"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Η γενιά μου ακροθιγώς…

 

Η γενιά μου ακροθιγώς…

Αγαπώ τη γενιά μου.

Τη γενιιά του 1960, τη μεγαλωμένη μμέσα στα ερείπια των πολέμων και τις στραγγισμένες ψυχές των ανθρώπων. Που δεν πάψαμε ποτέ να θρηνούμε μεσα στα χαλάσματα της χώρας τους πολλούς νεκρούς μας.

Νεκρούς του Μεγάλου Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και του άλλου του επονομαζόμενου Εμφυλίου. Ζήσαμε το φόβο, όσο καμιά άλλη γενιά. Ζήσαμε τον τρόμο όσο κανείς άλλος. Ζήσαμε τη χούντα των συνταγματαρχών, τις εξορίες της δεξιάς, το αίμα των αριστερών. Ατσαλωθήκαμε…

Η γενιά μου, εμείς οι σημερινοί πια παππούδες όσοι ζουμε ακόμη, αντέχει σε κάθε αντιξοότητα, σε κάθε στέρηση ή βίαιη αλλαγή. Εννοώ ψυχικά. Δεν εγκαταλείπει τη ζωή, ούτε τον αγώνα, δεν αυτοκτονεί. Ξέρει την αξία της ζωής, γιατί τη γεύτηκε με το κουτάλι, σταγόνα-σταγόνα.

Γνώρισε κάθε είδος φασισμού: μαύρο, κόκκινο, γκρίζο.

Ελπίζει, αισιοδοξεί, συμβουλεύει, συμπαραστέκεται. Να κάνει επαναστάσεις δεν έχει τη δύναμη… ¨Εχει όμως τη φρόνηση να δει πού πάει το κακό  και πού το καλό, κάτι που δεν βλέπουν οι νέοι, και περισσότερο οι ανερμάτιστοι ψηφοφόροι της Χ.Α.

Ο θυμός είναι κυρίαρχος, αλλά όχι ο τελικός νικητής…

Αυτός θα είναι το δίκαιο και η ριζική ανανέωση όλης της κοινωνίας. Αν αφήσουν οι τωρινοί τελευταίοι πολιτικοί στο ρόγχο του θανάτου τους…

Όσοι σήμερα βρίσκονται ανάμεσα στα 30 και τα 45 τους, είναι οι άτυχοι της κρίσης, και οι… τυχεροί του μέλλοντος. Πρόλαβαν, είδαν, έζησαν την επίπλαστη ευμάρεια των λαοπλάνων μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. Που έδιναν ένα στο λαό και …έτρωγαν δέκα στα κρυφά: από τα δανεικά των Ευρωπαιων που μας φόρτωσαν στο τέλος.

Οι νέοι μας έζησαν, γνώρισαν και -ελπίζουμε- να έμαθαν.

Το να την πληρώσει μόνο ένας-ο Τσοχατζόπουλος- είναι πρόκληση στη νοημοσύνη μας, είναι κοροϊδία για την Ιστορία μας. Το εύρος της διαφθοράς είναι τεράστιο.

Αλλά πάντα έτσι συμβαίνει. Τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Μια ζωή διαπλοκή, κλοπές και μίζες.

Η είσοδος της χώρας, πρώτα στην ΕΟΚ ( 1981-σημερινή Ε.Ε.) κι έπειτα στην Ευρωζώνη (2002) ήταν ένα στοίχημα που χάθηκε εξαιτίας της παλαιοπολιτικής και της απροσμέτρητης απληστίας των λιγούρηδων όλων των κομμάτων. Πρώτα των κομμάτων εξουσίας κι έπειτα των άλλων της Βουλής. Αριστερά και δεξιά εν αγαστή συμπνοία ψήφιζαν νόμους αντιλαϊκούς, και άλλους φωτογραφικούς υπέρ του συμφέροντός τους. Πόσοι αριστεροί, με όχημα το ΠΑΣΟΚ, δεν έγιναν δεξιότεροι της δεξιάς; Πόσοι αριστεροί δεν ήσαν αριστεροί στην καρδιά και δεξιοί στην τσέπη;

Τα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ ήταν κοσμογονικά, πρωτόγνωρα. Ο άνεμος της δημοκρατίας και της ελευθερίας παντου. «Μαζί με τις υποσχέσεις για δικαιοσύνη ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία ήρθε και το ευρωπαϊκό χρήμα» -όπως γράφει κάποιος για την επόμενη γενιά, του 1970. Και άρχισαν τα πάντα να αλλάζουν. Η Ελλάδα άρχισε να ευημερεί. Να ταξιδεύει, να αγοράζει, να ξοδεύει. «Τα στερητικά σύνδρομα των γιαγιάδων και των παππούδων μας άρχισαν να μένουν πια στις αναμνήσεις και τις διηγήσεις τους». Πολλές γενιές σπούδασαν άνετα, διεκδίκησαν και πήραν θέσεις (κυρίως στο δημόσιο), άλλες από αυτές με δίκαιο τρόπο, άλλες με τα γνωστά «βύσματα»-τηλεφωνήματα σε πολιτικούς. Το δημόσιο γιγαντώθηκε, οι επιχειρήσεις πολλαπλασιάστηκαν, τα δάνεια με την προτροπή και των τραπεζών έγιναν καθημερινότητα.

… Και εδώ, αν υπήρχε ένα σωστός ηγέτης, έπρεπε να βάλει ένα ΑΡΚΕΤΑ… Τώρα δουλειά και προκοπή.

Κανείς τους, εν ονόματι του λαϊκισμού, δεν το έπραξε…

Και μετά ήρθε «ο αιφνίδιος θάνατος» της ελληνικής οικονομίας. Με τα γνωστά αποτελέσματα.

Η γενιά μου- του μεσοσαράντα και βάλε- βρέθηκε έτοιμη, ενώ αυτές του 1970 και 1980 αποσβολώθηκαν από την καταιγιστική πτώση αξιών, οικονομίας και τρόπου ζωής. Εμείς οι πιο παλιοί τα είχαμε ξαναζήσει, μεταπολεμικά. Είχαμε τη σύνεση να μη ξανοιχτούμε οικονομικά και τη φρόνηση να μη ξοδεύουμε με… δάνεια χρήματα. Τα δάνεια αποδίδονται, θέλουμε δεν θέλουμε. Ειδικά, όταν τα παίρνουμε από τράπεζες! Οι νεότεροι, άρχισαν να το αντιλαμβάνονται αυτό μόνο σήμερα. Είναι ένα μάθημα για όλους μας. «Έγιναν γενιά των οκτακοσίων, επτακοσίων, εξακοσίων, πεντακοσίων και προσφάτως των 300 ευρώ». Ή μπήκαν στον κυκεώνα της ανεργίας.Ή έφυγαν.

Κάθε παλιά βεβαιότητα γκρεμίστηκε. Σήμερα, λέμε με τρόμο, «έρχεται η σειρά μου» για το περιθώριο και την ανεργία, αύριο πιθανόν η δική σου, μεθαύριο του άλλου.

Η κατάθλιψη δεν είναι άγνωστη λέξη. Είναι μέσα στα σπίτια μια περιφερόμενη κατάρα, όπως η ανεργία. Κι όμως το μάθημα συνεχίζεται, γι όλους μας. (Στ.Γ.Κ., 9-10-13)

 


Σχολιάστε