"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Μητέρες Μεγαλόψυχες (X.N., 11-5-15)

 

 

 

 

ΜΗΤΕΡΕΣ ΜΕΓΑΛΟΨΥΧΕΣ

  • «Μαυροντυμένη, μαυρομαντηλούσα,

και τα σου αστείρευτα κλαμένα

Παρθένα Μεγαλόχαρη, Ελεούσα,

Ήσουν για μένα…» [Κυριαζής Αθανάσιος (1887-1950), «Γλυκειά μου Μάνα»]

Η ΜΗΤΕΡΑ μας είναι ένα λουλούδι αμάραντο και αιώνιο στην καρδιά μας. Κι όταν φύγει απ΄τη ζωή, τα λόγια, τα έργα και η  σοφία της μένουν σαν άρωμα, για να μας καθοδηγούν.

Ο ΑΛΕΞΗΣ (1) μού μιλάει για τη μάνα του, την Πόντια, που με τα μύρια βάσανα στις πλάτες της, εύρισκε τη δύναμη να κατανοεί και τους «άλλους» που έπραξαν το κακό:

«…ΑΝ Ο ΘΕΟΣ τής χάριζε χρόνια, θα ήταν τώρα εκατοχρονίτισσα. Με τα ροζασμένα χέρια, τις βαθιές ρυτίδες της (κάθε μια είχε τη δική της ιστορία), μαυροφορεμένη και «μαυρομαντηλούσα»…, όπως τη θυμάμαι. Με εκείνο το γκριζόασπρο μαλλί της που συνταίριαζε παράδοξα με το ύφος της. Ο κατατρεγμός της προσφυγιάς (1923) κι οι νεκροί του Εμφύλιου (1944-1949), πού να επιτρέψουν να ανθίσει στα χείλη της ένα χαμόγελο; Ο πόνος, αφότου έχασε τα πιο αγαπημένα της πρόσωπα (άντρα, μεγαλύτερο αδελφό, μάνα, πατέρα, και τη μικρή της αδελφή) φορέθηκε μόνιμα στο πρόσωπό της… Όμως, νικούσε τις ματωμένες μνήμες της πιάνοντας ένα τραγούδι, ελληνικό ή ποντιακό. Ήταν η παρηγοριά της και η «συνομιλία» της με τη ζωή:

  • «Όσο είσαι μακριά μου

στάζει (γ)αίμα η καρδιά μου…»

Ο ΑΛΕΞΗΣ δεν καταλάβαινε καμιά από τις «σπασμένες» φράσεις της μάνας του. Όμως, ένιωθε ακούγοντάς την να τραγουδά, ένα ρίγος και το (γ)αίμα να κοχλάζει: τα χαραγμένα στη μνήμη του μακρόσυρτα εκείνα τραγούδια, συνδυασμένα με μια άφατη θλίψη, του ιστορούσαν μια ολόκληρη ζωή χαμένη στη δίνη των ανόητων πολιτικών ιδεοληψιών και κομματικών φιλοδοξιών. Του μιλούσαν για μια ζωή βουτηγμένη στη λάσπη του μεροκάματου, στο σπάταλο αίμα, «στα ταφία», τα βαριά αντάρτικα αμπέχονα, τα δίκοχα, τις δεσμίδες από σφαίρες, τα καπνά, τη σκληρή δουλειά, τα σκοτωμένα όνειρα. Στο άκουσμά τους, ζούσε τους πόνους και τους καημούς της μάνας του, μεσα από μια υποσυνείδητη ενσυναίσθηση.

ΚΥΛΗΣΑΝ κιόλας 22 χρόνια από το φευγιό της. Μα η μνήμη- κάθε φορά που αναθιβάνει την Πελαγία- φέρνει στο μυαλό του Αλέξη θύμησες από τη ζωή τους. Αναρωτιέται:

«Τί ήμουν εγώ στη ζωή σου, μάνα; Κάποια μικρή αναλαμπή που μόλις πρόλαβες να ζήσεις, για 5 ½ χρόνια. Έπειτα, η πόρτα της αιμάτινης ιστορίας του τόπου μας -ο Εμφύλιος- μας χώρισε  βίαια… Σε έβλεπα αραιά και πού, μα πάντοτε σαν «ξένος». Μεγάλωσα στις παιδοπόλεις με τον Κώστα, ενώ εσύ με την αδελφή μας, μπήκατε στον άγριο αγώνα της επιβίωσης. Αν ήμασταν κοντά σου, εγώ κι ο Κώστας μας, δεν θα ζούσαμε, αφού πείνα, αρώστιες, αλληλοεκδίκηση και ανομία θερίζανε τα χωριά μας…

«Σε θυμάμαι, μάνα, σαν χθες, που ήρθες στην παιδόπολη «Καλή Παναγιά», εκεί στις πλαγιές του Βερμίου στη Βέροια, για να μας δεις. Αρχές του ‘51, θα΄τανε. Ο Κώστας  σου έγραψε πως ψηνόμασταν στον πυρετό και ήμασταν μέρες στο αναρωτήριο. Χειμωνιάτικα –στο Βέρμιο τα χιόνια έρχονται νωρίς- σε είδαμε με ανείπωτη λαχτάρα να κατεβαίνεις το δρόμο από ψηλά όπου έκανε στάση το λεωφορείο. Κρατούσες σφιχτά από το χέρι ένα κοριτσάκι με παλτουδακι και πλεξούδες που τις έπαιζε παιχνιδιάρικα ο παγωμένος αγέρας… Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει… Αργότερα, μου είπε ο Κώστας, πως εκείνο το κοριτσάκι ήταν η αδελφή μας!

