"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Κύπρος στα 1974 (αφήγημα)

ΠΕΡΙ- ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ

Από: Σταύρος Καλαϊτζόγλου
Δημοσιεύθηκε στα «Χ.Ν.» στις: 22-07-2013

Φύλλα πορείας*

«Ηρθαν και φύγαν ένα – ένα τα κύματα της Ιστορίας ήρθαν και φύγαν, μα εμείς εμείναμε (?)(1)

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ του 1977. Ξαναπερνώ απ΄ τα ίδια μέρη για τα οποία αγωνιστήκαμε μια δράκα φίλων. Τώρα, απαγορευτικές «γραμμές» του Αττίλα. Να, η άλλοτε πανέμορφη Αμμόχωστος, πόλη φάντασμα. Στο βάθος, εκεί που η καρδιά μας μάτωνε για δέκα μήνες, διαγράφεται η κακοτράχαλη Καντάρα. Στέλνει μηνύματα, αιώνες τώρα, στο Βουφαβέντο και στον Άγιο Ιλαρίωνα περιφρονώντας τον κάθε κατακτητή. Πιο πέρα η Καρπασία. Να, κι ο Πενταδάκτυλος ν΄ απλώνεται, απ΄ τον Κορμακίδη ως τον Απόστολο Ανδρέα, «φορτωμένος» κι αυτός Τούρκο!

ΤΙ ΝΑ απόγιναν, άραγε, οι συμπολεμιστές του φθινόπωρου του ?67; Κι ακόμη, ο Αντρέας και η Μπέμπα που μας χάριζαν «διασκέδαση» στο θέρετρο – στρατόπεδο της Καντάρας; Μα, ποιος νοιάζεται για ξένες αναμνήσεις, όταν για δέκατη χρονιά, μετά τα γεγονότα στους Αγίους Θεοδώρους, φτάνει πάλι βαρύς ο Νοέμβρης, ο μήνας των «συμβάντων» που τα τύλιξε η αχλή και η συσκότιση των πολιτικών;

ΣΤΟ δωμάτιο του ξενοδοχείου στη Λευκωσία, ξαναδιαβάζω το παλιό τριμμένο ημερολόγιο του φίλου, που ίσα-ίσα πρόλαβε να μου στείλει με τον Αντρέα πριν 4 χρόνια, λίγο πριν τους δυο «Αττίλες». Χωρίς διεύθυνση, χωρίς ημερομηνία αποστολής. Γράφει:

«14 του Νιόβρη, στα ?67, Μεσάνυχτα και κάτι: Με ξύπνησε ο σκοπός του Διοικητηρίου. Συσκότιση όπως πάντα. Κουβέρτες στα παράθυρα, όχι φως,  μόνο φακοί ή λάμπες πετρελαίου. Με ήθελε κατεπειγόντως ο Ταγματάρχης του Α2, ο Ανδρέας Λ., για ένα καινούριο σήμα. ‘Χαρά, μεγάλη χαρά, έρχεται’, έγραφε. Καταλάβαμε! Έπρεπε σε 20΄ το Τάγμα           -’ΙΣΧΥΡΟΣ’ στο όνομα- να μετακινηθεί. Τελευταία οι Τούρκοι ξεθάρρεψαν. Χτυπούσαν στο ‘ψαχνό’ απ΄ τα πολυβολεία που΄χαν στήσει στον κεντρικό δρόμο Λευκωσίας – Λεμεσού. Μετακινηθήκαμε στο χρόνο που μας όρισαν».

ΑΡΑΔΕΣ γραμμένες απ΄ το χέρι του Σταύρου Χριστόπουλου. Θα ?μασταν στα 25 μας. Παλικαράκια σφριγηλά, ατίθασα, στη γη της Κύπρου. ΕΛΔΥΚ-Κ. Με κυπριακά ονόματα και ταυτότητες. Οι τόσο αλλιώτικες στιγμές στη ζωή         -στεριανοί εμείς- μας προξενούσαν απερίγραπτη εντύπωση. Τον Μάρτη του ΄67, αποχαιρετίσαμε τη Βόρεια Ελλάδα. Έπειτα Λουτράκι. Προορισμός το άγνωστο. Ταξίδι με καράβι. Στρατόπεδο Καντάρας. Μυστικός ελληνικός στρατός, από το 1964. Πηγαίναμε να αντικαταστήσουμε άλλους. Επιβιώσαμε εναγώνια για 10 μήνες, μέχρι το βασιλικό πραξικόπημα του Δεκέμβρη του΄67. Απολύθηκα στα 1968. Ο Σταύρος Χρ. δήλωσε ανακατάταξη. Αυτό μου είπαν.

