"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Σχετικά με τον Μάκη (Ι) (Πρόδρομος Μπαχατίρογλου)

 

 

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΑΡΤΟΠΟΛΕΜΟ (1946-1949)  ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΑΚΗ ( Ι)

«…Το χρώμα του εμφύλιου είναι το μαύρο, ένα απέραντο απ’ άκρη σ’ άκρη μαύρο κι η μνήμη δεν μπορεί να ρίξει πουθενά μια ευφρόσυνη ματιά.” (Μ. Αναγνωστάκης)

[Από μια συνομιλία που είχε ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης με τους Αντ. Φωστιέρη και Θαν. Νιάρχο, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Λέξη" (τ. 186, Οκτ-Δεκ. 2005), σταχυολογώ κάποια σημεία στα οποία ο ποιητής επικεντρώνεται στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτά τα δυο γεγονότα επέδρασαν στις συνειδήσεις των ανθρώπων, όπως σ΄εμάς τους Παιδοπολίτες. Ανεξίτηλα.

Μπορούμε διαβάζοντάς τον να καταλάβουμε ευκρινέστερα πώς ο ίδιος προσλαμβάνει τα μηνύματα εκείνης της εποχής και πώς τα επεξεργάζεται. Κι έτσι να προσεγγίσουμε ευκολότερα τη στάση που εκφράζει στο ποίημά του "Στον Νίκο Ε… 1949" (σημ. Στο Νικο Εγγονόπουλο), ένα ποίημα που μας εκφράζει :

 

Φίλοι

Που φεύγουν

Που χάνονται μια μέρα

Φωνές

Τη νύχτα

Μακρινές φωνές

Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους

Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση

Ερείπια

Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

Εφιάλτες,

Στα σιδερένια κρεβάτια

Όταν το φως λιγοστεύει

Τα ξημερώματα.

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα

αυτά;)”

Μ. Αναγνωστάκης, «ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ», 1949

 

Σπαραχτικό ποίημα. Και σαν κάθε ποίημα, συνειρμικά εμένα με ξαναφέρνει κοντά στον Μάκη μου (τον Πρόδρομο Μαχατίρογλου, που γνώρισα και έζησα στις Παιδοπόλεις “Αγία Ειρήνη”, “Καλή Παναγιά”, “Άγ. Δημήτριο” Θεσσαλονίκης και Ωραιοκάστρου.

Γιός "εθνικόφρονος" εγώ, γιος "αντάρτη" ο Πρόδρομος! Θαρρείς κι εμείς στα 5 ή έξι χρόνια μας, όταν οι μανάδες μας, μη μπορώντας να μας θρέψουν, αφού τη μια μέρα ερχόντουσαν οι "εθνικόφρονες" και την άλλη οι " αντάρτες" και ρημάζανε εξίσου τις σοδειές των ανθρώπων! Έτσι, μας πήγαν στην Παιδόπολη, όπου φυσικά  ΔΕΝ είχαμε από μια γαλάζια ή κόκκινη κορδέλα στο χέρι! Ήμασταν ορφανά πολέμου. Κι αυτό το "γιατί;" ήταν που μετρούσε.

Αντίπαλοι; Γελοία πράγματα.

Το “μαύρο” του Εμφυλίου είχαμε στους ορίζοντές μας και τη στέρηση του χαδιού της μάνας μας.

Αυτό το μαύρο υπάρχει ακόμη στο βλέμμα μας, όπως ακριβώς το αναφέρει ο Μ. Αναγνωστάκης που δηλώνει στην παραπάνω “Λέξη”:

[…]

Πιστεύω, και δεν είναι η πρώτη φορά που το λέω, πως δεν έχει γραφτεί ή μάλλον δεν έχει εικονογραφηθεί με κάθε εκφραστικό μέσο η ιστορία της περιόδου 1946-1950 και λίγο μετά. Δεν πρόκειται μόνο για τα γεγονότα που κι αυτά κηλιδώνονται, ωραιοποιούνται ή ξαναπλάθονται με τα σημερινά μέτρα – όσο το κλίμα, η ατμόσφαιρα, η καθημερινότητα που είναι πράγματα «άπιαστα» και για τον πιο ευσυνείδητο, αλλά μεταγενέστερο μελετητή ή ιστορικό. Πιστεύω πως η περίοδος του εμφύλιου στην Ελλάδα υπήρξε η πιο σκληρή, η πιο τραγική, η πιο άγρια, θα πρόσθετα και πολλά άλλα επίθετα ακόμη, όπως ταπεινωτική ή ανέντιμη μέσα σ’ όλη τη νεοελληνική ιστορία. Μ’ όλη τη δραματικότητά της η κατοχή ήταν και μια εποχή έξαρσης, ανάτασης, ελπίδας. Τα ανθρωπάκια έγιναν ξαφνικά Άνθρωποι, ο μικρός κι ανώνυμος τεντώθηκε στα όρια του μεγαλείου. Στην περίοδο του εμφύλιου οι άνθρωποι εκβιάστηκαν να γίνουν ανθρωπάκια, οι μεγάλοι να σκύψουν, να ταπεινωθούν, να τσακίσουν, να γίνουν ανώνυμος πολτός.

 

Αν στην κατοχή, εμείς οι τότε νέοι αποκτήσαμε συνείδηση της ανθρωπιάς, στα κατοπινά χρόνια υποχρεωθήκαμε να πιούμε ως τον πάτο το δηλητήριο της απανθρωπίας. Στην κατοχή το χαμόγελο δεν έλειψε από τα χείλη, το ανέκδοτο έπαιρνε και έδινε, οι αναμνήσεις μας σήμερα μπλέκονται με πικρές νοσταλγίες και ήχους από ακκορντεόν. Κανείς δεν αποπειράθηκε – γιατί δεν μπορεί – να μιλήσει με χιούμορ για τα χρόνια του 1946 – 1950. Η κατοχή είναι ένας πολύχρωμος πίνακας όπου το μαύρο δένει παράδοξα αρμονικά με το κόκκινο, με το γαλάζιο, με όλα τα χρώματα της ίριδας. Το χρώμα του εμφύλιου είναι το μαύρο, ένα απέραντο απ’ άκρη σ’ άκρη μαύρο κι η μνήμη δεν μπορεί να ρίξει πουθενά μια ευφρόσυνη ματιά.”

 

Αυτά για όσους επιμένουν να χωρίζουν, ακόμη και σήμερα, τους Έλληνες σε κάθε λογής κάστες. (Στ.Γ.Κ.)

 


Σχολιάστε