"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Τρια ποιήματα, δυο κόσμοι του 1940-1950

[Χρειάστηκε να περάσουν πολλές  δεκαετίες.

Χρειάστηκε να διαβούμε-εμείς οι Παιδοπολίτες- πολλούς Ρουβίκονες, ώστε να καταλλαγιάσουμε τις ψυχές μας από τα πάθη που μας έσπειρε ο Ανταρτοπόλεμος-για άλλους Εμφύλιος. (1946, ίσως και νωρίτερα-1949)

Κουβαλώντας ματωμένες εικόνες με πρόσωπα νεκρά κι απ΄τις δυο πλευρές στις μνήμες μας, βρήκαμε καταφύγιο-όπως τουλάχιστον εγώ-στην ποίηση. Άλλοι αλλού.

Για να αποκρυπτογραφήσουμε αυτό που συνέβη στις παιδικές μας ψυχές-ήμουν δεν ήμουν 5 χρόνων, όταν ο ανταρτοπόλεμος αγρίεψε με πολλά θύματα στην οικογένειά μας και πιο πολλά στα  μέρη μας-έπρεπε να διατρέξουμε, να εντρυφήσουμε ανάμεσα στις σειρές και στις λέξεις των ποιημάτων και των δυο παρατάξεων

Ξέρετε, οι ποιητές δεν είναι μόνο καταγραφείς, αλλά κι αδέκαστοι κριτές της Ιστορίας... Στ.Γ.Κ.]:

—————————————————————————–

1.-»Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας
Tραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ‘ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα Aυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές
Xιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας
Mερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Xάρης»
«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ‘χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας
Mα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει.
…Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν
Tράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Xάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι
Tο πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Mαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Aν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Eίν’ η δική του. Aνάβει μικρές πυρκαγιές
Xιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Eίν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως.

( “Ο Χάρης”, Μ. Αναγνωστάκης, από Tα Ποιήματα, Πλειάς 1975)


—————————————————————————————

2.-Eίχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο με το δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς. Kι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.

(Τ. Λειβαδίτης,”Χοιροστάσιο”, από την Ποίηση. Tόμος Δεύτερος 1972-1977, Kέδρος 1987)

———————————————————————————–

3.-Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια μέσα στην Ελλάδα
ακολουθώντας το χυμένο αίμα το σπαταλημένο. 

Αίμα σταλαματιές κυλάνε στάζουν κάτω στον Άδη.

Πέφτουν απάνω στους νεκρούς οι σκοτωμένοι
αλλάζουν θέση δεν ξυπνάνε.

Μόνο το χέρι τους υψώνεται και δείχνει τη μεριά που
περπατάνε οι δολοφόνοι.

Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους.


(Τάκης Σινόπουλος, «Ακόμη μια νύχτα», XVI. Χρονικό, 1975. Συλλογή ΙΙ. Ερμής, 1980. 182.) 



Σχολιάστε