ΣΤΑ ΄74, ο Αντρέας μου έστειλε το ημερολόγιο του Σταύρου, χωρίς κανένα σημείωμα. Υπήρξε, βλέπετε, μια συνωμοτική σιωπή γύρω απ΄ την τύχη των «παιδιών της Καντάρας», μετά την πτώση του στρατοπέδου στα χέρια των Τούρκων. Η γυναίκα μου αδημονεί μπροστά στο Ημερολόγιο. Εδώ στη Λευκωσία, οι αναμνήσεις μου τρελαίνονται. Η όψη του φίλου ξανάρχεται με τη γλυκιά ποιητικότητα στον λόγο να μου λέει-ίδια η πνοή της αύρας της λευτεριάς:

«Κάποτε σου δήλωσα ότι απεχθάνομαι τους ήρωες. Πάω εκεί που με στέλνουν γιατί ?για μένα? η έννοια πατρίδα είναι απέραντη σε τόπο και χρόνο. Μα οι λαοί που έχουν ακόμη ανάγκη από ήρωες, είναι άξιοι της μοίρας τους».
ΚΑΙ πάλι σιωπή!
«Νοέμβριος΄67,
Απομεσήμερο. Πάνε μέρες, όπου΄μαστε στα ορύγματα σαν  τυφλοπόντικες. Πανέτοιμοι να αποκρούσουμε την απόβαση που χρόνια -όπως θυμάσαι- ετοιμάζανε οι Τούρκοι. Τα γεγονότα με το Γρίβα στους Αγ. Θεοδώρους – Κοφινού, μας έχουν τώρα με τη σκανδάλη στο χέρι. Ο τουρκικός θύλακας καθαρίστηκε! Στην αρχή είναι δύσκολο να συνηθίσεις στην ιδέα του πολέμου. Έπειτα όλα καταλήγουν σε μια ρουτίνα. Ακόμη και το ότι πρόκειται να σκοτώσεις ή να πεθάνεις. Κι όταν ανατέλλει ο ήλιος, ‘συναχωμένος’ -πνιγμένος στην πυκνή ομίχλη της Καντάρας- αισθάνεσαι τη ζωή να ξαναγλιστρά στις φλέβες σου. Κάθε που ο καλός Θεός χαράζει την ημέρα του, εμείς βρισκόμαστε σε καινούρια πόστο. Πάντα έτοιμοι για μάχη!».

ΚΙΤΡΙΝΕΣ σελίδες, μισοσχισμένες απ΄ το χρόνο: Βέβηλος εγώ τις «ανασκαλεύω», μήπως βρω τη μυστική πορεία του Σταύρου. Καιρό τώρα προσπαθούμε, μέσω του Ερυθρού Σταυρού, να βρούμε κάποιο ίχνος του. Κανείς δεν τον αναζήτησε. Κάποιοι είπαν πως τον είδαν να επιστρέφει στην Ελλάδα, άλλοι μας βεβαίωναν για τη δήλωση ανακατάταξής του. Ξαναδιαβάζω:
«19 Νοεμβρίου΄?67,
«Ξανά στην Καντάρα. Το κρύο σε κάνει να δακρύζεις. Μιλάνε οι ‘μεγάλοι’ για διαβουλεύσεις κι εμείς ξεχάσαμε τι είναι Θεός, τι η ζωή, τι ο θάνατος. Σκοπιά, και ‘εν καιρώ πολέμου’! Η θάλασσα στο Μπογάζι, στον όρμο της Σαλαμίνας, στην Αμμόχωστο, λαμπυρίζει. Στη θάλασσα της Βουκολίδας αναδύονται οπτασίες, με μαλλιά χρυσαφένια ανακατωμένα με τα φεγγαρογνέματα. Έπειτα ξανά: μεσολαβήσεις, Χούντα, Κωνσταντίνος  Κόλλιας, Σάυρους Βανς. Όλα ανακατώνονται σε ένα. Κάποιος σιγοκλαίει. Είναι ο δάσκαλος. Φοβάται! Δεν θέλει, λέει, τον πόλεμο. Και ποιος τον θέλει, φίλε μου; Όταν βλέπεις το χώμα να στάζει νερό και αίμα? όταν τα δάχτυλά σου παγώνουν σ? αυτή την καταραμένη λέξη, την αναμονή, τότε όλα τα βράδια έχουν το ίδιο χρώμα: εκείνο το πηχτό μαύρο του θανάτου. Οι φαντάροι στα ορύγματα βήχουν κάτω απ΄ τις μουσκεμένες χλαίνες. Χωρίς φαΐ, με μόνο όνειρο το γυρισμό στην Ελλάδα. Διαβουλεύσεις και πάλι. Στον Έβρο τώρα. Κάποιοι λογαριάζουν την παρουσία μας εδώ ως ‘δούναι και λαβείν’. Μα τι είναι τέλος πάντων η Πατρίδα; Ένα εμπόρευμα; Σε σαράντα μέρες, λέει, πρέπει να αδειάσουμε την Κύπρο! Διαφορετικά οι Τούρκοι θα χτυπήσουν. Έτσι λένε! Μας πουλήσανε, φίλε μου, όπως πάντα οι Αμερικανοί και τα ανδρείκελά τους».

