"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Η παντοτινή Κρήτη και η Δάφνη (X.N., 4-5-15)

 

 

Η παντοτινή Κρήτη και η Δάφνη

  • «Όλη η Κρήτη είναι ένα ταμπούρι. Καλοδέχεται τον καλοπροαίρετο ξένο, μάχεται με πείσμα τον εχθρό. Αυτό είναι η ιστορία της, η παράδοσή της, το τραγούδι της». [Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, 1966, Περιοδικό «ΗΩΣ»,   επετειακό τεύχος για την Κρήτη]

ΣΤΑ 1992, το πλούσιο σε εμφάνιση και περιεχόμενο περιοδικό «Ταχυδρόμος», με εκδότη τον Γ. Καψή, ζήτησε από τις τοπικές πνευματικές, ή δημοσιογραφικές αρχές της χώρας, την παρουσίαση των πόλεών τους, στα πλαίσια μιας προβολής της ελληνικής επαρχίας.

Ο ΙΔΡΥΤΗΣ των «Χανιώτικων Νέων», εκδότης, δ/ντής και ψυχή τους, ο κ. Γιάννης Γαρεδάκης, θεώρησε εμένα, έναν «ξενομπάτη» ότι, έχοντας ζήσει και αγαπήσει πολύ τα Χανιά για περίπου 14 χρόνια, ήμουν κι ο πιο «κατάλληλος» να τα παρουσιάσω! Με έπιασε φυσικά δέος στο κάλεσμα, αλλά αποτόλμησα την πρόκληση!

ΓΡΑΦΑΜΕ, λοιπόν, τότε (1),  μεταξύ άλλων πως  «η πόλη αυτή –τα Χανιά- είναι πάντα ολοζώντανη, ίσως σκληρή για τους αδύναμους, αλλά μαγευτική για όλους. Ποτέ τους δεν απώθησαν κανέναν!» Κι ακόμη ότι «η πόλη μου είναι μια  πόλη που ονειρεύεται και ζει με την Ευρώπη πλάι της, είναι κάποια γωνιά της Μεσογείου που πάντα θα ονειρεύεσαι∙  μια πόλη που αντανακλά την ψυχοσύνθεση του Κρητικού, που’ ναι  ρεαλισμός και ποίηση, πηγές αστείρευτης αισιοδοξίας»

ΕΙΚΟΣΙΤΡΙΑ χρόνια αργότερα (2015), η Δάφνη, «μια νεαρή Αθηναία φιλόλογος»- το alter ego της σπουδαίας Χανιώτισσας φιλολόγου και ερευνήτριας, συζύγου του εκλιπόντος ποιητή της πόλης Γ. Μανουσάκη, της κας Αγγελικής Καραθανάση-  περιγράφει και εξυμνεί, με λυρισμό και ειλικρίνεια, αυτή τη ζηλεμένη πόλη, το νησί και τους ανθρώπους του.

Η ΔΑΦΝΗ πρωτοδιορίζεται στα χρόνια της δικτατορίας σε δημόσιο σχολείο, ως φιλόλογος καθηγήτρια, στο Α’ Γυμνάσιο Χανίων. Μας αποκαλύπτει τα Χανιά που δεν γνωρίσαμε. Σε ένα βιβλίο 300 σελίδων μάς εκθέτει έναν κόσμο πρωτόγνωρο: αντιφατικό, ανήσυχο, εντυπωσιακό, με ποικίλα εκπαιδευτικά και «προσωπικά» μικρογεγονότα που τα βιώνει η ίδια κατά τα πρώτα σκληρά χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1970-1973).

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ της Δάφνης είναι δοσμένη με αυθεντικότητα: απογοητεύσεις, ενθουσιασμοί, επιφυλάξεις, εγκαταβάσεις στα σώψυχα, αναζητήσεις, ικανοποιήσεις. Μια επίπονη προσπάθεια αυτογνωσίας, αλλά και προσαρμογής στο νέο περιβάλλον, με πολλούς «προσωπικούς αγώνες» και εξομολογήσεις. Κάθε τι το καινούργιο προκαλεί τη Δάφνη, αλλά της δημιουργεί και ενδόμυχο φόβο! Η μοναξιά καραδοκεί, αν δεν την αποτινάξεις, η δε προσέγγιση των ανθρώπων είναι προσεχτική: ένα αιτούμενο διακαώς αλλά και ελεγχόμενο! Νεανική η δίψα για αγάπη και ζωή. Έτσι, είναι φυσικό για έναν που αφήνει τον τόπο του, κάθε «καινούργιο πρόσωπο» που μπαίνει στη ζωή του ή κάθε καινούργια «κατάσταση» που αντιμετωπίζει στα ξένα, να τον φέρνει αντιμέτωπο «με διλήμματα και αποφάσεις» που το βάρος επίλυσής τους είναι ευθύνη του.

ΟΜΩΣ, αφήνουμε τον αναγνώστη του βιβλίου «Η Καθηγήτρια» να απολαύσει τη γλαφυρότητα, την απλότητα και το λιτό τρόπο γραφής του. Όσο για τις σε μορφή Μηνολογίου μικρές άφθονες ποικίλες αφηγήσεις της Δάφνης, αυτές αποτελούν «ψίγματα χρυσού» ψυχολογίας (αυτογνωσίας), λογοτεχνίας, παιδαγωγικής (εκπαιδευτικής), ιστοριογραφίας, ανθρωπίνων σχέσεων, προσωπικής ανάπτυξης, ωρίμανσης κ.ά.

… ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΜΕ ένα μικρό απόσπασμα, ύμνο για την Κρήτη, ως δείγμα γραφής (2):

“Ήταν η άπληστη περιέργεια για τον καινούργιο τόπο, για τους άγνωστους ανθρώπους που  μου κατακυρίευσε το είναι από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην κρητική γη. Γι αυτό όλο το χρόνο ζούσα το κάθε λεπτό των ιστορικών και άλλων εκδηλώσεων της πόλης. Παρακολουθούσα  με ενδιαφέρον ακόμη και τις αλλαγές των καιρικών συνθηκών. Απολάμβανα τη θάλασσα, την κρητικιά θάλασσα, τον ουρανό, το τοπίο. Οι απέραντοι ελαιώνες κι οι πορτοκαλεώνες χάρασσαν βαθιές εντυπώσεις μέσα μου.

Με νόμιζαν αδιάφορη, μπορεί κι εχθρική για την Κρήτη και για τους Κρητικούς. Δεν άφηνα κανένα να καταλάβει ότι η ομορφιά του νησιού εισχωρούσε στο μυστικό βάθος της ύπαρξής μου και με γαλήνευε.

Θέλοντας να χορτάσω τ΄ακρογιάλια και τα βουνά του νησιού έκανα μόνη μου ατέλειωτους περιπάτους. Ο ήχος του παφλασμού κι ο αφρισμός των κυμάτων, οι απόκρημνοι βράχοι, τα χρώματα με τις μύριες αποχρώσεις του γαλάζιου και του πράσινου, τα επικά βουνά, το λυρικό κελάδημα των πουλιών , ο ήχος του νερού στα ρυάκια, όλα μου προξενούσαν μια εσωτερική αρμονία, που συχνά εξουδετέρωνε τη μοναξιά μου.

Μ΄άρεσε να βλέπω άγνωστους σε μένα ανθρώπους να ζουν με το δικό τους κρητικό τρόπο. Πήγα σε χωριά και τους έζησα από κοντά, τους χάρηκα. Έχουν μια εντυπωσιακή αγνότητα πολλοί απ΄αυτούς. Μ΄έχει αφήσει έκπληκτη η καλοσύνη κι η εγκαρδιότητά τους. Μου φαινόταν τόσο παράξενο που τους ζούσα από κοντά, στον τόπο τους. Στην Αθήνα κινείσαι μεταξύ αγνώστων που αδιαφορούν γι αγνώστους. Εδώ; Όλοι βρέθηκαν πρόθυμοι να με βοηθήσουν, να συμπαρασταθούν σε μένα την «ξένη», την «πρωτευουσιάνα». Καμιά επιφύλαξη. Δεχόμουν ευεργεσίες που δεν άξιζα. Εάν τέτοιους ανθρώπους θεωρούσαν «απολίτιστους», όπως μου έλεγαν μερικοί πριν ξεκινήσω για την Κρήτη, είμαι βέβαιη πως δεν έχουν ιδέα τι είναι πολιτισμός.»

Και συνεχίζει η Δάφνη αφοπλιστικά:

«…Τώρα πια συνειδητοποιώ πως έχω αγαπήσει τα Χανιά και το νησί. Νιώθω μάλιστα ευνοημένη με την τοποθέτησή μου εδώ. Κανείς ασφαλώς δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι εγώ μιλώ αληθινά, αν τύχαινε να εκφράσω τα συναισθήματά μου, τα πλούσια βιώματά μου. Έτσι προτιμώ να σωπαίνω και να κρατώ ζωντανές μέσα μου τις ανεπανάληπτες στιγμές, να μην ριψοκινδυνεύσω τη βεβήλωσή τους.

Δεν έχω πάψει να νοσταλγώ την Αθήνα. Υπάρχουν κι εκεί ομορφιές πολλές, μα είναι διαφορετικές. Εδώ συναντώ τη φυσική ομορφιά μέσα στην ηρεμία. Εκεί υπάρχει, μα είναι μπλεγμένη μ΄έναν τεχνικό πολιτισμό που κουράζει. Να ξέρεις να βρίσκεις τη γνήσια ομορφιά κι όπου τη βρεις να τη ρουφάς, αυτό είναι χαρά, αυτό είναι η ζωή για μένα. Και νομίζω πως τη βρίσκω εδώ…»

ΣΥΝΥΠΗΡΕΤΗΣΑΜΕ για αρκετά χρόνια με τη φιλόλογο Δάφνη (Αγγελική) στο ίδιο σχολείο (Α’ Γυμνάσιο Χανίων). Μαζί δημιουργήσαμε καινοτομίες με τα παιδιά, διδάσκοντας στις ίδιες αίθουσες. Ζήσαμε –και ζούμε τώρα- στην ίδια πόλη, συνομιλούμε με τους ίδιους ανθρώπους και απολαμβάνουμε τα ίδια θαυμάσια κρητικά τοπία, ήθη και έθιμα του νησιού, τις υπέροχες μουσικές και μαντινάδες των Κρητικών, τους χορούς και τα τραγούδια του τόπου. Ναι! Η ομορφιά της Κρήτης και των ανθρώπων της δεν ξανοίγονται εύκολα στους «ξένους». Όμως, όταν σου «παραδοθεί», σε αιχμαλωτίζει σαν σειρήνα για πάντα στο Νησί. Για μια ολόκληρη ζωή! Κι αυτή η μαγεία είναι ένα από τα «θαυμαστά» της Κρήτης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) «Ταχυδρόμος», τ. 35 (1998), Αύγουστος 1992, σελ. 90-93, «Η πόλη μου, τα Χανιά».

-(2) Αγγελική Καραθανάση, «Η Καθηγήτρια»-αφηγήσεις από τα χρόνια της δικτατορίας, σελ. 151-153, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2015.

 


Σχολιάστε