκα

αλλά κοιτάζει μέσα της, με μάτια όμοια μασκαρεμένα»

(Φερνάντο Πεσσόα, 1888-1935, Πορτογάλος ποιητής)

 

 

2.-

MASQUE

Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:

Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.

Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τα’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;

Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.” [του Γιάννη Βαρβέρη]

 

——————–

 


3.-ΜΑΣΚΕΣ [Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Οι Τελευταίοι (απόσπασμα)]

…Αλήθεια, αν μπει κανείς, ξαφνικά, στο δωμάτιο θα μας
περάσει για θεατρίνους- η Κλυταιμνήστρα, ο Πυλάδης…
Εξάλλου μια σειρά από μάσκες κρέμονται στον τοίχο,που τις χρησιμοποιήσαμε

μάσκες άλλοτε για ν’ αρέσουμε ή να ωφεληθούμε
κι άλλοτε μονάχα από συνήθεια ή σαν την αυτόματη κίνηση
που κάνει κανείς
για να σωθεί από ‘να κίνδυνο -η μάσκα του ανδρείου,
του κυνικού, του αλαζόνα ή του σεμνού…

Όμως οι μάσκες κάποτε θα τελειώσουν, σαν τα τραγούδια
και τις γιορτές,
και τότε θα φανεί αυτό το ανύπαρχτο πρόσωπο που υπήρξαμε…”



Σχολιάστε