«Αλλά μητέρα, το μεγαλείο σου ήταν άλλο: όταν μεγάλος πια σε ρώτησα να μου πεις τί ακριβώς έγινε στον Εμφύλιο, ποιοι σκότωσαν τους δικούς μας και ποιος ο ρόλος της «άλλης» αδελφής σου, της Ελένης, στην εκτέλεση των αγαπημένων προσώπων μας, σιώπησες για λίγο. Με κοίταξες ήρεμα. Κι αυτό που βρήκες στη μεγαλοψυχία σου να πεις ήταν: «Και κείνοι, γιάβρουμ, για την πατρίδα αγωνίστηκαν»!

 


… ΣΤΟ σε δυο βιβλία έργο (Απομνημονεύματα) του Γεωργίου Αντ. Πυροβολάκη (για 25 χρόνια Δημάρχου Καντάνου, 1951-1967, 1974-1980), με τίτλο «Τα Παιχνίδια της Ζωής» (1993), καταγράφεται ένα συγκλονιστικό γεγονός με τη μάνα του, το γιο του Μανώλη και την αραβωνιαστικιά του -τη Μόνικα- μια νεαρή Γερμανίδα:

«Όταν ο Μανώλης μας έκανε μια επίσκεψη το 1966 με μια ομάδα καθηγητών και συναδέλφων του σπουδαστών, τότε μας είπε για τη Μόνικα, μας ρώτησε τι εντύπωση μας έκανε. Εγώ αμέσως απάντησα, αν εσένα σου αρέσει, να την παντρευτείς και για μας αν μας αγαπάτε σαν γονείς σας και εμείς θα σας περιβάλλουμε με θερμή αγάπη γιατί είστε παιδιά μας. Η Ερωφίλη -η γυναίκα του Γ. Πυροβολάκη- δεν είπε τίποτε παρά εσύ που θα παντρευτείς κάνε το λογαριασμό σου. Ναι, λέει ο Μανώλης, αλλά η γιαγιά τι θα λέει που οι Γερμανοί μας έχουν κάνει πολλά; Μανώλη, αυτά έχουν οι πολέμοι, η γιαγιά σου παρόλο που είναι αγράμματη έχει καλή ψυχή. Δεν της κακοφάνηκε που πήγες να σπουδάσεις στη Γερμανία, αλλά και δέχθηκε ευχαρίστως να κατεβούμε στα κατώγια για να καθήσουν οι Γερμανοί που έφτιαξαν το έργο της ύδρευσης, στα επάνω σπίτια.

«Αλλά, έλα να πάμε μαζί εφόσον θέλεις να πάρουμε τη γνώμη της. Μητέρα, της είπα εγώ, τι θα πεις αν ο Μανώλης παντρευτεί μια ξένη, μια γερμανίδα, εκείνη που είχε έρθει το ψιμοκαίρι εδώ; Αμέσως η μακαρίτισσα ξέσπασε σε κλάμματα και του είπε, πάρε παιδί μου όποια θέλεις, αυτή θα είναι η γυναίκα σου και εμένα η εγγονή μου και σας δίνω την ευχή μου από τα βάθη της καρδιάς μου. Μη ρωτάτε ίντα έκανε ο πόλεμος, οι Γερμανοί σκότωσαν τον γιο μου, σκοτώθηκε ο άντρας μου, έκαψαν τα σπίτια μας, μα κι εμένα ο συχωρεμένος γιος μου ο Μανωλάκης, σκότωσε 16 Γερμανούς στρατιώτες στο Ηράκλειο, όπως μας είπε ο σύντεκνός του στο Ηράκλειο και ο Κοντεκάς. (…)  Να πάρεις παιδί μου αυτή που σου αρέσει να τη χαρώ και εγώ εδά που ζω, να έχεις την ευχή μου, να μην την περιπαίξεις γιατί είναι αμαρτία…»

ΝΑΙ! Εμείς, οι γιοι κι οι κόρες, ώριμοι πια λατρεύουμε τις μανάδες μας. Δεν καταλαβαίνουμε την έκταση και την αξία της αγάπης τους, παρά μόνον τώρα που’ φυγαν για πάντα! Όμως, το μεγαλείο της ψυχής τους, η στοργή κι ή έγνοια τους έρχονται συχνά-πυκνά πάνω μας, για να μας προστατεύουν, να μας συγκρατούν στις παρορμήσεις, να μας ορμηνεύουν.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Στ.Γ. Κλώρης: απόσπασμα από διήγημα συλλογής ανέκδοτων διηγημάτων.

-(2) Γ. Αντ. Πυροβολάκη,  «Παιχνίδια της Ζωής», τ. 1ος (Οικογενειακά Θέματα), σελ. 59. (διατηρούμε το ύφος γραφής του)

 

——————————————–

 


Σχολιάστε