ΜΟΝΟΛΟΓΩ: Μα, τι γυρεύουν στα μέτωπα οι ποιητάρηδες; Ας κάθονται πίσω απ΄ την αχώ της μάχης. Στα μετόπισθεν, για να ιστορούν, σαν άλλοι Δημόδοκοι, τα πάθη της φυλής. Δεν είναι αυτοί για να δημιουργούν τα γεγονότα? είναι να τα υμνούν, να τραγουδούν τα «κλέη» των νικητών! Έτσι θαρρώ!

ΤΙ ΝΑ απόγινε, λοιπόν, ο Στ. Χριστόπουλος; Κανείς δεν ξέρει. Και το Ημερολόγιο μόνο  σκέψεις πικρές εκφράζει:

«Μας λένε πως κάτι πάει να γίνει! Σαν τι δηλαδή; Να δούμε τους εαυτούς μας με την ουρά στα σκέλια, κάτω απ? τα ειρωνικά βλέμματα των ΟΗΕδων και των Τούρκων ?εκεί στις επάλξεις του Κάστρου του Οθέλλο? να ‘παίρνουμε δρόμο’ απ? την Κύπρο; Ναι! Αυτό θα γίνει. Για την ώρα ζούμε  στα ορύγματα της Καντάρας. Πίκλες, ‘Blue Band’, κονσέρβες χοιρινό, μερικά πορτοκάλια? Νοσταλγούμε όσο ποτέ την ‘άλλη ζωή’, την ανθρώπινη: ένα σπίτι, ένα πρόσωπο αγαπημένο, μια μάνα, ένα φίλο. Μιλάμε με τον εαυτό μας και τ΄ αστέρια,  κι οι βόμβοι των τούρκικων αεροπλάνων τελικά δεν μας τρομάζουν, μας νανουρίζουν! Μετράμε μια -μια τις στιγμές και τις ώρες που ζούμε χάνοντας τις μέρες και τους μήνες. Ο χρόνος κι ο ιδρώτας κυλούν μαζί. Ειδήσεις, τα «εκατέρωθεν ανακοινωθέντα».

ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ με ειδοποίησαν πως ο Ερυθρός Σταυρός θα ανακοίνωνε ονόματα από αγνοούμενους. Αναπτερώθηκε η ελπίδα μου. Όμως, το θεωρούσα απίθανο γιατί ήξερα πως οι Τούρκοι δεν αφήνουν «ίχνη» στο πέρασμά τους. Πήγα, άκουσα, έφυγα. Τίποτα: ο Σταύρος Χριστόπουλος ούτε σαν όνομα δεν καταγράφηκε πουθενά! Χάθηκε, άραγε, σε κάποια φοβερότερη δίνη από εκείνη του ?67; Σε έναν απ΄ τους δυο Αττίλες; Ο ίδιος δεν θα ήθελε να επιβιώσει σε κατεχόμενο έδαφος, ή να συρθεί ανώνυμος στα βάθη της Ανατολίας.

ΞΑΝΑΚΟΙΤΩ απ΄ το παράθυρό μου. Θολό το πρωινό στη Λευκωσία. Πόλη διχασμένη, όπως διχασμένες είναι εδώ κι οι ελπίδες για τους νεκρούς της. Σαν τον Σταύρο Χριστόπουλο που ήτανε -λέει- «γεννημένος στην Παραλίμνη Αμμοχώστου και είχε σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία». Έτσι έγραφε η ταυτότητά του! Αύριο θα ξαναεπιστρέψουμε άπρακτοι στην Ελλάδα. Στο νου μου έρχονται οι στίχοι του ποιητή:
«Απ΄ το παράθυρό μου βλέπω σαν όραμα
στη νέα του μάχη ένα λαό
π? αναπετά πλησίστια τη σημαία της Ελπίδας»(2)

ΕΛΠΙΖΩ κάποτε, όταν τα δυο κομμάτια του νησιού θα ξαναενωθούν, θα ξανάρθει ο καλός μου φίλος! Θα ξανανεβούμε στην Καντάρα για να απολαύσουμε τη θέα σε ανατολή και δύση, θα διατρέξουμε την Καρπασία, θα κατεβούμε στο Δαυλό ή στη Γαλάτεια, θα ξαναπιούμε το κρασί μας στον παλιό καφενέ του Αντρέα και της Μπέμπας. Κι όλα τ? άλλα θα ?ναι ένα κακό εφιαλτικό όνειρο που αιχμαλωτίστηκε σ? ένα ξεφτισμένο ημερολόγιο?

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1) Θεοδ. Πιερίδης, Ποιητικά Άπαντα.
(2) Τεύκρος Ανθίας, Ποιητικά Άπαντα (1982)

——————————————————–

*Το παραπάνω αφήγημα είναι συντόμευση ενός εκτενέστερου με τίτλο «Το Κρυφό Ημερολόγιο», βραβευμένου με Β΄  Βραβείο στον Β΄ Διεθνή Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Δοκίμια – Διηγήματα  της ΕΠΟΚ και της εφημερίδας «Κυπριακός Ελληνισμός» (2010).


Σχολιάστε